ΒΑΛΑΑΔΕΣ ΤΗΣ ΑΝΑΣΕΛΙΤΣΑΣ

 

 

Μετά την απελευθέρωση της Μακεδονίας από τους Τούρκους το 1912, οι Βαλαάδες ήταν υπήκοοι του Ελληνικού Κράτους. Τα χωριά εξακολουθούσαν να είναι όπως πρώτα, αμιγή μωαμεθανικά ή μικτά. Στην αυτοδιοίκηση των Κοινοτήτων συμμετείχαν τό­σο οι Έλληνες όσο και οι Βαλαάδες. Ενδεικτικά στο Τσοτύλι η σύνθεση του Δημοτικού Συμβουλίου στις 2 Απριλίου 1920 ήταν : Δήμαρχος Γ. Πανταζόπουλος Σύμβουλοι οι : Κώτας Φλιώνης, Κων/νος Ραγκαζάς, I. Λιόλιος, Δ. Πινέτας, Χασάν Ζεκίρ και Τεφήκ Ισλάμ, κλητήρας ο μουσουλμάνος Ισμαήλ Ιμπραήμ.

Τη ζωή των Βαλαάδων στην Ελληνική Μακεδονί­α, περιγράφει ο Ισά Ερόλ, που γεννήθηκε στο Λαμπάνοβο (Σήμαντρο) το 1920 και έζησε όλη τη ζωή του στη Συλημβρία, μία παραθαλάσσια πόλη της Ευρωπαϊκής Τουρκίας. Η πρώτη του γλώσσα και η γλώσ­σα που μιλούσαν οι γονείς του ήταν ελληνικά.

Δεν θυμόταν την Ελλάδα, πέρασε όλη τη ζωή του προσπαθώντας να καταλάβει τις διηγήσεις των γονιών του και να αναζητήσει την προέλευση των μουσουλ­μανικών πληθυσμών της Ελληνικής Μακεδονίας. Λέει ο Ερόλ : » Το χωριό μας ήταν μεικτό – ορθόδοξοι και μουσουλμάνοι- αλλά μιλούσαν όλοι Ελληνικά. Η μη­τέρα μου ήταν από μια μεγαλύτερη πόλη, το Νασλίκ, που σήμερα είναι γνωστό ως Νεάπολη, και γι’αυτό μι­λούσε και τουρκικά. Για τον πατέρα μου όμως, όπως και για τους περισσότερους χωριανούς τα ελληνικά ήταν η μόνη γλώσσα που ήξεραν. Όταν στην περιο­χή μας υπήρχε ειρήνη, ο πατέρας μου είχε πολύ κα­λές σχέσεις με τους Έλληνες. Ζούσαμε σ’ ένα δίπα­το σπίτι από πέτρα και τριγύρω ένα κτήμα με ζώα και οπωροφόρα δέντρα, που μας προμήθευαν ό,τι χρεια­ζόμασταν. Τα μόνα πράγματα που ψωνίζαμε από την πόλη ήταν ζάχαρη, αλάτι, κεριά και καύσιμα για τις λάμπες», ο Ισά Ερόλ αναρωτιέται γιατί έγινε η ανταλ­λαγή και τι σημαίνει για την εθνική τους ταυτότητα και τις πολιτιστικές ρίζες. Αναζητεί απαντήσεις στα ερωτήματά του, όπως και πολλοί άλλοι σαν αυτόν. Μελετώντας την ιστορία της Οθωμανικής κατοχής στα Βαλκάνια , επίκεντρρο των αναζητήσεων τους είναι η προέλευση τους. Πιστεύουν και έχουν την κρυφή ελπίδα ότι κατάγονται από τους Τούρκους που έφθα­σαν στα Βαλκάνια μετά την κατάκτηση τους και όχι από τους χριστιανούς, που άσχετα με την εθνικότητά τους και τη γλώσσα, ασπάστηκαν το Ισλάμ. Αλλά, όπως γράφει ο Bruce Clark, καμιά μουσουλμανική οι­κογένεια της Μακεδονίας δεν μπορεί να πει με σιγου­ριά ότι ποτέ δεν είχε χριστιανούς προγόνους. Και συ­νεχίζει ο Clark:» ο Τουρκικός πατριωτισμός είναι τό­σο συγκεντρωτικός που έχει την τάση να παραμερί­ζει κάθε άλλη ταυτότητα. Άνθρωποι διαφόρων ε­θνικοτήτων έγινα δεκτοί σαν ισότιμοι Τούρκοι πολί­τες με μόνη προϋπόθεση να μιλούν την τουρκική γλώσσα και να σέβονται τους τουρκικούς νό­μους      Αν κάποιος αποκτά το προνόμιο να λέγε­ται Τούρκος, η προηγούμενη ζωή του ακυρώνεται ή δεν έχει σημασία… Έτσι για τους Τούρκους πολίτες της Μακεδονίας, δεν είναι εύκολο να παραδεχθούν το γεγονός ότι είναι σημαντικό κομμάτι της πολιτιστι­κής τους ταυτότητας βρισκόταν εκτός του Τουρκικού κόσμου.»

Στις 30 Ιανουαρίου του 1923 στη Λωζάνη υπογρά­φτηκε η σύμβαση ανταλλαγής των πληθυσμών με­ταξύ Ελλάδας και Τουρκίας. Η ανταλλαγή έγινε βάση θρησκεύματος και όχι βάση γλώσσας. Στο συνέδριο αυτό αποφασίσθηκε να ερωτηθούν οι ίδιοι οι Βαλαά­δες αν θέλουν να παραμείνουν στην Ελλάδα ή να φύγουν στην Τουρκία. Σ’ όλα τα χωριά συγκεντρώ­θηκαν οι άνδρες στα τζαμιά και αποφάσισαν ότι ήθε­λαν να παραμείνουν στην Ελλάδα. Κάθε χωριό έστει­λε μια τριμελή επιτροπή να τηλεγραφίσει την απά­ντηση. Όταν οι επιτροπές έφθασαν στη Νεάπολη, συ­νάντησαν τους μπέηδες που ήταν υπέρ της ανταλ­λαγής, γιατί η τουρκική προπαγάνδα είχε βεβαιώσει τους μπέηδες ότι στην Τουρκία θα τους έδιναν μεγά­λα κτήματα και δημόσιες θέσεις. Έτσι άρχισαν την προπαγάνδα, γύρισαν τα μυαλά των επιτροπών και τάχθηκαν υπέρ της ανταλλαγής. Στους χωριανούς που περίμεναν την επιστροφή τους είπαν : «οι μπέ­ηδες μας πήραν στου λιμό τ’ς». Οι Βαλαάδες ήταν πάλι θύματα της παροιμιώδους αφέλειας και ευπιστί­ας τους. Η επιθυμία τους να μείνουν στην Ελλάδα φαίνεται από την αίτηση που υπέβαλε ο Μιχαήλ Καρανικόλας, κάτοικος Κωστάντσικου (Αυγερινού) στο Νομάρχη με θέμα την παραμονή του οθωμανού Νούζα Ζινέλ και ημερομηνία 13 – 1 – 1925. 0 Νούλα Ζινέλ (25 χρόνων) συνόδευσε την οικογένειά του μέ­χρι την Τσατάλτζα, αλλά δεν θέλησε να παραμείνει εκεί, έτσι δραπέτευσε και γύρισε στην Ελλάδα, στον Μ. Καρανικόλα, του οποίου ήταν υπάλληλος. Στις 8 Ιουλίου 1924 ο Νομάρχης Κοζάνης διατάζει να εξα­ναγκάσουν τον Ιμπρήμ Εμίν να φύγει για την Τουρκί­α , από χωριό της Καστοριάς που παρέμεινε σαν βο­σκός. Ο Εμίν ήταν κάτοικος της σημερινής Πλατα­νιάς.

Εξαιρέθηκαν από την ανταλλαγή οι μουσουλμά­νοι αλβανικής καταγωγής : Ριζά Χουρσί, Ταπή Βέης, Εκρέμ Βέης, Εκρέμ Βελή, Ουπή Βέης κάτοικοι Λειψίστας,και του φιλέλληνα Καπλάν Μπεκίρ Μεχμέτ Καραμουράτ Πάντος του Βαίπες Γρεβενών.

Στην Ανασελίτσα οι πρώτοι πρόσφυγες ήρθαν α­πό τη Μικρά Ασία και Θράκη το 1914, έμειναν μέχρι το 1918 και επέστρεψαν στην πατρίδα τους. Τέλος του 1923 αρχές του 1924, οι Έλληνες πρόσφυγες έφθασαν στην Ανασελίτσα και τότε συνέβη ένα από τα πιο αλλόκοτα επεισόδια της ιστορίας του πολέμου και της ειρήνης. Σπίτια, ιδιοκτησίες και χωράφια έ­πρεπε να μοιρασθούν μεταξύ των αφιχθέντων από την εμπόλεμη Ανατολία και των μουσουλμάνων που περίμεναν να απελαθούν στην Τουρκία. Τμήματα των περιουσιών επιτάσσονταν χωρίς οι ιδιοκτήτες τους να μπορούν να διαμαρτυρηθούν και δινόταν στους χρι­στιανούς που βρισκόταν σε μεγάλη φτώχεια, αφού είχαν εγκαταλείψει μια άνετη ζωή στην Ανατολία και λαχταρούσαν να ξαναρχίσουν φυσιολογικά. Όμως πολλοί άνθρωποι παρά την αναγκαστική συμβίωση με την «άλλη πλευρά» διατηρούν τις καλύτερες ε­ντυπώσεις εκείνης της εποχής. Αμέτρητοι πρόσφυ­γες, κυρίως γυναίκες, διατηρούν αναμνήσεις από φι­λίες αυτής της εποχής. Στο κέντρο όλου αυτού του προβλήματος υπήρχε ένα παράδοξο, πολλοί Έλλη­νες πολίτες μιλούσαν μόνον τουρκικά και όλοι οι Τούρκοι πολίτες μόνο ελληνικά. Στα καφενεία πολ­λών χωριών της Ανασελίτσας και των Γρεβενών η καθομιλουμένη των καφενείων άλλαζε από τα ελληνικά στα τουρκικά, όταν έφυγαν οι Ελληνόφωνοι Τούρκοι και ήρθαν οι Τουρκόφωνοι Έλληνες.

Οι Βαλαάδες της Ανανασελίτσας και των Γρεβε­νών έφυγαν για την Τουρκία, άλλοι το 1924 και άλ­λοι το 1925. οι γεροντότεροι κάτοικοι της περιοχής θυμούνται ακόμη τους θρήνους και την λύπη των Βαλαάδων κατά την αναχώρησή των από τη Δυτ. Μακεδονία. Ο Ζαχ. Δρόσος ήταν μαθητής Γυμνασίου, όταν φύγανε οι Βαλαάδες από την Ελλάδα, θυμάται και χρόνια αργότερα γράφει : » ο μικρότερος αδελ­φός μου ποτέ δεν ξεχνάει τα λόγια της θείας :

Οι Τούρκοι, κοίταξε πως φεύγουν, κοίταξε για να τους θυμάσαι

Θα φύγει θεία και ο Κάρης και ο Φέξος ;

Ναι, παιδί μου, κανένας δεν θα μείνει

Και τα μάτια της θείας παρακολουθούσαν με πα­ράπονο το μακρύ μπουλούκι, που προχωρούσε προς την Κιβωτό».

Οι Βαλαάδες είχαν ένα αίσθημα ξεριζωμού από τις πατρογονικές τους εστίες που διατήρησαν όλη τους τη ζωή. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση ενός Βαλαά εγκατεστημένου στην Κων/πολη ο οποίος το 1960 έλεγε :» Αχ, οι αθιόφουβ’ μας γέλασαν του 24 και μας ξεσπίτουσαν ‘απού’μ πατρίδα «.

Οι Βαλαάδες αναχώρησαν για μια νέα άγνωστη χώ­ρα, η οποία ήθελε να τους δεχθεί, ενώ η χώρα στην οποία ανήκαν ήταν αποφασισμένη να τους διώξει. Φόρτωσαν όλα τα υπάρχοντά τους, πήραν μαζί τους όσα ζώα μπορούσαν, και το καραβάνι τους ξεκίνησε για τη Θεσσαλονίκη. Σε μερικές περιπτώσεις η μετακίνησή τους γινόταν με φορτηγά ή τρένο, με πολυή­μερες στάσεις στην Κοζάνη ή τη Βέροια. Η έξοδος των Τούρκων από την Ελλάδα έγινε με τη βοήθεια της νέας τους πατρίδας. Η συνθήκη της Λωζάνης εί­χε φροντίσει να γίνει μια μεικτή επιτροπή Τούρκων, Ελλήνων και ουδετέρων που θα επόπτευαν την α­νταλλαγή των πληθυσμών. Οι Τούρκοι της επιτρο­πής και η ερυθρά ημισέληνος (αντίστοιχη του Ελλη­νικού Ερυθρού Σταυρού) είχαν την ευθύνη των μου­σουλμάνων της Ελλάδας και τη μεταφορά τους στην Τουρκία. Ο Κεμάλ Ατατούρκ και η νεαρή Τουρκική Δη­μοκρατία ήταν οι εγγυητές της ασφάλειας και της ευ­ημερίας στη νέα τους πατρίδα. Αυτοί έπρεπε, σε α­νταπόδοση, να ενσωματωθούν με τους άλλους πο­λίτες της χώρας. Ήταν πολύ ενοχλητικό για τους Βα­λαάδες να τους θυμίζουν ότι μιλούν άλλη γλώσσα, ότι γεννήθηκαν σε άλλη χώρα και να παραδεχθούν ότι δεν περνούσαν καλά στην παλιά τους πατρίδα. Ένας άνθρωπος που έχει παλέψει με τα διλήμματα αυτά και σαν άτομο και σαν κρατικός αξιωματούχος (πρώην υπουργός), είναι ο Τουρχάν Ταγιάν. Οι γο­νείς του ήταν Βαλαάδες από την Κιβωτό Γρεβενών και ο Τουρχάν Ταγιάν που έκανε επίσκεψη μνήμης στην πατρίδα των γονιών του, όταν οι ελληνοτουρ­κικές σχέσεις άρχισαν να καλυτερεύουν, γράφει : » Οι γονείς μου είχαν ένα μεγάλο σπίτι με αυλή, άλογο και υπηρέτες, αλλά τώρα, όπως ανακάλυψα, στο ση­μείο που ήταν κάποτε το σπίτι, έχει μείνει ένας σω­ρός από πέτρες. Αισθάνθηκα μέσα μου ένα βάρος και έσκυψα να μαζέψω λίγο χώμα.,.Ό πατέρας μου ήθελε τόσον να ξαναδεί το μέρος. Οι τάφοι μας εί­χαν καταστραφεί και έτσι απλώς προσευχήθηκα για όλους που είχαν πεθάνει, πριν γίνει η ανταλλαγή».

Πολλοί από τους απογόνους των Βαλαάδων ζουν σήμερα σε διάφορα μέρη της Τουρκίας, όπως Kumburgaz, Buyuk Cekmece, Catalca κ.α. και εξακο­λουθούν να μιλούν ελληνικά, με προφορά Δυτ. Μακεδονίας. Ενδεικτικό είναι ότι αποκαλούν τη γλώσσα τους «ρουμέϊκα». Ο Κεμάλ Γιαλτσίν στο βιβλίο του «Μια προίκα αμανάτι» μας αποκαλύπτει με πολύ αν­θρωπιά, την τύχη των 120 οικογενειών βαλαάδων από τα Ανάβρυτα και το Κάστρο Γρεβενών, που ακο­λούθησαν την ανταλλαγή.

Ο γέρο Αμπμπας ο Καστριώτης, αφηγείται στο Γιαλ­τσίν : «Νοικιάσαμε ζώα, πρώτα πήγαμε στην Καρα φέρεια (Βέροια) από κει στη Σαλονίκη και από τη Σαλονίκη ήρθαμε στη Σμύρνη. Στη Σμύρνη μείναμε δυο βδομάδες σε παράγκες.

Όσους έρχονταν τους μοίραζαν σε ομάδες κατά χωριό. Τους Καστριώτες και τους Βρασνιώτες (Ανάβρυτα) μας έστειλαν στο Χονάζ. (Το Χονάζ ήταν έ­νας τόπος που έμοιαζε πολύ με την παλιά τους πα­τρίδα, την περιοχή Γρεβενών.) συνεχίζει: «Όταν φθά­σαμε στο Χονάζ δεν είχε απομείνει ελληνικό σπίτι που να μοιάζει με σπίτι, όλα είχαν λεηλατηθεί και καταστραφεί από τους ντόπιους Τούρκους». Ο Αμπαμπάς Μπαρούτ λέει: «Πεθύμισα πολύ την πατρίδα μου, το χωριό μου, το Κάστρο. Το 1970 πήγα με ένα φίλο μου, το χωριό είχε γκρεμιστεί. Βρήκαμε τα παι­διά του αγά που δούλεψα κοντά του. Ξέραμε τη γλώσ­σα, μας φέρθηκαν καλά. Όταν έφθασα εκεί πέρα έ­νοιωσα, σα να ξαναγεννήθηκα». Ένας Τούρκος δη­μοσιογράφος, ο Οζόι, που έζησε όλα τα χρόνια του στην Τούζλα, τα τελευταία χρόνια σαγηνεύεται από την κοινωνική εξέλιξη της πόλης του . Καταλαβαίνει ότι ένα σημαντικό κεφάλαιο της ιστορίας της Τουρ­κίας εξελίσσεται κάτω από τα μάτια του, στην ίδια τη γειτονιά του. Παρατηρεί και γράφει την επώδυνη διαδικασία με την οποία οι κάτοικοι της Τούζλα, που είχαν γεννηθεί στην Ελλάδα, μετατρέπονταν στα­διακά σε Τούρκους πολίτες. Όταν ο Οζόι αρχίζει την έρευνά του, οι κάτοικοι της πόλης που είχαν γεννη­θεί στην Ελλάδα και δίσταζαν να μοιραστούν τις α­ναμνήσεις τους, σιγά – σιγά άρχισαν να αφηγούνται εντυπωσιακές ιστορίες. Στις πόλεις και τα χωριά της Θράκης, ο Οζόι, βρήκε ένα μεγάλο μέρος των Βαλα­άδων, που μιλούσαν ελληνικά, αν και κάποιοι τα εί­χαν ξεχάσει. Κανένας όμως δεν ξέχασε τον κοινωνι­κό αποκλεισμό που υπέστησαν όταν έφθασαν στην Τουρκία, λόγω της ασυνήθιστης ομιλίας τους. Και αυ­τό συνέβαινε όχι τόσο γιατί τα ελληνικά ήταν εχθρι­κή γλώσσα, όσο γιατί τους έκανε διαφορετικούς. Αυ­τό δημιουργούσε στους γείτονες τους μια απροθυμί­α να τους δεχθούν. Για τους γεροντότερους της α­νταλλαγής που ζουν γύρω από την Τσατάλτζα, στην Ευρωπαϊκή πλευρά της Κων/πολης, η νοσταλγία για τα παιδικά τους χρόνια στην ορεινή Δυτ. Μακεδονία είναι έντονη. Λένε : «Ήρθαμε από ένα μέρος που ο αέρας είναι τόσο καθαρός, που μπορείς να κρεμά­σεις ένα σφαγμένο αρνί απ’ ένα δένδρο για μέρες και βδομάδες χωρίς να σαπίσει. Αλλά εδώ έχει τόση υγρασία που ούτε στο ψυγείο μπορεί να διατηρηθεί το κρέας». Πίσω από αυτή την υπερβολή κρύβεται μια αλήθεια. Οι άνθρωποι αυτοί που ζούσαν στα βου­νά της Δυτ. Μακεδονίας εγκαταστάθηκαν στις πε­διάδες της Ανατ. Θράκης και η αλλαγή αυτή έβλαψε της υγεία τους. Για τους Βαλαάδες, όπως και για κά­ποιους Μουσουλμάνους της Βορ. Ελλάδας, υπήρξε και μια άλλη διαφορά μεταξύ της χώρας που γεννή­θηκαν και της θετής τους πατρίδας. Όσο ζούσαν στην παλιά τους πατρίδα, την Ελλάδα, ήταν μπεκτασίδες μέλη μιας μυστικιστικής μορφής του Ισλάμ. Οι μπε­κτασίδες πίστευαν στην αγιοσύνη σοφών ατόμων, τα οποία έφεραν τιμητικούς τίτλους όπως σεϊκ (δά­σκαλος) ή συνηθέστερα ντεντέ (πρεσβύτερος). Θε­ωρούσαν ότι, οι σοφοί όπως και οι άγιοι της χριστια­νοσύνης συνέχιζαν της επιρροή τους και μετά τον θάνατο τους και ότι ήταν ιερά όχι μόνο τα σώματά τους αλλά και τα προσωπικά τους αντικείμενα. Οι μπε­κτασίδες θεωρούσαν την θρησκεία τους συμβατή με τα διδάγματα του Μωάμεθ, οι ορθόδοξοι όμως μου­σουλμάνοι τους αντιμετωπίζουν με δυσπιστία. Στο λα­ϊκό πρακτικό επίπεδο υπήρχαν πολλά κοινά στοιχεία μεταξύ των χριστιανών και των μπεκτασίδων.

Ορισμένοι από τους ηλικιωμένους Τούρκους πο­λίτες που δώσανε συνέντευξη στον Ισκεντέρ Οζόι θυμούνται καθαρά την πίστη των οικογενειών τους στο τάγμα των Μπεκτασίδων, όταν κατοικούσαν στην Ελλάδα. Ένας από αυτούς, ο Χουσείν Γαουνάι, θυ­μήθηκε ότι περπάτησε με τους γονείς του 3 ώρες πάνω στα βουνά, από το χωριό του Πλαζόμιστα (Σταυ­ροδρόμι), να επισκεφθούν έναν απομακρυσμένο τεκέ που ζούσε κάποιος πασίγνωστος σοφός. Περιέγρα­ψε τον τεκέ σαν ένα μέρος που σφάζουν ζώα και οι άνθρωποι επισκέπτονται το ντεντέ (γέροντα) για να τον εμπιστευθούν τα προβλήματα τους και να τους συμβουλέψει. Όταν έγινε η ανταλλαγή και το χωριό μεταφέρθηκε στην Ανατολία, οι κάτοικοι πήραν μαζί τους τα σκεύη του τεκέ και τα προσωπικά είδη του ντεντέ. Στην Τουρκία στάθηκε αδύνατο να διατηρη­θεί η αίρεση και τα είδη διασκορπίστηκαν.

Ένας άλλος γέροντας σε συνέντευξη που έδωσε στον Οζόι, ο Μουρτεζά Γιονέτ, θυμήθηκε ότι υπήρχε ένα τέμενος των μπεκτασίδων στ κέντρο του χωριού, «θυμάμαι ότι φιλούσαμε το χέρι του ντεντέ (γέρο­ντα) που φύλαγε το τέμενος και του δίναμε λίγα λεφτά. Δεν έψαλαν οι προσκυνητές, αλλά συζητού­σαν σοβαρά. Ο γέρος συνήθιζε να λέει «κάνε υπο­μονή γιέ μου» Ύστερα πέθανε και στην ανταλλαγή των πληθυσμών πήραμε τα κόκαλα στην Τουρκία. Για λίγο διάστημα ακολουθούσαμε τις λειτουργίες (των μπεκτασίδων) στην Τουρκία, αλλά σιγά σιγά ξεχάστη­καν. Η πίστη στο τάγμα των μπεκτασίδων εγκαταλεί­φθηκε απρόθυμα από τους βαλαάδες όταν εγκατα­στάθηκαν στην Τουρκία. Η εγκατάλειψη του δεν ο­φείλεται στο ότι το τάγμα των μπεκτασίδων δεν υ­πήρχε στην Τουρκία. Το ιερότερο μνημείο του τάγ­ματος, το μαυσωλείο του Χατζή Μπεκτάς, βρισκόταν στην καρδιά της Ανατολίας, αλλά στα πρώτα χρόνια της Τουρκικής Δημοκρατίας, το καθεστώς διαφωνούσε ριζικά με τις μυστικές και απόκρυφες μορφές του Ι­σλάμ. Ο Κεμάλ σε ομιλία του το 1925 στην Κασταμο- νή, καυτηρίασε σφοδρότατα τις μυστικές πρακτικές των μυστικών αδελφοτήτων όπως οι μπεκτασίδες «που λατρεύουν πεθαμένους ανθρώπους».

Στη δεκαετία του 1920, καθώς οι ελληνόφωνοι μουσουλμάνοι προσπαθούσαν να συνηθίσουν τη ζωή στην εξευρωπαϊσμένη Τουρκία, αντιμετώπισαν μία κατάσταση, όπου η παραμικρή απόκλιση από τους κανόνες – γλωσσικούς, πνευματικούς ή ενδυματο­λογικούς – μπορούσε να τους δημιουργήσει προβλή­ματα. Στο σουνιτικό Ισλάμ, δεν μπορούσαν πλέον να εκτελούν τις αγαπημένες τους τελετές. Οι ντό­πιοι κάτοικοι βλέποντας ότι οι νεοφερμένοι δεν σύ­χναζαν στο κανονικό τζαμί, τους έλεγαν «μουσουλ­μάνους του Αλή». Ο Αλή πασάς ήταν πολέμαρχος, ποτέ δεν ήταν μυστικιστής, στην εποχή του όμως αν­θούσαν οι μπεκτασίδες.

Οι διαφορές των Ελληνόφωνων μουσουλμάνων με τους ντόπιους είτε ήταν γλωσσικές, θρησκευτι­κές ψυχολογικές δεν μπορούν να γίνουν κατανοη­τές, χωρίς να αναφερθούν οι μεταρρυθμίσεις που γινόταν στην Τουρκία. Ακόμη και αυτοί που αποκα­λούσαν χλευαστικά τους βαλαάδες «μουσουλμάνους του Αλή Πασά» αντιμετώπιζαν φοβερές δυσκολίες προσαρμογής, αφού η Οθωμανική Θεοκρατία διαλυό­ταν, το λατινικό αλφάβητο είχε εισβάλει στη ζωή τους και η λέξη Τούρκος άλλαξε νόημα.

Ελάχιστοι «μετανάστες» από την Ελλάδα έπαιζαν ρόλο στην πολιτική, ήταν όμως πιόνια στα πολιτικά παιχνίδια. Καθώς την κυβέρνηση την απασχολούσε το ζήτημα της εγκατάστασής τους, η αποκατάσταση τους, θεωρητικά, θα ήταν εύκολη, εφόσον η ακίνη­τη περιουσία που εγκατέλειψαν υποχρεωτικά οι Έλ­ληνες της Ανατολίας, ήταν δεκαπλάσια από αυτή που άφησαν οι Τούρκοι στην Ελλάδα. Πρακτικά η μετεγκατάσταση των μουσουλμάνων της Ελλάδας ήταν ένας κυκεώνας κακών χειρισμών παρότι τους χρησι­μοποίησαν σαν εργαλεία στα πολιτικά παιχνίδια της Τουρκίας. Οι περισσότεροι Τούρκοι πρόσφυγες και μα­ζί μ’ αυτούς οι Βαλαάδες, ενσωματώθηκαν στην Τουρκική κοινωνία. Τα παιδιά των Βαλαάδων μεγάλωσαν και διδάχθηκαν να είναι πιστοί Τούρκοι πολί­τες. Αν οι οικογενειακές αναμνήσεις από την Ελλά­δα και την Ελληνική γλώσσα έβγαιναν στην επιφά­νεια, αυτό γινόταν πίσω από κλειστές πόρτες.

Στην Τουρκία η συγκέντρωση προφορικών ιστο­ριών από ανθρώπους που επηρεάστηκαν από την α­νταλλαγή είναι πρόσφατη και όχι συστηματική. Μια Τουρκική μη κυβερνητική οργάνωση – Το ίδρυμα προσφύγων της συνθήκης της Λωζάνης – δίνει την ευ­καιρία στους ηλικιωμένους Τούρκους πολίτες, που θυμούνται την ανταλλαγή των πληθυσμών και θέ­λουν να μοιραστούν τις εμπειρίες και τις αναμνή­σεις της ζωής τους στην Ελλάδα, πριν να είναι πολύ αργά. Το ίδρυμα χρηματοδοτεί μια σειρά ταξιδιών στην Ελλάδα, δίνοντας την ευκαιρία στους Τούρκους πολίτες που γεννήθηκαν στην Ελλάδα και τα παιδιά τους να επισκεφτούν τα χωριά που έζησαν τα πρώτα χρόνια της ζωής τους. Εκτός όμως από τα ομαδικά ταξίδια Τούρκων στην Ελλάδα, μεμονωμένοι Βαλα­άδες ή απόγονοι τους επισκέπτονται ακόμη και σή­μερα τη Δυτική Μακεδονία και τα χωριά της.

Εβδομήντα πέντε (75) χρόνια μετά την ανταλλα­γή, οι απόγονοι των Τούρκων προσφύγων της Ανασελίτσας αυτοπροσδιορίζονται ως «Βαλαάδες». Αυ­τό το βλέπουμε στο άρθρο του Γιάννη Μελετίδη σ’ εφημερίδα της Βέροιας (3/9/2008) ο οποίος συνά­ντησε σε ταξίδι του στην Κοζάνη ένα Τούρκο. Ο ηλικιωμένος Τούρκος μιλούσε Ελληνικά, φορούσε συγκουνίσιο σακάκι με κατηφένιο γιακά, όπως οι Ανασελιτσιώτες στις αρχές του 20ου αιώνα και όταν ρωτήθηκε από το συγγραφέα από πού είναι (τον είχε περάσει για Έλληνα Τουρκόφωνο) αυτός εί­πε «είμι Βαλαάς απ’ τη Λειψίστα» και συνέχισε : «Ήρθα για ένα τάμα του μακαρίτη του πατέρα μου». Με πόνο ο Βαλαάς, Τούρκος πρόσφυγας λέ­ει στον Έλληνα πρόσφυγα (Μελετίδη)το γνωστό » Αχ, οι αθιόφουβ’ μας γέλασαν του ’24 κι μας ξισπίτουσαν απού μ’ πατρίδα» (εννοεί την τουρκική επιτροπή ανταλλαγής) και συνεχίζει ότι ήταν δά­σκαλος και το τουρκικό καθεστώς τον θεώρησε «ύποπτο». Σε ερώτηση του Μελετίδη τι γνώμη έ­χει για την ανταλλαγή απάντησε «ιμείς μι τα παι­διά μας, θα γινόμασταν πάλι χριστιανοί ! και το δίκαιο θα πήγαινε στουν τόπουμ’ !»

ΤΕΛΟΣ

Μαίρη Αδαμοπούλου χαραλαμπίδου

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Αγγελής Κ. «Το Τσοτύλιον » Ημερ. Δυτ. Μακεδονίας (1932) (σ. 137- 147)

Γ.Π.Σ.Π. «Οι Βαλαάδες» Μακεδονικό Ημερολόγιο (1911)

 

 

Η ΝΕΑΠΟΛΗ ΤΗ ΔΕΚΑΕΤΙΑ 1924-1933 ΕΤΟΣ l924

α. Περιληπτική επισκόπηση των γεγoνότων

β. Οι Βαλαάδες

Έρευνα-επιμέλεια:Γρ. Κανδηλάπτης

Τα τοπικά γεγονότα της πατρίδας μας εκτυλίσσονται στα πλαίσια των γενικότερων γεγονότων της χώρας, από τα οποία δεν μπορεί να είναι ξεκομμένα και ασύνδετα. Για την καλύτερη κατα­νόησή τους θα παραθέσουμε για το κάθε έτος αυτής της δεκαετίας μια συνοπτική επισκόπηση των σημαντικότερων πολιτικών και κοινωνικών γεγονότων τόσο σε τοπικό όσο και σε πανελλή­νιο επίπεδο και στη συνέχεια θα υπεισέλθουμε με λεπτομέρεια στα τοπικά μας πράγματα.

 

ΕΤΟΣ 1924

ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Εκατοντάδες χιλιάδες προσφύγων εγκαθίσταται στον ελλαδικό χώρο από τη Μ. Ασία, τη Θράκη και τον Πόντο σε υλοποίηση της συνθήκης της Λωζάνης περί ανταλλαγής των πληθυσμών. Η κατάστασή τους είναι τραγική. Τη φροντίδα για την περίθαλψη και αποκατάστασή τους ανέλαβε η ΕΑΠ (Επιτροπή Αποκαταστάσεως Προσφύγων) με τη συνδρομή της Κοινωνίας των Εθνών και τη βοήθεια του ελληνικού κράτους.

Κλίμα πολικής αστάθειας επικρατεί στη χώρα. Η μία κυβέρνηση διαδέχεται την άλλη.

Στις 4 Ιανουαρίου ο Ε. Βενιζέλος επιστρέφει από το εξωτερικό και σχηματίζει κυβέρνηση. Ύ­στερα όμως από ενδοκομματικές διαφωνίες ως προς το πολιτειακό, παραιτείται στις 6 Φεβρουα­ρίου και 20 ημέρες αργότερα ορκίζεται κυβέρνηση υπό τον Καφαντάρη.

Στις 25 Μαρτίου ορκίζεται νέα κυβέρνηση υπό τον Αλ. Παπαναστασίου, η οποία στις 13 Απρι­λίου προκηρύσσει δημοψήφισμα ως προς το πολιτειακό. Έτσι εγκαθιδρύεται στη χώρα η Αβασί­λευτη Δημοκρατία, αφού το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος υπήρξε, με συντριπτικό ποσοστό 70%, υπέρ αυτής. Την 1η Μαϊου αναλαμβάνει προσωρινός πρόεδρος της Δημοκρατίας ο Π. Κουντουριώτης.

Στις 24 Ιουλίου ορκίζεται νέα κυβέρνηση υπό τον Θ. Σοφούλη, ύστερα από καταψήφιση της κυ­βέρνησης Παπαναστασίου στη βουλή.

Στις 7 Οκτωβρίου ο Α. Μιχαλακόπουλος σχηματίζει νέα κυβέρνηση.

ΣΤΗ ΝΕΑΠΟΛΗ

Το Μάιο 250 περίπου μουσουλμανικές οικογένειες εγκαταλείπουν τη Λειψίστα αναχωρώντας για τη Τουρκία. Παρέμειναν μόνο για λίγο χρονικό διάστημα οι μπέηδες προκειμένου να τακτο­ποιήσουν τα περιουσιακά τους στοιχεία.

100 περίπου οικογένειες Ποντίων προσφύγων από την Τραπεζούντα, την Αργυρούπολη, την Ί­μερα και την Κρώμνη έρχονται να προστεθούν στους ήδη εγκατεστημένους από τα τέλη του 1922 Μικρασιάτες και Καυκάσιους πρόσφυγες.

Πρόεδρος της κοινότητας είναι ο Θεόδωρος Κεραμάρης.

Επόπτης εποικισμού Ανασελίτσης είναι ο Χαρ. Βελούζος.

Με πρωτοβουλία του πρόσφυγα γιατρού Στ. Χρυσαφόπουλου τον Ιούνιο ιδρύεται ο Παμπρο­σφυγικός Σύλλογος.

Στις 24 Αυγούστου θεμελιώνεται, σε πανηγυρική τελετή, ο προσφυγικός συνοικισμός των Πο­ντίων «Νέα Ίμερα», στα πλαίσια του οποίου ανεγείρονται 100 περίπου προσφυγικές κατοικίες.

Εκτός από τα έντονα και πιεστικά προσφυγικά προβλήματα, άλλα σοβαρά θέματα που απασχο­λούν τους κατοίκους και τις αρχές, είναι η σχολική στέγη, η ύδρευση της κωμόπολης καθώς και το συγκοινωνιακό.

Πριν προχωρήσουμε στην αναλυτική εξιστόρηση των γεγονότων τού 1924, δεν μπορούμε να μη αναφερθούμε στους λεγόμενους Βαλαάδες της Λειψίστας και ευρύτερα της επαρχία Ανασελί­τσης, πολύ δε περισσότερο, όταν ένας από αυτούς που ασχολήθηκαν με το θέμα αυτό είναι και ο συμπατριώτης μας Κοσμάς Τσακνάκης.

ΟΙ ΒΑΛΑΑΔΕΣ ΤΗΣ ΑΝΑΣΕΛΙΤΣΑΣ

Οι Βαλαάδες ήταν εξισλαμισθέντες Έλληνες που κατοικούσαν σε τριάντα χωριά της επαρχίας Ανασελίτσας και σε ορισμένα της επαρχία Γρεβενών.

Ονομάσθηκαν Βαλαάδες επειδή, όταν ορκίζονταν, χρησιμοποιούσαν συχνά τον όρο Βαλαχί (μα το Θεό), ενώ μεταξύ τους αποκαλούνταν Φούτσηδες.

Ως προς το χρόνο που έγινε ο εξισλαμισμός του, ορισμένοι ερευνητές υποστηρίζουν ότι συντε­λέστηκε στους χρόνους του δυνάστη της Ηπείρου Αλή Πασά αλλά οι περισσότεροι ότι άρχισε λίγο μετά την κατάληψη της περιοχής μας από τους Τούρκους και συνεχίστηκαν μέχρι και το δέκατο ένατο αιώνα. Οι εξισλαμισμοί εντάθηκαν ακόμη περισσότερο στα τέλη του 17°υ αιώνα, όταν αλβανικά στίφη με επικεφαλείς τους μπέηδες προκάλεσαν ληστρικές επιδρομές και άλλου είδους καταπιέσεις εις βάρος των χριστιανών χωρικών. Έτσι πολλοί από τους κατοίκους της πε­ριοχής, προκειμένου να σώσουν τις περιουσίες τους και να αποφύγουν τη μετατροπή των χω­ριών τους σε τσιφλίκια, αναγκάστηκαν να υποκύψουν και να ασπασθούν το Ισλάμ, σαν απολύ­τρωση από τα δεινοπαθήματα και τις συνεχείς καταπιέσεις.

Κατ’ αυτόν τον τρόπο έγιναν μουσουλμάνοι οι κάτοικοι των χωριών της Ανασελίτσης και των Γρεβενών, εις άλλα μέρη ολόκληρα χωριά και εις άλλα μέρος αυτών.

Οι Βαλαάδες, πέρα από την υπέρμετρη αφέλειά τους, για την οποία κυκλοφορούσαν και πολλά ανέκδοτα, ήταν φιλόξενοι, πολύ εργατικοί και πολύ πιστοί στις συναλλαγές τους. Ήταν πράοι και φιλήσυχοι, σε αντίθεση προς τους Κονιάρους3 Τούρκους της περιοχής των Καραγιαννίων (Ξηρολίμνης), οι οποίοι ήταν αγροίκοι, με κακούργα ένστικτα Μια σκιαγραφία των ελληνόφω­νων αυτών μουσουλμάνων μας δίνει ο λαογράφος από το Κριμίνι Φ. Παπανικολάου στο βιβλίο του «Παιδικές αναμνήσεις:

«Οι Βαλαάδες ήταν δουλευτάρηδες, ακατάβλητοι κι είχαν μια πρωτόγονη αφέλεια στους λογι­σμούς και τα λόγια τους. Ταχτικά τους παίρναμε και δούλευαν τα χτήματά μας. Καθάριζαν το αυ­λάκι του μύλου μας που το γέμιζε η κατεβασιά του ποταμού, έσκαβαν τ’ αμπέλια και τα χωράφια με τις σκαμνιές για τα κουκούλια. Αυτούς βάζαμε και στρεμμάτιζαν το μέρος που σπέρναμε το τρι­φύλλι. Τους έβλεπα την ώρα της δουλειάς και θαύμαζα την αντοχή και την εργατικότητά τους. Ή­ταν άνθρωποι που άλλαζαν τη μοίρα της ζωής με τον ταπεινό τους μόχθο. (..) Πρόσωπα τραχιά, ψυχές άφοβες, μυαλά απονήρευτα».

Ως μητρική τους γλώσσα διατηρούσαν την ελληνική, ενώ την τουρκική σχεδόν την αγνοούσαν τελείως και μόνο· ελάχιστες τουρκικές λέξεις χρησιμοποιούσαν προερχόμενες κυρίως από το θρησκευτικό τους τυπικό, όπως Βαλαχί= μά το θεό, γιαχού= άνθρωπε, γεζίτ= καταραμένος. Αλ­λά και οι τουρκικές λέξεις που εντάχθηκαν στο λεξιλόγιό τους, εξελληνίσθηκαν ως προς τις κα­ταλήξεις τους, όπως ακριβώς συνέβη με όσες τουρκικές λέξεις πέρασαν στην ελληνική. Πχ κάλπ’ς = κίβδηλος, βιράν’ς κλπ. Πιο εντυπωσιακός είναι ο εξελληνισμό ς των τουρκικών τους ονομάτων (Σουλεϊμάν>Σούλιους, Βελής>Βέλιας, Χαλίλ>Λίχας, Ιμπραήμ>Μπράχους, κλπ). Ενθυμούμαι ένα Λειψιστινό Βαλαά που έφυγε μικρό παιδί από τη Νεάπολη με τη ανταλλαγή και στη συνέχεια, στα τέλη της δεκαετίας του ’50, μετανάστευσε για εργασία στη Γερμανία. Σ’ ένα ταξίδι επιστροφής στην Τουρκία, επισκέφθηκε τη γενέτειρά του Νεάπολη. Μιλούσε πολύ καλά τα ελληνικά, αν και πέρασαν 35 περίπου χρόνια από τότε που εγκατέλειψε την περιοχή μας, ό­πως ακριβώς τα μιλούσαν οι γηγενείς της περιοχής Βοίου. Μεταξύ των άλλων μας ρώτησε σε ποιο μέρος της Νεάπολης έμενε ένας παιδικός του φiλoς. Και, όταν του δώσαμε τις σχετικές πληροφορίες και κατάλαβε που μένει, τον ακούσαμε να λέει: « Α, ικεί απάν’ είν’τους!»

Ο ιστορικός της Εράτυρας Ι. Φωτόπουλος στο πόνημά του «Η ιστορία της Σελίτσης», μας εξι­στορεί ένα συμβάν στην Βρογγίστα (Καλονέρι), αναφερόμενο στους Βαλαάδες κατοίκους της, ενδεικτικό της εκ μέρους τους παντελούς άγνοιας της τουρκικής γλώσσας. Ο Τούρκος στρατηγός Αβδουλάχ πασάς σε μια περιοδεία του, για στρατιωτικούς λόγους, στη επαρχία Ανασελίτσης μεταξύ άλλων επισκέφθηκε και το μεικτό χωριό Βρογγίστα, έχοντας μαζί του ως διερμηνέα το Σελιτσιώτη γιατρό Λουκά Χ’Ιωαννίδη. Όταν αναγγέλθηκε η άφιξη του, οι Βαλαάδες κάτοικοί βγήκαν εν σώματι στο ύψωμα του χωριού για να τον υποδεχθούν. Ο πασάς άρχισε να τους μιλά στα τουρκικά και να τους ρωτά πως περνούν. Οι Βαλαάδες όμως, που δεν καταλάβαιναν τι τους έλεγε, αποτάθηκαν στο γνωστό τους γιατρό-διερμηνέα του πασά ­λέγοντας: «Τι λέει, ρε γιατρέ, αυτός;». Ο γιατρός τους εξήγησε στα ελληνικά τι είπε ο πασάς και εκείνοι τον ξαναρώτησαν. « Γιατί δεν μιλά ρωμαίικα και μιλά αυτή τη γλώσσα;» Ο γιατρός χαμο­γέλασε και, όταν ο πασάς τον ρώτησε τι του είπαν, απάντησε ότι περνούν καλά και ότι είναι ευ­χαριστημένοι.

Η πολυγαμία αποτελεί σπάνιο φαινόμενο στους Βαλαάδες. Ο ελληνόφωνος μουσουλμάνος κατά κανόνα είναι μονογαμικός. Οι γυναίκες τους αποκαλούσαν τις Ελληνίδες «κουμπάρες» και συ­χνά αντάλλασσαν αμοιβαίες επισκέψεις.

Στα μεικτά χωριά οι σχέσεις των χριστιανών και των Βαλαάδων ήταν αρμονικές.

Οι Βαλαάδες εξακολουθούσαν να διατηρούν την πίστη τους στις θαυματουργές εικόνες και τα αγιονέρια για τη θεραπεία των ασθενών. Οι γυναίκες τους συχνά περίμεναν έξω από την εκκλη­σία και όταν τελείωνε η θεία λειτουργία έμπαιναν μέσα, πλησίαζαν τον παπά και τον παρακα­λούσαν να χρίσει τους ασθενείς τους με το γνήσιο λάδι από τις κανδήλες. «Απ ‘τού του χάσ ‘κου του λάδ’ βάλι, παπά».

Για να δείξουν πόσο κοντά ήταν στους χριστιανούς έλεγαν τη φράση: «Μια κρουμ ‘δότσιφλα μας χουρίζ’».

ΜΑ ΤΗΝ ΠΑΝΑΓΙΑ!

Ένα άλλο χαρακτηριστικό δείγμα της διατηρήσεως από τους Βαλαάδες, παρ’ ότι πέρασαν αρκε­τές γενιές από τότε που εξισλαμίσθηκαν, ζωντανών των καταλοίπων της χριστιανικής τους πί­στης, είναι και το εξής:

Στην Ομαλή (Πλάζουμη), ένα μεικτό χωριό, με ισάριθμο χριστιανικό και μουσουλμανικό πλη­θυσμό, τα παιδιά των Ελλήνων έπαιζαν με τα παιδιά των Βαλαάδων και διασκέδαζαν με την α­φέλεια των τελευταίων. Σ’ ένα τέτοιο παιγνίδι ένα Ελληνόπουλο ρωτά το μουσουλμάνο συμπαί­κτη του:

-Αλή, πες μας τι είσαι, Τούρκος η Έλληνας;

-Τούρκος, απαντά ο Αλή

-Μα, αφού μιλάς ελληνικά, πώς είσαι Τούρκος; Την αλήθεια να μας πεις.

-Τούρκος είμαι, μα τη Παναγία!

Και τα Ελληνόπουλα ξεκαρδίστηκαν στα γέλια.

ΒΑΛΑΑΔΕΣ ΚΑΙ ΑΝΤΑΛΛΑΓΗ ΤΩΝ ΠΛΗΘΥΣΜΩΝ.

Όταν στη Λωζάνη συζητιόταν το θέμα της ανταλλαγής των πληθυσμών, προκειμένου να κα­ταρτιστεί και υπογραφεί από τα ενδιαφερόμενα μέρη το τελικό κείμενο της συμφωνίας, στην Ελλάδα ανακινήθηκε το θέμα των ελληνόφωνων μουσουλμάνων της χώρας μας, στους οποίους ανήκαν και οι Βαλαάδες της περιοχής μας.

Ο καταγόμενος από το Μοναστήρι βουλευτής Φλωρίνης και μετέπειτα υπουργός εσωτερι­κών(1950) και υφυπουργός παιδείας(l951) Γ. Μόδης, σε σχετικό πρωτοσέλιδο άρθρο του στη εφημερίδα της Κοζάνης «ΗΧΩ ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ» (φ.573/19.12.1923) αναφέρει τα εξής:

Τώρα που γίνεται τόσος λόγος για την ανταλλαγή των πληθυσμών κτλ., πρoβάλει το ζήτημα:

Οι βαλαάδες του Ν. Κοζάνης, οι μουσουλμάνοι των Ιωαννίνων και της Κρήτης θα θεωρηθούν Τούρκοι και θα κληθούν και αυτοί να πληρώσουν τα έξοδα του εξωφρενικού σωβινισμού της Άγκυρας και της Κωνσταντινουπόλεως; Αλλά είναι Τούρκοι άνθρωποι που δεν ξεύρουν μια λέξιν τουρκικήν και δεν έχουν μίαν σταγόνα αίμα τουρκικό και είναι Έλληνες την γλώσσαν, την καταγωγήν, τα ήθη και τα έθιμα, την κατατομήν, όσον τουλάχιστον οι χριστιανοί γείτονές των;

( …. ) Επιτρέπεται να πολιτογραφηθούν τελειωτικώς Τούρκοι, γνησιότατοι Έλληνες, δια μό­νον τον λόγον ότι προ πολλών δεκαετηρίδων απεδέχθησαν υπό την βίαν ότι Μωάμεθ είναι ο τελευταίος πρεσβευτής που έστειλεν ο Γεχωβά εις τον πλανήτη μας; ( … )

Και ο Γ. Μοδης συνεχίζει, κάνοντας μνεία του τι έκαναν οι Βούλγαροι γείτονές μας σε ανάλο­γες περιπτώσεις:

Από τη πρώτην ημέραν του πολέμου του 1912 οι Βούλγαροι εθεώρησαν τους Πομάκους ως απολωλότα βουλγαρικά πρόβατα, τα οποία επεχείρησαν με την ευγλωττίαν, μάλλον, της κά­μας των κομιτατζήδων, παρά των ειδικών παπάδων, να τους επαναφέρουν αγεληδόν εις τους κόλπους της βουλγαρικής εξαρχίας. Απαγορεύεται εις ημάς, αφού έχωμεν Έλληνας ορθοδό­ξους, καθολικούς, διαμαστυρμένους, να έχωμεν και Έλληνας μουσουλμάνους;

Και το άρθρο του Γ. Μόδη καταλήγει:

Εκινήσαμεν έστω και το μικρόν μας δάκτυλον, είτε ως κράτος είτε ως κοινωνία είτε ως ιδιώ­ται, δια να ξυπνήσωμεν την φωνήν του αίματος εις τους αλλοθρήσκους Έλληνας; Και είναι τόσον άφθονον σήμερον το ελληνικόν αίμα, ώστε να θυσιάζομεν αμελετήτους πληθυσμούς, εις τας φλέβας των οποίων ρέει άφθονον ελληνικόν αίμα;

Στη Λωζάνη η ελληνική αντιπροσωπεία ζήτησε να εξαιρεθούν της ανταλλαγής μεταξύ των άλ­λων και οι Βαλαάδες, ως Έλληνες εξισλαμισμένοι. Το αίτημα κρίθηκε δίκαιο και έγινε αποδε­κτό, αποφασίστηκε δε το θέμα της παραμονής ή της αποχώρησής να είναι δική τους επιλογή. Έτσι, σύμφωνα με τον δάσκαλο Π.Κ. Τσαούση, σε κάθε χωριό που κατοικούσαν Βαλαάδες, συ­γκεντρώθηκαν οι άνδρες στα τζαμιά και αποφάσισαν ομόφωνα την παραμονή τους στην Ελλά­δα. Το κάθε χωριό συνέστησε τριμελή επιτροπή προκειμένου να μεταβεί στην Λειψίστα με σκο­πό τη αποστολή τηλεγραφήματος σχετικού με την απόφαση της παραμονής τους.

Όταν, όμως, έφθασαν εκεί, οι μπέηδες της Λειψίστας, επηρεασμένοι από την τουρκική προπα­γάνδα, η οποία τους υποσχέθηκε τη χορήγηση πολλών και μεγάλων κτημάτων, καθώς και την τοποθέτησή τους σε υψηλόβαθμες δημόσιες θέσεις, κατόρθωσαν να μεταπείσουν τα μέλη των επιτροπών και να αλλάξουν την απόφαση τους.

Ο ίδιος δάσκαλος διέσωσε τους εξής διάλογους, που διαμείφθηκαν ανάμεσα στους μπέηδες και τα μέλη των επιτροπών:

Τι καράλι (απόφαση) πήρατι, ρε, στου χουριό; Χικ μικ, μα πήραμι καράλι να μείνουμι.

Πού, ρε, θα μείν’τι; Ιδώ θα σας έχ’ν οι Ρουμιοί χουσμικιαρέους. Τι χαζαμάρες είν’ αυτές. Δεν ξέρ ‘τι ότι θα πάμι στουν πατέρα μας, τουν Κιμάλ; Εκεί, ρε, του vτoυβλέτ’ θα ‘νι θ ‘κό μας. Θα πάριτι χουράφια πουλλά, καλύτερα απού τα κατσάβραχα που ‘χιτι ιδώ. Οι Ρουμιοί που θα ‘ρθουν ιδώ είνι πουλλοί κι μεις, που θα πάμι ικεί, είμιστι λίγ’. Ικεί τα πιδιά σας θα γίν’ αξιουματικοί κ’ υπάλληλ’ κ ι ‘δώ μια ζουή θα είστι τσιφτσήδις (γεωργοί).

Ύστερα από αυτή την προπαγάνδα των μπέηδων, οι επιτροπές άλλαξαν την απόφασή τους και απέστειλαν τηλεγράφημα με το οποίο δήλωναν ότι επιθυμούν να συμπεριληφθούν ως ανταλλά­ξιμοι.

Όταν τα μέλη των επιτροπών έφθασαν στα χωριά, οι συγχωριανοί τους, που τους περίμεναν στην πλατεία, τους είδαν να έρχονται κατηφείς, με κατεβασμένα τα κεφάλια, και ακολούθησε, σύμφωνα πάντα με τον Π.Κ. Τσαούση, ο παρακάτω διάλογος:

Γιατί, ρε, ίρθιτι έτσ’;

Τηλιγραφ ‘σαμι ότι θέλουμι να φύγουμι.

Κι ποιος, ρε, γουρούνια, σας έδoυκεv τέτοιου ιζίν (δικαίωμα); Οι μπέηδες μας πήραν στου λιμό τ ‘ς.

1* Ονομάσθηκαν φούτσηδες, επειδή στις μεταξύ τους προσφωνήσεις χρησιμοπούσαν τον όρο «φούτσι μ’», που προ­έρχεται από το αδελφούτσι μου (= αδελφούλη μου).

2* Υπάρχει ακόμη και η άποψη, την οποία διατύπωσεο ο Θ. Παπαδόπουλος στο Β’ συμπόσιο Ιστορία και Λαογραφί­ας Γλωσσολογίας του δυτικομακεδονικού χώρου, σύμφωνα με την οποία οι Βαλαάδες είναι εξισλαμισμένοι ελλη­νόφωνοι κάτοικοι του μικρασιατικού χώρου, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν ως έποικοι στην περιοχή της κοιλάδας του Αλιάκμονα.

3* Ονομάστηκαν Κονιάροι γιατί προέρχονταν από την περιοχή του Ικονίου της Μ. Ασίας, απ’ όπου τους έφερε το οθωμανικό καθεστώς. Εγκαταστάθηκαν στις εύφορες πεδιάδες των Καραγιαννίών (Ξηρολίμνης)και των Καϊλαρίων (Πτολεμαίδας). Επιδίδονταν σε ληστείες, ζωοκλοπές και βιαιοπραγίες εις βάρος τον τοπικού χριστιανικού πληθυ­σμού, ο οποίος αναγκάσθηκε, για λόγους ασφαλείας, να μεταναστεύσει στο εξωτερικό ή να καταφύγει σε ορεινούς οικισμούς. Κατά μία εκδοχή, από τέτοιους καταδιωχθέντες χριστιανούς συντελέστηκε η οικιστική συγκρότηση της γειτονικής μας Σιάτιστας.

4* Η διάκριση των οικισμών σε αμιγείς ή μεικτούς έγινε με βάση την διαμορφωμένη πληθυσμιακή τους σύνθεση κατά την περίοδο της ανταλλαγής. Σε παλαιότερες εποχές υπήρξε διαφοροποίηση ως προς την κατάταξη αυτή. Π.χ Σε κώδικα της μητροπόλεως Σισανίου και Σιατίστης το έτος 1797 το Μεσοπόταμο αναφέρεται ως μεικτό, ενώ κατά την ανταλλαγή υπήρξε αμιγώς μουσουλμανικό, που σημαίνει ότι ένα μέρος των κατοίκων αναγκάστηκε να εξισλαμισθεί ή να μετοικίσει. Στον ίδιο κώδικα οι οικισμοί Τσακνοχώρι, Φυτώκι και Τσοτύλι αναφέρονται ως αμιγώς χριστιανι­κοί, ενώ κατά την ανταλλαγή υπήρξαν μεικτοί. Αυτό, αν τα στοιχεία του κώδικα ανταποκρίνονται στην πραγματι­κότητα, μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι μέρος του πληθυσμού τους, στο διάστημα που μεσολάβησε, εξισλαμίσθηκε. Επίσης το Πυλωρί στον κώδικα της Ζάβορδας αναφέρεται ως χριστιανικό, ενώ στον προαναφερθέντα κώδικα του 1797 το βρίσκουμε μουσουλμανικό.

5* Δημοσιεύθηκε στο «Ημερολόγιο Δ. Μακεδονίας» . έτους 1960, σελ. 169 .

Έτσι ξεριζώθηκαν από τη γη τους οι Βαλαάδες της περιοχής μας. θύματα της παροιμιώδους αφελείας και ευπιστίας τους. Εγκαταστάθηκαν στις εύφορες πεδιάδες της Αν. Θράκης, κοντά στην Κωνσταντινούπολη.

Ο Τσοτυλιώτης δάσκαλος Λαζαρος Παπαϊωάwου αναφέρει ότι σε μια ομαδική εκδρομή, το 1960, στη Κωνσταντινούπολη τους πλησίασε κάποιος Τούρκος της Πόλης, προφανώς γιατί κα­τάλαβε ότι προέρχονταν από την περιοχή της Κοζάνης. προηγήθηκαν κάποιοι διάλογοι γνωριμί­ας στα ελληνικά και στη συνέχεια εκμυστηρεύτηκε στου εκδρομείς ότι κατάγονταν και ο ίδιος από το Τσοτύλι. Αφού μίλησε για πολλά και διάφορα, στο τέλος συγκινημένος τους αποχαιρέ­τησε και μέσα σε κλάματα και αναφιλητά τους, είπε: «Αχ, οι αθεόφουβ’ μας γέλασαν του ’24 και μας ξισπίτουσαν απού’ν πατρίδα».

valaades

Στις αρχές του 2000 ο δήμαρχος και αντιδήμαρχος της πόλης Σιλιβρι της Αν Θράκης, απόγονοι των Βαλαάδων του τόπου μας, επισκέφθηκαν το Δήμο Νεάπολης καθώς και τα χωριά Χειμερινό, Μολόχα, και Μεσόλογγο, προκειμένου να δουν «καπνόν αναθρώσκοντα» από τις προγονικές τους εστίες.

ΚΟΣΜΑΣ ΤΣΑΚΝΑΚΗΣ ΚΑΙ ΒΑΛΑΑΔΕΣ

Ο συντοπίτης μας Κοσμάς Τσακνάκης6 ενδιέτριψε αρκετά στο θέμα των Βαλαάδων και μάλιστα περιέσωσε ένα ιστορικό ντοκουμέντο που έχει σχέση με αφοριστικό έγγραφο του μητροπολίτη Σισανίου Αγαθαγγέλου. Είναι σχετικό με τον αποδεμό* και απευθύνεται στους κατοίκους του Γκινός (Μολόχας), πριν αυτοί εξισλαμισθούν, αποτελεί δε ένα αναμφισβήτητο πειστήριο της χριστιανικής προέλευσης των Βαλαάδων του χωριού αυτού. Το κείμενο του αφοριστικού, από το οποίο δυστυχώς λείπει η χρονολογία* συντάξεώς του, έχει επί λέξει ως εξής:

ΑΦΟΡICΤIΚΟΝ

ΑΓΙΕ ΟΙΚΟΝΟΜΕ Ο ΨΑΛΛΩΝ ΕΙC ΓΚΙΝΟC ΚΑΙ ΟΙ ΛΟΙΠΟΙ ΧΡΙCΤΙΑΝΟΙ, ΧΑΡΕΙC ΕΙΗ ΥΜΙΝ. Ο ΑΝΑΦΕΡΟΜΕΝΟC ΗΜΙΝ ΝΙΚΟC ΟΤΙ ΠΩC ΕΠΗΡΕ ΓΥΝΑΙΚΑ ΩCΑΝ ΚΑΙ ΟΙ ΛΟΙΠΟΙ ΧΡΙCΤΙΑΝΟΙ ΚΑΙ ΕΧΕΙ ΤΩΡΑ ΔΩΔΕΚΑ ΧΡΟΝΙΑ ΚΑΙ ΠΑΙΔΙ ΔΕΝ ΕΚΑΝΕ, ΚΑΙ ΛΕΓΕΙ ΠΩC ΤΟΥΤΟ ΕΚΑΜΑΝ ΤΕΧΝΕC ΜΑΓΙΚΕC. ΔΙΑ ΤΟΥΤΟ ΓΡΑΦΟΜΕΝ ΟΠΟΙΟC ΘΑ ΕΙΝΑΙ. ΧΡΙCΤΙΑΝΟC MIKΡΟC Η ΜΕΓΑC ΑΝΔΡΑC Η ΓΥΝΑΙΚΑ,ΝΕΟC H ΓΕΡΟΝΤΑC ΟΠΟΙΟΙ ΘΑ ΕΧΟΥΝ ΚΑΜΩΜΕΝΑ ΚΑΙ ΝΑ ΤΑ ΧΑΛΑCΟΥΝ, ΕΙΔΑΛΛΩC ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΑΦΩΡΙCΜΕΝΟΙ, ΚΑΤΑΡΑΜΕΝΟΙ ΚΑΙ ΑCΥΓΧΩΡΙΤΟΙ ΚΑΙ ΑΛΛΙΩΤΟΙ ΜΕΤΑ ΘΑΝΑΤΟΝ ΚΑΙ ΤΥΜΠΑΝΙΑΙΟΙ, ΕΧΕΤΩCΑΝ ΔΕ ΚΑΙ ΤΑC ΑΡΑC ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΤΡΙΑΚΟCΙΩΝ ΚΑΙ ΔΕΚΑ ΚΑΙ ΟΚΤΩ ΘΕΟΦΟΡΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΚΑΙ ΛΟΙΠΩΝ ΑΓΙΩΝ. Ο CΙΔΗΡΟΣ ΝΑ ΛΥΩΝΗ, ΕΚΕΙΝΟC ΟΥΔΑΜΩC ΚΑΙ ΠΡΟΚΟΠΗΝ ΝΑ ΜΗΝ ΕΧΗ ΕΑΝ ΔΕ ΧΑΛΑCΗ ΚΑΙ ΤΥΧΗ CΥΓΧΩΡΗΣΕΩC, ΟΥΤΩ ΓΕΝΟΙΤΟ.

                                  ΕΝ ΜΗΝΙ ΜΑΡΤΙΩ

                                    + Ο CΙCΑΝΙΟΥ ΑΓΑΘΑΓΓΕΛΟC

* Γεννήθηκε στον Πεντάλοφο και εγκαταστάθηκε στη Νεάπολη την εποχή της μεγάλης ακμής της. ‘Ηταν λόγιος, τον οποίον οι μπέη δες της Νεάπολης σέβόταν και εκτιμούσαν τη γνώμη του. Μετά τη ανταλλαγή των πληθυσμών αγόρασε μαζί με τον Θεόδωρο Κεραμάρη το νερόμυλο του Ριζάμπεη. Μάλιστα ο τίτλος της επιχείρησης ήταν: «Μυλοϋδραυλικές εγκαταστάσεις ΤΣΑΚΝΑΚΗ ΚΑΙ ΣΙΑ». Γιοι του ο Δημήτριος και ο δικολάβος της Νεάπολης Χαράλαμπος Τσακνάκης και εγγονός του (από το γιο του Χαράλαμπο) ο γνωστός μας ταμιακός υπάλληλος Γιάννης Τσακνάκης·

* Μαγική πράξη, με την οποία, όπως προληπτικά πιστεύεται, αδρανεί η σεξουαλική ικανότητα του άνδρα και απο­τρέπεται η συζυγική συνεύρεση, με φυσικό επακόλουθο την ατεκνία.

* Η ακριβής ημερομηνία δεν αναφέρεται στο κείμενο, όπως αυτό περισώθηκε από τον Κοσμά Τσακνάκη. Μπορού­με, όμως, προσεγγιστικά να να την προσδιορίσουμε στην περίοδο 1877 έως 1882, κατά την οποία ποίμανε την ε­παρχία μας ο συντάκτης του αφοριστικού μητροπολίτης Αγαθάγγελος ( κατά κόσμον Αγαθάγγελος Στεφανάκης). Στον κώδικα της μητροπόλεως Σισανίου (κατάλογος αρχιερέα Νεοφύτου έτους 1797) το Γκίνόσ’ αναφέρεται ως Τουρκοχώρι. Στηριζόμενοι στα στοιχεία αυτά οδηγούμεθα στο συμπέρασμα ότι οι κάτοικοι της Μολόχας αναγκά­στηκαν να ασπασθούν το Ισλάμ κατά τους βίαιους εξισλαμισμούς στα τέλη του 18°11 αιώνα.

 

ΑΠΟ ΤΗ ΣΥ ΛΛΟΓΗ ΤΟΥ Κ. ΤΣΑΚΝΑΚΗ

Εκτός από το παραπάνω έγγραφο ο Κοσμάς Τσακνάκης περιέσωσε και ευτράπελα στιγμιότυπα9 από τη ζωή των Βαλαάδων, χαρακτηριστικά της αγαθότητας και της αφέλειας τους, όπως τα παρακάτω:

ΕΝΑΣ ΒΑΛΑΑΣ ΕΞΥΠΝΟΣ

Ένας Βαλαάς διηγείται σ’ έναν άλλον πώς βρήκε, μαζί με δύο συνοδοιπόρους του, ένα γρόσι. Και ενώ οι άλλοι δύο ήθελαν να τον γελάσουν και να του το πάρουν, αυτός τους γέλασε και τους το πήρε με ένα … τέχνασμα.

Ήμασταν ιγώ, ου Αλής κι ου Μπαμπαλής. Πααίναμι στου Τζούτζια του Σούλιου του μουσαφερλίκ’. Κι ‘γω βρήκα ένα γρόσ’· κι λέν’ αυτοί: «Να του μοιράσουμι»’ κι ‘γω τα ‘ξερ’να που ‘θελαν να μι γιλάσουν, τι να κάμω, βγάνου κι δίνου μιαν εικουσάρα τουν Αλή κι μια του Μπαμπαλή. Γκλουπ του γρόσ’ ιγώ, τ’ς … γέλασα!!

ΤΟ ΠΆΝΤΡΕΜΑ ΤΗΣ ΤΣΙΟΥΠΟΥΣ

Ένας χωρικός Βαλαάς ήλθε στη Λειψίστα ν’ αγοράσει από τον πρώτο, τότε, έμπορο της επαρχίας Γούσια Καραμπέρη τα προικιά της κόρης του.

Καλ’μέρα, κυρ Γούσια. Πολλά τα έτ’, αγά μ’. Μα κυρ’ Γούσια … Ορίστε, πασιά μ’.

Ιγώ θα παντρέψου ‘ν τσιούπου μ’ κ’ ήρθα να ψ’νίσου απ’ του ντουκιάν σ’. Χαϊρλίδ’κα, πασιά μ’, κι στ’ (i).).n. τ’ αγόπ’κα σ’.

Μα να τα πούμι μπρουστά, κυρ’ Γούσια.

Μπουγιούρ πασιά μ’.

Μιαν που ‘ν έχω στου χέρ’, θα στ’ δόσου ….. καλάν κουσούρ θα σι φκιάσου ένα τιμισούκ’ (γραμμάτιο), θα σι βάλου κι τουν φαίζ'(τόκο), θα σι κριμάσου κι δγιό σαχήτ’δες (μάρτυρες) … Ήρθαν τ’ αλώνια, φουτσιόπ’κου μ’, τσακώσ’ ‘π’ τουν στέντζαρου.

Έτσι ο Βαλαάς, πήρε τα προικιά της κόρης του και τα υπόλοιπα τα πλήρωσε «στ’ αλώνια».

ΟΙ ΒΑΛΑΑΔΕΣ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ ΡΕΝΤΑ

Δυο Βαλαάδες από τη Ρέντα (Διχείμαρρο) συναντιόνται στο δρόμο, καθώς πήγαιναν το Σάββατο στην αγορά του Τσοτυλίου, το γνωστό «παζάρ’», και ακολουθεί ο παρακάτω διάλογος, με τον οποίο κατέληξαν να … αυτοπροσδιορισθούν:

Ουρλάρ ολσούν, γιαχού (ώρα καλή, φίλε) ..

– Έβαλα σέντα, ουρλάρ ουλσούν.

Πού πααίν’τς, ρε;

Στου παζάρ’. Μ’ ισύ πού πααίν’τς; Μ’ κι ‘γω στου παζάρ’. Πόθεν είσι:

Απ’ τ’ Ρέντα. Ισύ πόθεν είσι; Μ’ κι ‘γω απ’ τ’ Ρέντα.

Εμ πώς δεν ξέρουμέστι, ρε γιαχού! Πού το ‘χ’ς του σπίτ’; Απ’ κάτ’ απ’ του τζαμί. Μ’ ισύ πού το ‘χ’ς;

Αχπάν’ απ’ του τζαμί.

Ταμάμ! lσύ … αχπάν απ’ του τζαμί κι ‘γω .. απ’ κατ’ απ’ του τζαμί. Μ’ τι θα πάρ’ς απ’ του παζάρ’;

Γ ουμάρ’. Κι σύ τι θα παρ’ ς;

Κι ‘γώ γουμάρ’. Ταμάμ!

ι συ ….. γουμαρ κι γω … γουμαρ.. !!Άιντε καλά παζαρια, ισιαλά……

Η ΑΡΡΩΣΤΙΑ ΤΗΣ ΜΠΕΗΝΑΣ

Ενός μπέη η γυναίκα αισθανόταν πόνο στο χέρι της. Ο σύζυγός της, προφανώς επηρεασμένος από τις συντηρητικές προκαταλήψεις της θρησκείας του, επισκέπτεται ο ίδιος ένα χριστιανό για­τρό, χωρίς να παρουσιάσει γυναίκα του. Απλώνει και δείχνει το χέρι του στο γιατρό και λέει:

Γιατρέ, άμα σι πουνεί ιδώγια του χέρ’, τι ιλιάτς (γιατρικό) θα του βάλ’τς;

Δεν έχει τίποτε το χέρι σου, μπέη μου.

Πουνεί άλλσυν, γιαχού. Τουχάφ Βαλαή.

Τότε να δω το χέρι που πονεί.

Και ο μπέης αγανακτισμένος:

Λιαχάβετε βελιακούβετε!! Τι του θέλ’τς να του ιδείς, γιαχού; Για, είμι ιγώ.

Χωρίς να ιδώ τον άρρωστο, δεν μπορώ να δώσω γιατρικό.

Κι ο μπέης έφυγε στενοχωρημένος.

Βιβλιογραφία

  1. 1.Απ. Βακαλόπουλου Η ΙΣΤΟΡΊΑ ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ (1354-1833) σ. 317-326
  2. 2.Ι. Φωτόπουλου Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΣΕΛΙΤΣΗΣ σ. 144,145.
  3. 3.Β.Δ. Τσακνάκη Η ΖΩΗ ΤΩΝ ΒΑΛΑΑΔΩΝ ΤΗΣ ΑΝΑΣΕΛΙΤΣΗΣ (από τη συλλογή του Κ. Τσακνάκη) Ημερολόγιον Δυτικής Μακεδονίας 1933, σ. 213,214.
  4. 4.Β.Δ. Τσακνάκη ΟΙ ΒΑΛΑΑΔΕΣ. ΟΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ ΤΟΥ ΓΚΙΝΟΣ Ημερολόγιον Δυτικής Μακεδονίας 1936 σ. 84-85.
    1. 5.Π.Κ Τσαούση ΠΩΣ ΕΓΙΝΕ Η ΑΝΤΑΛΛΑΓΗ ΤΩΝ ΒΑΛΑΑΔΩΝ ΠΆΡΑ ΤΗΝ ΘΕΛΗΣΙΝ ΤΩΝ. MΑKΕΔΟΝΙKΌV Hμερoλογiων 1960, σ. 188,189.
    2. 6.Φ. Παπαvικολάου ΠΑΙΔΙΚΕΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ, σ.117
    3. 7.Φ. Παπανικολάου ΓΛΩΣΣΑ ΚΑΙ ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ ΤΗΣ ΕΠΑΡΧΙΑΣ Βοϊου, σ. 245,246.
      1. 8.Ευστ. Πελαγίδη, Η ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΠΡΟΣΦΥΓΩN ΣΤΗ Δ. ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ, σ. 158,159.
  5. 9.Εφημερίδα της Κοζάνης ΗΧΩ ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ, φ. 573/19.12.1923.

 

Οι Βαλαάδες

Στην περιοχή της κοιλάδας του Άνω Αλιάκμονα (Βόϊο­ Γρεβενά) κατοικούσαν, ως τη χρονολογία της ανταλλαγής το 1924, ελληνόφωνοι μουσουλμάνοι, γνωστοί με το όνομα «Βαλαάδες».

Οι Βαλαάδες αποτελούν μία ειδική περίπτωση εξισλα­μισμού ολόκληρων χωριών σε μεγάλη γεωγραφική έκταση. Είναι τεκμήριο της δυναμικής των εξισλαμισμών, με όλη την τραγική διάσταση για τα ίδια τα θύματα, αλλά και για την υπόδουλη Μακεδονία. Οι Βαλαάδες είναι γνωστοί και ως «Φούτσηδες» από τη συχνή χρήση της λέξης «φούτσιμι» (αδελφούτσιμ’).

Για το όνομα, τη ζωή και την πρoέλευση των Βαλαά­δων έχουν διατυπωθεί διάφορες γνώμες και εικασίες, οι οποίες νοηματικά είναι αντικρουόμενες. Η ασυμφωνία αυ­τή είναι συνέπεια της ελλειπούς τεκμηρίωσης.

Το όνομά τους, Βαλαάς, το πήραν οι εξισλαμισμένοι κά­τοικοι της Δυτικής Μακεδονίας από τη συχνή χρήση της τουρκικής έκφρασης VaIIahy (Βαλαχί) (Μα το Θεό). Πολλοί σχετίζουν το όνομα Βαλαάς με το αλβανικό Valla που ση­μαίνει αδελφός. Μια άλλη πιθανή πρoέλευση του ονόμα­τος τους συνδέεται με την ιστορία του Ισλάμ. Στον αραβι­κό κόσμο οι εξισλαμισμένοι μη άραβες λέγονται If Μεβαντί» (Mevadi). Κάθε μεβαντί συνδεόταν με έναν ομόδοξο Άραβα με το δεσμό του Βαλαά (Valaa). Ο εξισλαμισμένος Μεβαντί ήταν υποχρεωμένος να προσφέρει τις υπηρεσίες του στον Άραβα μουσουλμάνο, με αντάλλαγμα την προστασία που του παρείχε.

Οι Βαλαάδες ήταν πράοι, καλόκαρδοι, φιλόξενοι, απλο­ϊκοί, αν και υπάρχουν πηγές που τους χαρακτηρίζουν και υποκριτές. Εμφανίζουν μεγάλη αντίθεση με τους άλλους ε­ξωμότες των Βαλκανίων π.χ. Βόσνιοι που είναι σκληρότε­ροι και από τους γνήσιους μουσουλμάνους. Είναι αφελείς και αυτό φαίνεται από το πλήθος των ανεκδότων που κυ­κλοφορούσαν εις βάρος τους οι χριστιανοί της περιοχής και την παροιμία που αυτοί χρησιμοποιούσαν: «Να Τουρ­κεψ’ να γέντ’ς Αγάς και όχι Βαλαάς». Η παροιμία δείχνει ότι παρά τον εξισλαμισμό τους δεν κατόρθωσαν να γίνουν αγάδες. Στη συνείδηση των χριστιανών δεν πέτυχαν κοι­νωνική και οικονομική αναρρίχηση ανάλογη με την επιλογή τους να αλλαξοπιστήσουν. Ήταν Τούρκοι δεύτερης κατη­γορίας, δεν υπήρχαν μεταξύ τους αγάδες. αγάδες υπήρ­χαν στην περιοχή των Καϊλαρίων.

Τα εθνικά τους αισθήματα ήταν αδιευκρίνιστα. Δεν εί­χαν διαφορές με τους χριστιανούς της περιοχής. Μόνο ο Στουγιαννάκης αναφέρει ότι οι Βαλαάδες της Ανασελίτσας πήραν μέρος στην πολιορκία και στην μετέπειτα καταστρο­φή της Νάουσας .. Δεν αναφέρεται η πηγή απ’ όπου αντλή­θηκε η πληροφορία αυτή.

Οι Βαλαάδες κατοικούσαν στις περιοχές Ανασελίτσας (Βοίου, Γρεβενών, Καστοριάς και Ελασόνας. Στα Γρεβενά και στην Ανασελίτσα κατοικούσαν μόνον Βαλαάδες, υπήρ­χαν ελάχιστοι γνήσιοι Τούρκοι. Ο πληθυσμός των Βαλαά­δων κατά την απογραφή του 1920, δεν υπερέβαινε τις 20.000 και ο μισός περίπου προερχόταν από αμιγή μουσουλ­μανικά χωριά. Στον Καζά (υποδιοίκηση) Γρεβενών, σύμφω­να με την προαναφερόμενη απογραφή υπήρχαν 19 βαλαάδικα χω­ριά, στης Ανασελίτσας 34 εκ των οποίων 16 αμιγή (είχαν μόνο μουσουλμάνους). Τα αμιγή χωριά του Καζά Ανασελί­τσας ήταν: Βαίπες (Χειμερινό), Βίνιανη (Λευκάδι), Βρόντιζα (Βροντή), Βουδουρίνα (Νέα Σπάρτη), Βρόστιανη (Αγιοι Α­νάργυροι), Γκινόσι (Μολόχα), Λάϊ (Πεπονιά), Λειψίστα (Νε­άπολη), Μαζγκάνι (Αχλάδι), Πλαζόμιστα (Σταυροδρόμι), Πυ­λωρί, Ρέντα (Διχείμαρρο), Σιρόστιανη (Λεύκη), Τσαβαλέρι (Κοιλάδι), Τσιραπιανή (Γλυκοκοκερασιά), Γιάγκοβη (Μεσο­πόταμος). Ως μικτά ορίζονται τα χωριά που οι κάτοικοί τους ήταν χριστιανοί, αλλά υπήρχαν και κάτοικοι που εί­χαν ασπαστεί το Ισλάμ. Τα μικτά χωριά του Καζά της Α­νασελίτσας είναι: Βελίστι (Ασπρούλα), Βρογκίστα (Καλο­νέρι), Δίσλαπο (Δραγασιά), Λαμπάνοβο (Σήμαντρο), Λικνά­δες, Μεσολογκόστι (Μεσόλλογγο), Ρέζνι (Ανθούσα), Ρεσού­λια (Βελος), Σολομίστι (Στέρνα), Συγκόλι (Παρόχθιο), Τρα­ποτούστι (Κλεισώρεια), Τσακνοχώρι (Ανθοχώρι), Τσιάριστα (Άγιοι Θεόδωροι), Τσοτύλι, Φυτόκι, Μπουμπούστι (Πλατα­νιά).

Σχετικά με την προέλευση των Βαλαάδων υπάρχουν οι εξής απόψεις:

-Ήταν Τούρκοι :

Ο Λουκόπουλος υποστηρίζει ότι η τουρκική παράδοση αναφέρει ότι οι Βαλαάδες ήταν Τούρκοι. Αυτό κατ’ άλλους που ασχολήθηκαν με το θέμα δεν ευσταθεί, γιατί δεν ήταν δυνατόν οι Τούρκοι να έμαθαν τα ελληνικά και να ξέχασαν τα τουρκικά σ’ ένα τουρκοκρατούμενο τόπο.

Ο Pouqueville που επισκέφτηκε την περιοχή το 1806 γράφει ότι η περιοχή κατοικείται από Τούρκους Βαρδαριώ­τες. Οι Βαρδαριώτες εξισλαμίσθηκαν μέχρι τον 140 αιώνα. Οι Βαλαάδες ήταν Μπεκτασήδες (Μωαμεθανική αίρεση). Ξέρουμε ότι ο Μπεκτασισμός πέρασε στην Ευρώπη μέσα από τα γενιτσαρικά τάγματα(παιδομάζωμα). Το συστημα­τικό παιδομάζωμα άρχισε το 1438 επί Μουράτ του Β’ και καταργήθηκε το 1670.

Ο leake το 1805 περιηγήθηκε την περιοχή και αναφέρει μόνο ότι τα χωριά ήταν χριστιανικά και μωαμεθανικά, δεν αναφέρει τίποτε για τη γλώσσα των κατοίκων ή το όνομά τους.

-Ήταν Βλάχοι :

Έχει διατυπωθεί η άποψη ότι οι Βαλαάδες ήταν Βλάχοι που εξισλαμίσθηκαν, ξέχασαν τη γλώσσα τους και στη συ­νέχεια έμαθαν τα ελληνικά. Αυτή η θεωρία δεν ευσταθεί, γιατί η περιοχή δεν είχε βλάχικα χωριά, εκτός από τα Βλα­χοχώρια των Γρεβενών, στα οποία δεν κατοικούσαν Βαλα­άδες. Επιπλέον, εάν οι Βαλαάδες ήταν Βλάχοι, θα είχαν διατηρήσει κάποιες λέξεις της βλάχικης γλώσσας, αυτό ό­μως δεν συνέβει.

-Ήταν Έλληνες εξισλαμισμένοι :

Δεν είναι εύκολο να παραβλέψει κανείς την Ελληνικότη­τα των Βαλαάδων. Διατηρούσαν ανόθευτη την Ελληνική γλώσσα, ήξεραν ελάχιστες τουρκικές λέξεις, έδιναν στα ο­νόματά τους ελληνικές καταλήξεις. Έτσι τον Αχμέτ τον έ­λεγαν Μέτκο, τον Σουλεϊμάν Σούλιο, τον Ιμπραήμ Μπράτ­κο. Σέβονταν τις παλιές εκκλησίες και τα εξωκλήσια, ήξε­ραν τις γιορτές, τις νηστείες και τα μυστήρια των χριστια­νών. Τιμούσαν κάποιους Αγίους, όπως τον Άγιο Γεώργιο και την Αγία Παρασκευή, κατέφευγαν στους Αγίους για την θεραπεία πολλών ασθενειών και ζητούσαν από αυτούς βο­ήθεια στις δύσκολες στιγμές. Έκαναν τάματα και πρόσφε­ραν στις εκκλησίες λάδι και κεριά. Ορκίζονταν στο όνομα του Χριστού και της Παναγίας. Υπάρχει η αντίληψη ότι συμπεριφέρονταν σαν κρυπτοχριστιανοί, αφού κάποιοι πήγαιναν κρυφά στις εκκλησίες και μεταλάβαιναν. Αναφέρε­ται ένα παράδειγμα για κάποιο Μεχμέτ από την Ομαλή Βοίου, ο οποίος όταν τον ρωτούσαν οι χριστιανοί χωριανοί του αν είναι Τούρκος ή Έλληνας, απαντούσε νευριασμέ­νος»Τούρκος είμαι, μα την Παναία». Μερικοί ήξεραν το κο­ράνι, δεν ήξεραν όμως να διαβάσουν. Είχαν σε μεγάλη τιμή και υπόληψη τον Άγιο Νικάνορα, πολλές φορές επισκε­πτόταν το μοναστήρι του Αγίου στη Ζάβορδα και πρό­σφεραν πλούσια δώρα. Διατηρούσαν, μέχρι το 1924 που έφυγαν από την Ελλάδα, πολλά έθιμα των χριστιανών για το γάμο, τα τραγούδια τους ήταν στην Ελληνική γλώσσα. Πίνανε κρασί, απαγορευμένo στους Μουσουλμάνους. Σπά­νια είχαν παραπάνω από μια γυναίκα.

Άλλη μια εκδοχή της προέλευσης των Βαλαάδων εί­ναι αυτή του Θ. Παπαδόπουλου στο έργο του ‘Άγναντέ­ματα απ’ τον Κλέψιου την Κορυφή» σελ. 44-58. Ο Θ. Πα­παδόπουλος γράφει: «Αμέσως μετά την κατάκτηση της Μακεδονίας από τους Τούρκους, έφεραν από την Τουρκία τους Κονιάρους και τους εγκατέστησαν στα Καραγιάwια και τα Καϊλάρια. Οι εποικιστές δεν μπορούσαν να επικοινω­νήσουν με τους ντόπιους, λόγω γλώσσας. Για να λύσουν το πρόβλημα αυτό σκέφθηκαν τους ελληνόφωνους Μουσουλμά­νους από τη Μικρά Ασία που ανήκαν στην ίδια αίρεση, ήταν Μπεκτασήδες. Τους έφεραν και τους εγκατέστησαν στις περιοχές της Ανασελίτσας και των Γρεβενών, ανάμεσα στους Κονιάρους και στις Ελληνικές ανταρτικές ομάδες, που ήδη είχαν σχηματι­σθεί στα βουνά των περιοχών αυτών». Ο Θ. Παπαδόπου­λος είχε τις αμφιβολίες του σχετικά με τις επικρατούσες απόψεις που αφορούσαν την προέλευση των Βαλαάδων. Την αφορμή για τη δική του άποψη, του την έδωσε η συ­νάντησή του με μια κυρία η οποία του είπε: » Ο πατέρας μου (Β. Καλυβίτης) το 1920 , που βρισκόταν στο Μπαλί Κεσέρ σαν επιλοχίας στο σύνταγμα Πρωτοψάλτου, βρέ­θηκε σ’ ένα Τουρκοχώρι. Σε μια αναγνωριστική εξόρμηση η ομάδα του έπεσε πάνω σε κάτι παιδάκια που του είπαν:

«Βαλαχάδες Τούρκοι είμιστι ‘εφέντψ κι ο κόσμους είναι στο τζαμί, έχουμε μνημόσυνο». Οι στρατιώτες βρήκαν τους Τούρκους να τρώνε κόλυβα. Οι μουσουλμάνοι δεν κάνουν μνημόσυνα και δεν τρώνε κόλυβα. Τους λέγανε Βαλαχάδες, γιατί κατά τους εξισλαμισμούς όταν ο Χότζας τους ρωτούσε : » Ορκίζεσαι πίστη στον Αλλάχ» απαντούσαν Βαλλαχί (Μα το Θεό). Ο συγγραφέας υποστηρίζει ότι αυ­τή η θεωρία μπορεί να εξηγήσει την πολιτιστική και πνευ­ματική στάθμη των Βαλαάδων, που ήταν χαμηλότερη των Τούρκων και πολύ υποδεέστερη των Ελλήνων της περιο­χής. Η αλλαγή εθνικότητας και θρησκείας βέβαια, δεν ση­μαίνει απαραίτητα και μείωση της νοημοσύνης.

Οι Βαλαάδες

Ο Γυμνασιάρχης Ν. Καλινδέρης ασχολήθηκε με την τοπική ιστορία της Δυτικής Μακεδονίας και τη μελέτη του θέματος των Βαλαάδων. Σε επίσκεψή του στην Ανασελίτσα και τα Γρεβενά, άκουσε λαϊκές παραδόσεις, οι οποίες τοποθε­τούν τους εξισλαμισμούς στους χρόνους αμέ­σως μετά την κατάκτηση της περιοχής από τους Τούρκους στο τέλος του 14ου αιώνα. Λέγανε οι ντόπιοι : «Από τότε που πήραν του μέρους οι Τούρκοι, απού χρόνια πολλά» και» μ’ ότι πήραν την πόλη, γύρισαν (αλλαξοπίστησαν) αυτοί για να κρατήσ’ν του καλύτερου τόπου που είχαν «. Ο Καλινδέρης παρατηρεί ότι εάν οι Έλληνες εί­χαν εξισλαμιστεί τόσο παλιά, θα είχαν μάθει τα τουρκικά με το πέρασμα των χρόνων, αυτό όμως δεν συνέβη. Πιθανόν να είχαμε μεμονωμένες αλ­λαξοπιστίες και όχι ομαδικές, όπως αυτές των Βαλαάδικων χωριών.

Η γενική εντύπωση είναι ότι οι εξισλαμισμοί των Βαλαάδων έγιναν σταδιακά με την έναρξη του 18ου αιώνα. Ο σταδιακός εξισλαμισμός φαί­νεται και από τη δράση του Αγίου Νικάνορα στην περιοχή των Γρεβενών που, περπατώντας από χωριό σε χωριό, δίδασκε στους χριστιανούς την ευσέβεια. » Όθεν πολλούς εστερέωσε προς την εις Χριστόν πίστιν ο Μακάριος » γράφει ο βιο­γράφος του οσίου Νικάνορα, υπονοώντας τους πολλούς εξισλαμισμούς το 16ου αιώνα. Οι εξισλα­μισμοί συνδέονται και με άλλα ιστορικά γεγονό­τα της περιοχής, όπως οι καταστροφές του Σι­σανίου. Η πρώτη τοποθετείται το 1571 και η δεύ­τερη το 1695 – 1699. Τότε έχουμε εκτεταμένους διωγμούς των χριστιανών και το μαρτυρικό θά­νατο δύο επισκόπων της περιοχής. Μετά τη δεύ­τερη καταστροφή, ο επίσκοπος Σισανίου Ζωσι­μάς θα αναγκασθεί να μεταφέρει την έδρα της επισκοπής στη Σιάτιστα. Εκτός της καταστροφής του Σισανίου και οι δύο καταστροφές της Σέλι­τσας (Εράτυρα), επηρέασαν όλη την περιοχή. Η πρώτη καταστροφή της Σέλιτσας έγινε το 1774, σύμφωνα με κάποιο ενθυμησιογράφο Καλλίνικο που μας διέσωσε, την ενθύμηση επί φύλλου βι­βλίου λόγων του ιερού Δαμασκηνού, και την πλη­ροφορία και τον απολογισμό της καταστροφής. Η δεύτερη έγινε το 1824, αμέσως μετά την Ελ­ληνική Επανάσταση και την εξόντωση του Αλή Πασά.

Σημαντικές πληροφορίες για την περιοχή μας διέσωσε ο Β. Νικολαίδης, Έλληνας αξιωματικός, που γνώρισε τους Τούρκους της Ανασελίτσας και των Γρεβενών, στο έργο του που εκδόθηκε στα γαλλικά το 1859 στο Παρίσι. Εκτός από τις γενι­κές πληροφορίες που μας δίνει, μας παρέχει και το ιστορικό του εξισλαμισμού των κατοίκων της περιοχής. Ο Νικολαίδης γράφει: » Προ δύο αιώ­νων περίπου (1650 – 1660) δύο νέοι Έλληνες πή­γαν στην Κων/πολη και αφού αλλαξοπίστησαν πή­ραν τα ονόματα ο ένας Σινάν Τσαούς και ο άλ­λος Χουσείν Τσαούς. Αργότερα οι δύο νέοι, ε­πέστρεψαν στην πατρίδα τους, το χωριό Λούφρι, που τα ερείπια σώζονται ακόμη κοντά στη Λει­ψίστα και άρχισαν τον προσυλιτισμό των κατοί­κων. Το κήρυγμα τους βρήκε ανταπόκριση στους κατοίκους της Ανασελίτσας. Οι δύο αυτοί αρχη­γοί πήραν τον τίτλο του μπέη , που φέρουν ακό­μη οι απόγονοί τους». Ο Ζώτος Μολοσός δέχε­ται την ιστορία, συμπληρώνει όμως ότι οι δύο νέοι ονομάζονταν ως χριστιανοί Κων/νος και Α­θανάσιος και ότι σ’ αυτούς παραχωρήθηκαν, ε­κτός από τους στρατιωτικούς βαθμούς και τα προνόμια και τα δικαιώματα των προνομιούχων οικογενειών των κατακτητών των χρόνων του Μωάμεθ του Β’ του κατακτητή. Στην περιοχή της Νεάπολης δεν υπάρχει χωριό Λούφρι, ούτε σαν παλιοχώρι ούτε ως τοπωνύμιο. Όπως όλοι ξέρου­με, υπάρχει μόνο το χωριό Λούβρη, ΝΔ της Νε­άπολης. Αν οι πληροφορίες του Νικολαίδη προέρχονταν από γραπτές πηγές, θα ήταν περισ­σότερο εξακριβωμένες και ως προς το χρόνο που οι δύο νέοι πήγαν στην Κων/πολη και αν ή­ταν θύματα απαγωγής (παιδομάζωμα), και του­λάχιστον θα ξέραμε πότε γύρισαν και απέκτη­σαν δύναμη στην περιοχή. Από τα γραφόμενα του Νικολαίδη προκύπτει ότι όσοι από τα χωριά προσηλυτίστηκαν, κατέβηκαν και κατοίκησαν στη Λειψίστα, όσοι αρνήθηκαν να αλλαξοπιστήσουν κατέφυγαν στις κοντινές ορεινές περιοχές. Ο Νι­κολαίδης αναφέρει επίσης ότι οι γέροι Μπέηδες της Λειψίστας θυμούνταν με υπερηφάνεια τους προγόνους τους και πιθανόν να είχαν στα χέρια τους κάποιο έγγραφο. Δυστυχώς το αρχείο του ιεροδίκη της περιοχής κάηκε το 1912 και μαζί μ’ αυτό κάθε επίσημο έγγραφο, απ’ όπου αντλού­σαν τις αναμνήσεις τους οι πλέον μορφωμένοι κάτοικοι της Λειψίστας. Ο Καλλινδέρης γράφει ότι η ιστορία της αποστασίας, όπως παραδίδεται από τον Νικολαίδη, φαίνεται ότι είναι η πλη­ρέστερη και πλέον ικανοποιητική, γιατί εκτός των άλλων ορίζει σαν τόπο εξόρμησης τη Λειψίστα και σαν τρόπο αλλαξοπιστίας τον προσηλυτισμό.

Το 1639 ο Δεσπότης Σισανίου, έστειλε έγγρα­φο, επιτίμιο, προς τον ιερέα και τους λοιπούς χριστιανούς του χωριού Γκινόσι (Μολόχα) και α­φορούσε «τέχναις μαγικαίς» δηλ. μάγια που έ­καναν οι χωριανοί σε ένα συγχωριανό τους και δεν μπορούσε να τεκνοποιήσει, παρ’ ότι ήταν 12 χρόνια παντρεμένος. Αυτό το έγγραφο αποτε­λεί σπουδαίο τεκμήριο που λέει ότι ο εξισλαμι­σμόςτου χωριού έγινε μετά το 1639.

Ο Καλλινδέρης επισκέφτηκε τα χωριά της πε­ριοχής, συνέλεξε αναμνήσεις των γερόντων της περιοχής, συνέδεσε αυτές με τα ελάχιστα στοι­χεία που είχε, για να βγάλει συμπεράσματα ως προς το χρόνο των εξισλαμισμών. Συγκεκριμένα σε συνάντηση (1935) στο Μεσόλογγο με το γέ­ροντα Χριστόδουλο Καράπαπα, με τη βοήθεια οικογενειακών ενθυμίσεων, μπόρεσαν να προσ­διορίσουν ότι :

– Το 1700 περίπου αλλαξοπίστησε η μία συ­νοικία του χωριού Μεσολογγόστι ( το χωριό εί­χε δύο συνοικίες), το χωριό Βελίστι (Ασπρούλα) και όλοι οι χριστιανοί της Πλαζόμιστας (Σταυ­ροδρόμι).

– Ο προπάππος του Χριστόδουλου, Παπαθα­νάσης, θυμόταν το τζαμί της άλλης συνοικίας που ήταν εκκλησία του Αγίου Νικολάου, μετε­τράπη δε σε τζαμί, όταν ζούσε ο παππούς του Παπαθανάση (1670).

– Ο Παπαθανάσης «σουίζονταν» (ήταν συγγε­νείς) ήταν ξαδέλφια, με τον Σιάγίν αγά από το Βε­λίστι (Ασπρούλα).

Το 180 αιώνα σημάδεψε η παρουσία του Κο­σμά του Αιτωλού στην περιοχή. Η επίδραση του Πατροκοσμά ήταν βαθιά και ευεργετική στις ψυ­χές των χριστιανών της Δυτικής Μακεδονίας. Α­κόμα σε πολλά χωριά σώζεται ζωντανή η ανά­μνησή της διέλευσης και οι διδαχές του Πατρο­κοσμά. Από έγγραφο της Μονής Ζάβορδας των Γρεβενών μαθαίνουμε ότι «πολλούς έβαλε σε θε­ογνωσίαν», πράγμα που υποδηλώνει έντονη ιεραποστολική δράση του Πατροκοσμά εξαιτίας των εξισλαμισμών. Όταν το 1775 βρέθηκε στη Σιάτιστα, είπε στους κατοίκους της «θα έλθη και­ρός να σας πάρουν οι εχθροί σας και τη στάχτη από τη φωτιά σας, αλλά να μην αλλάξετε την πί­στη σας, όπως θα κάνουν άλλοι «. Τη ρήση αυτή του Πατροκοσμά πολλοί τη συνδέουν με τους Βαλαάδες. Οι περιοχές της Ανασελίτσας και των Γρεβενών, λίγο πριν το τέλος του 18°υ αιώνα, ή­ταν κάτω από την κυριαρχία του Αλή Πασά, όπως και ένα μεγάλο μέρος της Μακεδονίας. Αυ­τό έκανε κάποιους ερευνητές να ανάγουν τους εξισλαμισμούς των Βαλαάδων την εποχή αυτή. Υπήρχαν, άλλωστε παραδόσεις και αναμνήσεις των κατοίκων των περιοχών αυτών, που τοποθε­τούν την αλλαξοπιστία την εποχή αυτή και όλο το διάστημα του 19°υ αιώνα της κυριαρχίας του Αλή Πασά. Ο leake και ο Pouqeville που επισκέ­φτηκαν την περιοχή στους χρόνους του Αλή Πα­σά, δεν διαπίστωσαν φαινόμενα ομαδικού εξισλα­μισμού. Είναι αδύνατο να είχε αλλαξοπιστήσει η περιοχή πριν 10 χρόνια και να μην είχε πέσει στην αντίληψή τους.

Ο κώδικας του Νεοφύτου που περιλαμβάνει κατάλογο των χωριών της εκκλησιαστικής επαρ­χίας Σισανίου και Σιατίστης, γράφτηκε από τον επίσκοπο της επαρχίας Νεόφυτο το 1797. Εάν οι εξισλαμισμοί γίνονταν επί των ημερών του Νεο­φύτου ή λίγο πιο μπροστά δεν θα το ανέφερε ;

Εκτός όμως από αυτά, είναι γνωστό ότι ο Α­λή Πασάς δεν ενδιαφερόταν για τη διάδοση της Μουσουλμανικής θρησκείας, παρά μόνο για τη στερέωση και την επέκταση της κυριαρχίας του.

Ατομικές περιπτώσεις εξισλαμισμού των κα­τοίκων το 19° αιώνα έχουμε :

Μιας γυναίκας από το Τσούρχλι (Άγιος Γεώργιος) το 1835

Μιας γυναίκας από τη Θεσσαλία που δι­ηρπάγη ή ακολούθησε οικειοθελώς ένα μπέη από την Πλάζουμη (Ομαλή).          ..

Του ιερέα Παπαγιάννη από τη Λούβρη που έγινε χότζας το 1845. (Τον τιμώρησε ο επί­σκοπος Σισανίου για ανάρμοστες πράξεις).

Από όλα αυτά που αναφέραμε φαίνεται ότι οι εξισλαμισμοί ήταν μια διαδικασία που χρειά­στηκε πολλά χρόνια για να ολοκληρωθεί. Από ι­στορική άποψη δεν μπόρεσε να προσδιοριστεί ο ακριβής χρόνος του εξισλαμισμού τους. Μπο­ρούμε όμως να προσδιορίσουμε τα χρονικά ό­ρια μέσα στα οποία το φαινόμενο γνώρισε τη με­γαλύτερη έξαρσή του.

Οι καταστροφές της Σέλιτσας και ιδίως η δεύτερη (1695 – 1699) πρέπει να αποτελούν την αφετηρία της έναρξης των εξισλαμισμών της πε­ριοχής Βοίου. Την ίδια εποχή έχουμε εξασθένη­ση και παρακμή των περιοχών αυτών. Το 1797, έναν αιώνα μετά την καταστροφή, ο κώδικας του Νεοφύτου αναφέρει ως αμιγή μουσουλμανικά χωριά : τη Λειψίστα, το Βαίπεσι, το Γκινόσι, Λάϊ, Πλαζόμιστα, Πυλωρί και την Τσαραπιανή. Αυτά τα χωριά έμειναν αμιγή μουσουλμανικά μέχρι την ανταλλαγή των πληθυσμών το 1924. Στο διά­στημα 1797 – 1924 έγιναν αμιγή τα χωριά: Βρόν­δριζα, Βρογγίστα και Γιάγκοβη. Όλα τα υπόλοιπα χωριά της επαρχίας Ανασελίτσας ήταν μικτά (με χριστιανούς και μουσουλμάνους). Τα χωριά Βουδουρίνα, Φυτόκι, Τσακνοχώρι και το Τσοτύ­λι που ήταν χριστιανικά στον κώδικα Νεοφύτου, στο διάστημα 1797 – 1924 έγιναν μικτά. Τα ανω­τέρω τέσσερα χωριά δεν έγιναν μικτά λόγω εξι­σλαμισμού, αλλά εξαιτίας μετακινήσεων πληθυσμών για λόγους ασφάλειας ή για το συμφέρον των μπέηδων. Έτσι μπορούμε να πούμε ότι τα όρια εξισλαμισμού των Βαλαάδων είναι κυρίως στο διάστημα 1695 – 1912 χωρίς να λείπουν με­μονωμένες περιπτώσεις εξισλαμισμού.

Για τους Βαλαάδες της περιοχής Γρεβε­νών βασικές πηγές είναι ο κώδικας της Ζάβορ­δας του 1692 και η κατάσταση των εισφορών της Μητρόπολης των Γρεβενών το 1858, που έγρα­ψε ο επίσκοπος Γρεβενών Αγάπιος. (Κώδικας Ζάβορδας κατάλογος των χωριών της εκκλησιαστι­κής επαρχίας Γρεβενών 1692). Από τα παραπάνω προκύπτει ότι για την περιοχή των Γρεβενών, το χρονικό διάστημα των εξισλαμισμών οριοθετεί­ται μεταξύ του 1692 – 1912, χωρίς να αποκλείο­νται μεμονωμένες περιπτώσεις.

Μπορούμε να πούμε ότι τα χρονικά όρια του εξισλαμισμού των Βαλαάδων Ανασελίτσας και Γρεβενών ταυτίζονται Η πορεία του εξισλαμι­σμού των Βαλαάδων ήταν αργή και συνεχής στο διάστημα του 19°υ αιώνα, και έτσι δεν έχασαν την ελληνικότητά τους .

Σχετικά με τους λόγους εξισλαμισμού α­ναφέραμε κάποιους. Μπορούμε να πούμε για μια ενθύμηση χωρίς χρονολογία που βρέθηκε σ’ ένα ευαγγέλιο του χωριού Λόπεσι Βοίου (Απιδέ­α) και δείχνει την όλη κατάσταση που επικρα­τούσε στην περιοχή. Λέει η ενθύμηση : » Κατα­ραμένις γινέκις αναγκάζουν τους άντρας της. Ά­ντρα μου γένου Τούρκος να μην πληρώνεις χα­ράτζη. Αλήμονο εις αυτές τη κόλαση παντεχέ­νης». Η μαρτυρία αυτή δείχνει τις δυσβάστακτες οικονομικές επιβαρύνσεις, που οδήγησαν πολ­λούς να γίνουν μουσουλμάνοι, προκειμένου να απαλλαγούν από αυτές. Ανάλογη είναι και η μαρ­τυρία κατοίκου του Μεσολογγόστι το 1856, που έλεγε ότι είχαν εξισλαμισθεί γιατί: «Έπιρναν βάριναν το δούνις του βιό του μπέη. Στο Λειψίστι είχαν έρθει 2-3 τουρκογενίτσαροι. Αυτοί είχαν τ’ς πληρουμένοι που γυρνούσαν τα χωριά. Οι φθουνεροί γύριζαν (αλλαξοπίστησαν). Άλλοι για να έχ’v δόξα, να μη τ’ς πειράζν». Η βαριά καταπί­εση που υφίσταντο ήταν προφανώς η αιτία που αλλαξοπίστησαν, για να γλιτώσουν. Αυτό δεν ση­μαίνει ότι δεν υπήρχαν και οι φιλόδοξοι και οι αργυρώνυτοι.

Ένας άλλος παράγοντας που βοήθησε στον εξισλαμισμό των Βαλαάδων ήταν η ύπαρξη διαφόρων μοναστηριών στην περιοχή. Τέτοια μο­ναστήρια ήταν ο Τεκές της Δραγασιάς στα Ό­ντρια και ο Τεκές της Πηγαδίτσας στα Γρεβενά. Οι Βαλαάδες ανήκαν στην αίρεση του Χατζή Μπε­κτάς (Μπεκτασήδες), όπως σχεδόν όλοι οι Βαλ­κάνιοι που εξισλαμίστηκαν επί Τουρκοκρατίας.

ΜΑΙΡΗ ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΥ – ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΟΥ

 
 
Από την ιστοσελίδα του Λυκείου Νεάπολης Βοΐου  lyk-neapol.koz.sch