ΒΟΓΑΤΣΙΚΟ ΚΑΣΤΟΡΙΑΣ:Η ΓΥΝΑΙΚΕΙΑ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΗ ΕΝΔΥΜΑΣΙΑ

Κάθε περιοχή ξεχώριζε με την τοπική της ενδυμασία η οποία διαμορφώθηκε σύμφωνα με τις κλιματολογικές συνθήκες του κάθε τόπου, το καλλιτεχνικό αισθητήριο με το οποίο τις διακοσμούσαν, την οικονομική τους κατάσταση, το επάγγελμα και την κοινωνική τους τάξη.

Διακρίνουμε τρεις τύπους φορεσιάς στο βορειοελλαδικό χώρο: α) τη φορεσιά όπου το βασικό της ένδυμα είναι το πουκάμισο που καλύπτεται με το φουστάνι, β) τους επενδύτες και τις ποδιές, και γ) ένα ενδιάμεσο τρίτο τύπο όπου το πουκάμισο καλύπτεται με το καβάδι.

   Η γυναικεία φορεσιά παρουσιάζει μεγαλύτερη ποικιλία και πλουσιότερο διάκοσμο από την ανδρική (σ’ αυτό συνέτεινε η έμφυτη γυναικεία φιλαρέσκεια) .

Τα ενδύματα του Βογατσικού, ανδρικά και γυναικεία, ήταν λιτά στη μορφή, με αυστηρή γραμμή, προσαρμοσμένα στις κλιματολογικές συνθήκες του βουνίσιου τοπίου και στις ασχολίες των κατοίκων.

   Οι γυναίκες φορούσαν το υφαντό πουκάμισο,που συνοδευόταν από το καβάδι, το πεστιμάλι (ποδιά), την καλιμκεριά (κεφαλοκάλυμμα) και το κοντογούνι (γούνινος επενδύτης).

Οι άνδρες φορούσαν και αυτοί υφαντό πουκάμισο, φαρδύ παντελόνι (πουτούρι), ντουλαμά (είδος επενδύτη) και τη γούνα.

Η κατασκευή ορισμένων ενδυμάτων γινόταν από τις γυναίκες του σπιτιού, οι οποίες ύφαιναν στον αργαλειό τα πουκάμισα (ανδρικά και γυναικεία), και τα χονδρά μάλλινα υφάσματα

τα οποία χρησιμοποιούνταν για την κατασκευή των ανδρικών ενδυμάτων.

   Στα νυχτέρια της βαρυχειμωνιάς, οι γυναίκες έπλεκαν τις μπιμπίλες (δαντέλες), που διακο σμούσαν

τα υφαντά πουκάμισα, και τις κάλτσες συμβάλλοντας έτσι στην οικιακή οικονομία.

   Οι βαριές φλοκιαστές κάπες, τα καβάδια και οι πόλκες ράβονταν από ειδικούς τεχνίτες, οι οποίοι γύριζαν στα χωριά και έραβαν τα ρούχα των

κατοίκων της περιοχής.

   Στα τέλη του 170υ αιώνα, το Βογατσικό εξελίχθηκε σε κεφαλοχώρι και αστικοποιήθηκε. Οι περισσότεροι κάτοικοι εντάχθηκαν σε επαγγελματικές ομάδες (ισνάφια) και άρχισαν τις εμπορικές

συναλλαγές με την Κωνσταντινούπολη και τη Μολδοβαχία. Μικρό ποσοστό του πληθυσμού παρέμεινε τη γεωργία και στην κτηνοτροφία.

   Η εξέλιξη αυτή, όπως ήταν φυσικό, είχε επίδραση στην ενδυμασία των κατοίκων, η οποία από ορεινή διαφοροποιήθηκε σε αστική. Οι ξενιτεμένοι δωρίζουν στους οικείους τους

πολύχρωμα μεταξωτά μαντίλια φερμένα από τη Βιέννη και τη Βλαχιά, λουλουδάτες μεταξωτές ποδιές, κομψά υποδήματα. Οι ευπορότεροι διαθέτουν χρήματα για να παραγγείλουν δύο ή και

περισσότερες χρυσοκέντητες πόλκες, γούνες και κοντογούνια. Η αλλαγή στη γυναικεία φορεσιά ολοκληρώνεται με την καθιέρωση του μεταξωτού φουστανιού, τύπου Αμαλίας, στολισμένου

με βελούδα. Η φορεσιά αυτή φορέθηκε μέχρι το 1940.Ως προς την ανδρική φορεσιά, οι ντουλαμάδες παρέμειναν μέχρι το 1912 και μόνο για όσουςκατοικούσαν στο Βογατσικό. Οι υπόλοιποι

φορούσαν ήδη «ευρωπα·ίκά», ανάλογα με τη μόδα που επικρατούσε στη χώρα στην οποία ξενιτεύονταν.



Από το Βιβλίο «Η ενδυμασία και η υφαντική στο Βογατσικό»
της Αγνής Παντ.Σταυρίδου

Ακολουθεί απόσπασμα του βιβλίου για την Γυναικεία Ενδυμασία του Βογατσικού 
 
 

Η ΓΥΝΑΙΚΕΙΑ ΕΝΔΥΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΒΟΓΑΤΣΙΚΟΥ