ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΑΛΒΑΝΙΑΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ

Αναμφιβόλως ο Αναστάσιος φέρει ως χαρισματικός ιεράρχης την «σφραγίδα δωρεάς του Κυρίου». Είναι εξαιρετικά προικισμένος άνθρωπος, με ακατάβλητο ψυχικό σθένος, ισχυρή προσωπικότητα και μεγαλειώδες όραμα.
Ο βίος του αποτελεί διαδρομή προσφοράς, θυσιών και βαθείας χριστιανικής αγάπης. Απολαύει οικουμενικής τιμής, βαθύτατου σεβασμού, ειλικρινούς εκτιμήσεως και απεριορίστου θαυμασμού δια το πολυσχιδές πνευματικό, κοινωνικό, καθαγιαστικό, εθνικό, επιστημονικό, θεολογικό και θρησκειολογικό έργο του.
Το ταπεινό φρόνημα του ανδρός, η αγάπη του για τον Χριστό και τον άνθρωπο, η βαθύτατη γνώση του μηνύματος του Χριστιανισμού και της ορθοδόξου πατερικής παραδόσεως, η αφοσίωσή του στο καθήκον, η επιστημονική του εμβρίθεια, η πίστη του στην εντολή του Κυρίου «Μαθητεύσατε πάντα τα έθνη» (Ματθ. Κη 19) και πολλά άλλα συνιστούν το μυστικό της πνευματικής του ποιμαντικής επιτυχίας.
Η προσπέλαση στο βίο, στη ζωή, στο έργο και το πνεύμα ενός πνευματικού ανδρός όπως ο Αναστάσιος είναι έργο δυσχερές κα επίπονο, δεδομένου ότι έχει να κάνει κανείς με επιτεύγματα παγκοσμίου εμβέλειας, σωτηρίας ψυχών και πνευματικής αναστάσεως φυλών στην Αφρική και ανοικοδομήσεως ενός έθνους και μιας Ορθοδόξου Αυτοκεφάλου Εκκλησίας, την της Αλβανίας. Ο Αναστάσιος υπηρέτησε τους πιο φτωχούς λαούς του κόσμου, στην Αφρική και την Αλβανία. Με τη χάρη του Θεού τους ενέπλησε Πνεύματος Αγίου και ελπίδος για το σήμερα, για το αύριο και την αιωνιότητα.
Ιδού τρεις μαρτυρίες επιφανών ανδρών περί αυτού:
α) ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος έγραψε στο χαιρετιστήριο μήνυμα του επιστρέφοντας από τα Τίρανα:
«Αναπολούντες ήδη τα υπό την εμπνευσμένην καθοδήγησιν και επίβλεψιν της Υμετέρας Μακαριότηταςεπιτευχθέντα κατά την διαρρεύσασαν δεκαετίαν, ομολογούμεν ότι πρόκειται περί εξαισίου θαύματος, παρόμοιον του οποίου εις ουδεμίαν των λοιπών Ορθοδόξων Εκκλησιών των άρτι εξελθουσών των ασφυκτικών πιέσεων των αθεϊστικών καθεστώτων, επετελέσθη»
β) Ο πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας Κωνσταντίνος Στεφανόπουλος κατά την επίσημη επίσκεψή του στην Αλβανία εδήλωσε:
«Αν υπάρχει ένας άνθρωπος που ευεργέτησε την Αλβανία αυτός είναι ο Αναστάσιος»
γ) Ο προσφάτως ανελθών στον Πατριαρχικό Θρόνο της Αλεξανδρείας και πάσης Αφρικής Θεόδωρός Β εδήλωσε στον εναρκτήριο λόγο του:
«Το στίγμα μου είναι να είμαι ταπεινός. Πρότυπο, ίνδαλμα, παράδειγμα και στήριγμά μου στην ιεραποστολή έχω τον Αρχιεπίσκοπο Αλβανίας Αναστάσιο».

anastasios1_120«Η οικογένεια δημιουργήθηκε στην Πρέ­βεζα. Ο πατέρας ήταν έμπορος και επί πλέον είχε ναυτιλιακές εργασίες, αλλά όταν ήρθε ο βαλκανικοί πόλεμος τα άφηοε όλα για να α­κολουθήσει ως έφεδρος τον ελληνικό στρατό. Έφυγε λοχίας, γύρισε λοχαγός ως τραυ­ματίας πολέμου. Η οικογένεια έφυγε για τον Πειραιά. Εκεί γεννήθηκα, στις 4 Νοεμβρίου 1929. Οι γιατροί έλεγαν στη μητέρα μου ότι δεν έπρεπε να κρατήσει το παιδί, ήταν αδύ­ναμη και ασθενική. Εκείνη προσευχόταν να αποκτήσει ένα γερό παιδί. Και, πράγματι, ή­μουν γερός. Έχω δύο μεγαλύτερα αδέλφια. Η μητέρα έχασε ένα αγόρι στο ενδιάμεσο. Συχνά προσεύχομαι για τον αδερφό που δεν γνώρισα ποτέ…»

—Ήταν η μητέρα σας, λοιπόν, που σας έ­δωσε τα πρώτα ερείσματα της πίστης;

anastasios2_120«Δεν μπορώ να μιλήσω για ένα DΝΑ που μεταδίδει πίστη, αλλά η μητέρα είχε μία έ­ντονη ευσέβεια. Με έπαιρνε μαζί της στην εκκλησία, αλλά τότε έδειχνα μία αντίσταση -στις ολονυκτίες κοιμόμουν. Μετά ήρθε η Κα­τοχή. Δεν πηγαίναμε σχολείο. Από την Κυ­ψέλη κατεβαίναμε στο σταθμό Λαρίσης για μαθήματα, σε ένα μικρό δωμάτιο που ήταν αποθήκη μπακαλιάρου. Πώς να παρακο­λουθήσεις εκεί μέσα αρχαία ελληνικά; Πί­στεψα ότι ένας καλύτερος κόσμος θα γεννη­θεί, αν κάποιοι δουλέψουν. Κατάλαβα ότι ε­κείνο που άξιζε στη ζωή ήταν η ελευθερία, η αλληλεγγύη, η αγάπη μεταξύ των ανθρώ­πων. Κάποιοι συνομήλικοι ακολούθησαν το δρόμο της πολιτικής. Μερικοί άλλοι βρεθή­καμε σε ένα περιβάλλον εκκλησιαστικό και πιστέψαμε ότι μέσα στην πίστη θα βρούμε αυτό που ψάχνουμε».

—Εποχή που έδωσε νέο αίμα στις αρτηρίες επί Αριστεράς. Τους βλέπατε ως αντιπάλους;

anastasios3_120 «Ποτέ δεν αισθάνθηκα ότι είναι αντίπαλοι. Απλώς διάλεξαν άλλο δρόμο. Αργότερα, στον εμφύλιο, αντιστεκόμουν στην εν νοια της βίας, έλεγα ότι δεν μπορείς έτσι να πετύχεις δικαιοσύνη. Όταν τα προηγούμενα χρόνια οι Γερμανοί βομβάρδιζαν την Αθήνα, ανέβαινα σε μία ταράτσα, γονάτιζα και απελπισμένος ρωτούσα τον Θεό αν υ­πάρχει. Τον καλούσα να μου δώσει κάποια σημάδια εσωτερικά. Πήγαινα και στην εκ­κλησία, στην Αγία Ζώνη, και άκουγα ένα φλογερό άνθρωπο, τον Γεώργιο Παυλίδη, να μας μεταφέρει τον πόνο και την οδύνη από το αλβανικό μέτωπο. Πού να φαντα­στώ ότι κάποτε θα βάδιζα και εγώ σε εκείνα τα βουνά!

Τελείωσα πρώτος το Γυμνάσιο (με 19 και 9/11) το 1947 και όλοι νόμιζαν ότι θα συνε­χίσω στο Πολυτεχνείο. Πήγα στη θεολογι­κή Σχολή. Ταίριαζε με τους προβληματισμούς μου και την ανάγκη για προσφορά σε μία ταραγμένη κοινωνία στην αυγή της νέας εποχής. Δεν σκεφτόμουν τον εαυτό μου στο ράσο. Τον ήθελα ελεύθερο ανάμεσα στους νέους. Αλλά πριν από όλα αυτό, ήρθε ο στρατός…»

—Τώρα, που τα βλέπετε από απόσταση, ο στρατός δεν σας θυμίζει κάπως την εκκλη­σία; Έχει ιεραρχία, κανόνες απαιτεί πει­θαρχία;

anastasios4_120«Οι διαφορές τους είναι περισσότερες α­πό τις ομοιότητες, αλλά, τέλος πάντων, στο στρατό είσαι λίγο πιο ελεύθερος γιατί μπο­ρείς να φύγεις όποτε θέλεις. Εγώ, λοιπόν, πήγα στη Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών Ει­δικοτήτων, στη Σύρο. Αργότερα έγινα αρχη­γός της Σχολής Διαβιβάσεων και όλοι απο­ρούσαν πώς ένας θεολόγος κατάφερε να γί­νει αρχηγός! Την ίδια εποχή, στην επόμενη σειρά, ήταν και ο κ. Μολυβιάτης, ο νυν υπουργός Εξωτερικών».

—Κάνατε καψώνια στους νέους; Ρίχνατε φυλακές;

anastasios5_120«Όχι! Και αυτό ήταν το παράπονο της σειράς μου. Όταν ήθελαν να κάνουν σκλη­ρά καψώνια στους νεότερους εγώ τους στα­ματούσα και παρεπονούντο ότι δεν τους ά­φηνα να ξεσπάσουν για όσα είχαν υποφέ­ρει από την προηγούμενη σειρά. Ακόμα και στο στρατό, όταν διοικείς με αγάπη και σέ­βεσαι τον άλλον, τελικά πείθεις. Δεν βλέπω τα χρόνια του στρατού ως χαμένα, αλλά ως άσκηση για ωριμότητα. Έμαθα πολλά πράγ­ματα. Μας μιλούσαν για εκτίμηση τακτικής καταστάσεως. Ε, ήταν κάτι που το θυμήθη­κα και το εφήρμοσα στην Αλβανία».

Εφυγε και ο στρατός

«Το 1960 χειροτονήθηκα διάκονος και λίγο αργότερα πήγα, ως εκπρόσωπος της Εκκλησίας της Ελλάδος σέ ένα διαχριστιανικό συνέδριο και στη συνέχεια στη ζούγκλα του Μεξικού, για να παρακολουθήσω ιερα­ποστολές. Γύρισα αποφασισμένος να κάνω κάτι για την Αφρική. Τον Μάιο του 1964 χει­ροτονήθηκα πρεσβύτερος και το ίδιο από­γευμα έφυγα για την Αφρική».

—Το 1964 ανήκει σε μία ταραγμένη περίο­δο για τα ελληνικά πολιτικά πράγματα. Εσείς πώς τα παρακολουθείτε όλα αυτά;

«Όπως σας είπα, εγώ εκείνη την εποχή ταξίδευα. Γενικά, δεν παρακολουθούσαμε τα πολιτικά. Είχαμε απορροφηθεί από δικές μας κινήσεις με διαφορετικό τρόπο σκέψεως. Ήταν ένας άλλος, ένας παρόλληλος κόσμος».

—Καζαντζάκη διαβάζατε τότε; Συμφωνούσατε με τις αντιδράσεις της Εκκλησίας για το έργο του;

«Φυσικά και διάβαζα και μάλιστα αρκε­τά! Ηταν ένας δυναμικός συγγραφέας που εξέφραζε τις πεποιθήσεις του με δυνατά μυ­θιστορήματα, όπως «ο Χριστός ξανασταυρώνεται», αλλά, απλώς, δεν άλλαξε τις πεποιθήσεις μου».

—Αθλητικά παρακολουθούσατε; Ποια ο­μάδα υποστηρίζατε τότε;

«Ε, φυσικά τον Ολυμπιακό, ως Πειραιώ­της. Αλλά, για να πω την αλήθεια, εγώ αγα­πούσα ιδιαίτερα το βόλεϊ, το σκάκι και το πινγκ πονγκ. Ήμουν φίλαθλος του Ολυμπια­κού, αλλά μετά, στην Αθήνα, έπρεπε να κά­νω συμβιβασμούς».

—Και οι σχέσεις σας με τις γυναίκες. Είχατε ερωτευτεί;

anastasios6_120«Μέχρι να γίνω κληρικός αισθάνθηκα ό­τι κάποιες κοπέλες ήταν πραγματικά πολύ κοντά μου. Αλλά όταν έγινα κληρικός διάλε­ξα άλλο δρόμο. Ο δρόμος της αγάπης προς ένα πρόσωπο είναι ευλογημένος και οδηγεί στη διαιώνιση της ζωής. Αλλά ο ρόλος μου πλέον ήταν να αγαπώ όλον τον κόσμο».

—Η Εκκλησία, όμως, θα πρέπει να το πα­ραδεχθείτε, στέκεται με άρνηση ή, καλύτερα με επιφύλαξη απέναντι στη χαρά του έρωτα

«Η Εκκλησία θέτει κάποιους περιορισμούς που πρέπει να βάλεις στον εαυτό σου για να είσαι υπεύθυνος. Έχει χαθεί ο έρωτας που έχει πιστότητα, έχει γίνει βιαστικός. Πού είσαι, α­γάπη, που σε χάσαμε στον ερωτισμό και πού είσαι, έρωτα, που σε χάσαμε στο σεξ».

—Ντύνεστε, λοιπόν, το ράσο, φεύγετε για την Αφρική. Εκεί σας υποδέχεται η ελονο­σία και σας βγάζει εκτός πορείας. Μα, δεν ζητήσατε τότε λογαριασμό από τον Θεό; Δεν είπατε ένα απελπισμένο «Γιατί, Θεέ μου, να συμβεί αυτό;»;

anastasios7_120«Θυμάμαι την προσευχή μου: “Θεέ μου, μπορεί να έχεις πολλές επιφυλάξεις για μένα, αλλά ξέρεις ότι προσπάθησα να σε αγαπή­σω”. Κοιμήθηκα και την άλλη μέρα ξύπνησα καλά – η ελονοσία, βλέπετε, είναι μια ασθέ­νεια με σκαμπανεβάσματα. Με έσωσαν στη Γενεύη, όπου ήξεραν τη θεραπεία, Η Αφρική αρχίζει να απομακρύνεται, αλλά με πλησιά­ζει η διανόηση. Φεύγω, λοιπόν, για τη Γερ­μανία, γιά μεταπτυχιακές σπουδές στη θρησκειολογία, όπου μένω μέχρι το 1969».

—Αρα η δικτατορία και η αλλαγή, με τον Ιε­ρώνυμο στην κεφαλή της Εκκλησίας, σας βρίσκει μακριά από τις εξελίξεις

«Όχι και τόσο. Ο Ιερώνυμος με γνώριζε και με εκτιμούσε. Με κάλεσε στην Ελλάδα για να μου προτείνει την ανάληψη μιας μη­τροπόλεως και ενός συντονιστικού ρόλου στην Εκκλησία. Αρνήθηκα…….

 

 

 

‪Μήνυμα Χριστουγέννων 2009 Αρχιεπισκόπου Αναστάσιου‬

Πηγή: Άπαντα Ορθοδοξίας