Μένουμε Σπίτι Tv Ο Αποχαιρετισμός της Πασχαλιάς στον Άγιο Κοσμά Γρεβενών (20/4/2020)

Στο χωριό μας παλαιότερα, την εβδομάδα μετά το Πάσχα, γινόταν η Θεία Λειτουργία κάθε μέρα και σε διαφορετική εκκλησία Τη Δευτέρα του Πάσχα στον Άγιο Αθανάσιο, την Τρίτη στον Άγιο Κοσμά, την Τετάρτη στον μικρό Άγιο Αθανασίου, την Πέμπτη πήγαιναν στο εξωκκλήσι του Αγίου Νικολάου και την Παρασκευή στην Αγία Παρασκευή.
Μετά το τέλος της Θείας Λειτουργίας στο προαύλιο της κάθε εκκλησίας, οι γυναίκες του χωριού, όλες μαζί, πιάνανε το χορό και τραγουδούσαν τα Πασχαλιάτικα τραγούδια, μέχρι το μεσημέρι που μαζευόταν στο σπίτι όλη η οικογένεια και τρώγανε μαζί. Το απόγευμα και μέχρι αργά το βράδυ, μαζευόταν και πάλι στην πλατεία, συνεχίζοντας να τραγουδούν και να χορεύουν τα Πασχαλιάτικα τραγούδια, και τις περισσότερες φορές ακολουθούσε γλέντι με τοπικές ορχήστρες. Λέγετε ότι, αυτή την εβδομάδα,
δεν δούλευε κανείς, μόνο διασκέδαζαν.

Τώρα Μαγιά τώρα δροσιά, τώρα το καλοκαίρι, τα ίτσια, τα ίτσια.
Τώρα φυτρώνουν τα κλαδιά και λουλουδιάζει ο τόπος, τα ίτσια τα λουλούδια.

Όμως το αποκορύφωμα βέβαια, ήταν την Κυριακή του Θωμά. Το απόγευμα κατά τις πέντε η ώρα, βγαίνανε όλοι στην πλατεία, για να αποχαιρετήσουν την Πασχαλιά. Οι γυναίκες πιάνανε το χορό ξεκινώντας από την πλατεία πιασμένες μ’ αυτό τον ιδιαίτερο και ξεχωριστό τρόπο, «σταυρωτά», κάνοντας το διπλό χορό τραγουδούσαν και χόρευαν όλοι τους, τα τραγούδια του αποχαιρετισμού της Πασχαλιάς, σ’ όλους στους δρόμους του χωριού και καταλήγανε ξανά στην πλατεία. Οι πιο νέοι και τα παιδιά, επιδίδονταν σε διάφορα αγωνίσματα, όπως «ρίξ’ μου σ’ τρεις» (άλμα εις τριπλούν), πάλεμα (πάλη) και τρέξιμο, έτσι απλά για να «ζορίζει» ο νικητής τον ηττημένο.
Η γιορτή, η διασκέδαση κρατούσε μέχρι αργά το βράδυ. Αυτή τη φορά, το τραγούδι και ο χορός, είχε ένα ιδιαίτερο πάθος, πιο μεγάλο, αποχαιρετώντας έτσι την Πασχαλιά. Γιατί ξέρανε την άλλη μέρα, τη Δευτέρα του Θωμά, οι γυναίκες θα γύριζαν στα χωράφια, ο ξένος θα έφευγε για τα ξένα, τα μαστόρια θα φεύγανε, αυτοί, άλλοι για τη Θεσσαλία, άλλοι για τη Στερεά Ελλάδα και για την Πελοπόννησο. Όλο αυτό το σκηνικό, όλα τα συναισθήματα και τελικά η ίδια τους η ζωή, λες και καταγράφεται σ’ αυτά τα τραγούδια που λέγανε:

«Για πιάστε τα δικέλλια, ήρθε η Δευτέρα»

Και σκωπτικά:

«Γυναίκες, κορίτσια, τον άντρα μου πουλώ.
Για δε μι φέρ’ παπούτσια, για ταύτου τον πουλώ»

Τα Πασχαλιάτικα τραγούδια είναι και σαν ένα κάλεσμα των προσφιλών τους ανθρώπων που έφυγαν, ένα κάλεσμα των νεκρών, όχι όμως σ’ εκείνο ύφος των μοιρολογιών, αλλά τους εμπλέκουν κι’ αυτούς με τα λουλούδια, με τη φύση με την Ανάσταση. Τραγούδια που υμνούνε την Ανάσταση, την άνοιξη, τη φύση, τα λουλούδια και όλα με τον ίδιο καημό, το ίδιο φινάλε, τον ίδιο πόνο, στους τελευταίους στίχους τους: τον καημό του αποχωρισμού παρόντων και απόντων.

ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΟΥ ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΞΕΝΙΤΙΑΣ

Διπλό χορό χορεύουμε, διπλά τραγούδια λέμε,
Με το καλό ήρθες Πασχαλιά, με το καλό μας φεύγεις.
Με το καλό να ξαναρθείς, θα σε καλοδεχτούμε.

Οι δύο άγιοι μάλωναν, Αι Γιώργης κι’ Άι Δημήτρης.
Αι Γιώργη, Αι Γιώργη Βούλγαρε και σκορποφαμιλιάρη,
εγώ σμαζεύω φαμιλιές και συ μου τις χωρίζεις
εγώ σμαζώνω πρόβατα και συ μου τα χωρίζεις.
Εγώ σμαζεύω αντρόγυνα κι’ εσύ μου τα χωρίζεις.

Ανάθημα σου ξενιτιά και συ και τα λεφτά σου,
μας παίρνεις τα παιδιά και τα κρατάς κοντά σου.
Βγάλτε τα καινούρια, ντύστε τα τζιρτζέλια.
Ήρθε η δευτέρα, πάρτε τα δικέλλια.
Πάρτε τα δικέλλια, σύρτε και στ’ αμπέλια.

Κορίτσια, γυναίκες, τον άνδρα μου πουλώ,
Για δε με φέρν’ φουστάνι, για ταύτου τουν πουλώ.
Κορίτσια, γυναίκες, τον άνδρα μου πουλώ,
Για δε με φέρν’ παπούτσια, για ταύτου τουν πουλώ.
Κορίτσια, γυναίκες, τον άνδρα μου πουλώ,
Ένα μπιμπίλ’ τον δίνω κι’ όποια θέλει ας τον πάρει.
Κορίτσια, γυναίκες, τον άνδρα μου πουλώ,
Για μία πλέχτρα σκόρδα και άλλη μια κρεμμύδια.

Τώρα Μαγιά τώρα δροσιά, τα ίτσα τα ίτσα,
τώρα το καλοκαίρι, τα ίτσια τα λουλούδια.
Τώρα π’ ανθίζουν τα κλαδιά και λουλουδίζει ο κάμπος,
Τώρα και ο ξένος βόλισε, στον τόπο του να πάει, τα ίτσα τα ίτσα.
Νύχτα σελώνει τ’ άλογο, τα ίτσα τα ίτσα, νύχτα το καβαλικεύει.
Βάζει τα πέταλα χρυσά, τα ίτσια τα ίτσια,
καρφιά μαλαματένια, τα ίτσια τα λουλούδια
και τα καλιγόκαρφα, χρυσά μαλαματένια.

δ) Το καψάλισμα των μαστόρων (η αναχώρηση – Ο αποχαιρετισμός της Πασχαλιάς))

Οι μαστόροι έφευγαν από το χωριό μας την Άνοιξη, κυρίως μετά το Πάσχα, παρέες-παρέες με τα ζώα τους, αλλά και τις πιο πολλές φορές, αν οι αποστάσεις ήταν κοντινές και πεζοί. Το καψάλισμα των μαστόρων, ήταν ίσως από τα πιο σημαντικά γεγονότα, όχι μόνο για τη ζωή τους, αλλά και για το χωριό. Από τη μια μεριά, αποχωρίζονταν τους δικούς τους, τα παιδιά τους, τις γυναίκες τους, απ’ την άλλη, είχαν την αγωνία και την αβεβαιότητα, που θα πάνε και αν θα βρουν δουλειά. Βέβαια οι συμφωνίες κλείνονταν από πιο νωρίς, μπορεί και από την προηγούμενη χρονιά, σε πιο τόπο θα πάνε, παρ’ όλα αυτά, δεν ξέρανε τι θα αντιμετωπίσουν εκεί που πάνε. Από αυτούς, μερικοί θα γύριζαν το καλοκαίρι, για το πανηγύρι του χωριού. Οι περισσότεροι όμως θα γύριζαν το Φθινόπωρο, τον Αι- Δημήτρη, να ξεχειμωνιάσουν στο χωριό και να ξαναφύγουν και πάλι την Άνοιξη. Από βραδύς, στα σπίτια των μαστόρων που θα έφευγαν, στρωνόταν μεγάλο τραπέζι με την οικογένεια όλη, ερχόταν και άλλοι συγγενείς και γινόταν ένα μικρό γλέντι. Με το χάραμα, συγκεντρωνόταν όλοι στην πλατεία για να πάρουν το δρόμο. Οι συγγενείς τους, αλλά και όλοι οι χωριανοί που θα μένανε στο χωριό, τους «ξεπροβοδούσαν», τους συνόδευαν μέχρι το εκκλησάκι της Αγίας Τριάδας, δύο περίπου χιλιόμετρα από το χωριό. Εκεί ήταν το δικό μας «κλαψόδεντρο», ένα μεγάλο δέντρο, που όλα αυτά τα χρόνια έστεκε εκεί για να βλέπει τον αποχωρισμό των μαστόρων από τους δικούς του και τις οικογένειες τους. Μετά το ξεπροβόδισμα, οι γυναίκες γυρνώντας πίσω, έκοβαν μερικά κλαδιά από το δέντρο και τα βάζανε στην εξώπορτα (ίσως μέχρι να μαραθούν να ξανάρθουν).