» ΔΩΡΙΚΟ ΑΠΑΥΓΑΣΜΑ» – Τό χωριό ΝΑΜΑΤΑ Boΐου στήν ἀναζήτηση τῆς ἀπώτερης ἱστορικῆς του ταυτότητας. ( Ἀρχιμ. Γρηγορίου Δ. Παπαθωμᾶ)

Ἀρχιμ. Γρηγόριος Δ. Παπαθωμᾶς Σεπτέμβριος 2015
Καθηγητής τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν

ΔΩΡΙΚΟ ΑΠΑΥΓΑΣΜΑ

(Τό χωριό ΝΑΜΑΤΑ στήν ἀναζήτηση τῆς ἀπώτερης ἱστορικῆς του ταυτότητας.
Μία δειγματοληπτική συμβολή στήν Ἱστορία τοῦ Δυτικομακεδονικοῦ χώρου
καί στήν ἀνάδειξη τοῦ Ἑνιαίου Δωρικοῦ Χώρου στήν Ἑλλάδα)
In memoriam
τοῦ συναδέλφου καί συμπατριώτου
Δημητρίου Πάντου, Δυτικομακεδόνος…

…«Σκοτῶστε με!…
Δέν θά σκοτώσετε ὅμως ποτέ τούς αἰῶνες!…».
(Λόγια δανεισμένα ἀπό τόν Chateaubriand
στόν Λουδοβῖκο XVIII).

«Ὄχι!… Δέν θά μοῦ πάρετε τήν ἀστραπή
ἀπό τά χείλη!…».
(Paul Valery).
Ἡ ἱστορία τοῦ μικροῦ ὀρεινοῦ χωριοῦ Νάματα ἐγγράφεται στήν εὐρύτερη ἱστορία τῆς μαρτυρούμενης ἀπό τήν ἑλληνική Ἀρχαιότητα ἐπαρχίας Βοίου (Ἀρχαία Ἐλίμεια) τοῦ σημερινοῦ νομοῦ Κοζάνης. Πράγματι, ὅταν λίγο πρίν ἀπό τό 1200 π.Χ. οἱ Δωριεῖς, τό τέταρτο, πολυπληθέστερο (λόγῳ καί τῆς μεταγενέστερης καταφυγῆς τους σέ ὀρεσίβιες περιοχές) καί τελευταῖο ἑλληνικό φύλο, κατέβηκαν πανδημεί στή χώρα τῶν Ἀχαιῶν, ἀναζητώντας εὐρεῖς ἀκατοίκητους τόπους γιά εὐδοκιμώτερη ἐγκατάσταση, ἀκολούθησαν τίς παράπλευρες κοιλάδες πού χαράσσουν οἱ ποταμοί Μάργος (Μοράβας) καί Ἀξιός. Καί ὅταν ἔφτασαν στήν πεδιάδα τῆς Θεσσαλονίκης, ὅπου βρίσκονται κοντά-κοντά οἱ ἐκβολές τῶν ποταμῶν Ἀξιοῦ καί Ἁλιάκμονα, ἀκολούθησαν τήν κοίτη τοῦ Ἁλιάκμονα ἀνάστροφα πρός τή ροή τοῦ νεροῦ καί ἀνέβηκαν ψηλότερα, στά σχηματιζόμενα ἐκεῖ λίμνεια ὑψίπεδα καί λιμνώδη ὀροπέδια (σημερινή Δυτική Μακεδονία-Κοιλάδα τοῦ Ἁλιάκμονα, ἡ ἀρχαία «Ἄνω Μακεδονία»), φθάνοντας μέχρι τά ὀροπέδια τῶν πηγῶν του. Ἀπό ἐκεῖ διασπάρθηκαν ἀπό Βορρά πρός Νότο σέ ὁλόκληρη τήν ἐπιμήκη Πίνδο, τό ὀρεινό πολύκορφο συγκρότημα τῆς ἑλληνικῆς ἐνδοχώρας, ἀπό τόν Βόρα καί τό Βοῖον ὄρος (Τζένα καί Σμόλικα) μέχρι τόν Παρνασσό. Αὐτή ἡ εὐρύτερη ὀρεινή ἠπειρωτική ἐνδοχώρα τῆς ἑλληνικῆς χερσονήσου, τήν ὁποία ἀποκαλοῦσαν τότε Ἄνω Ἑλλάδα (τά ὀρεινά μέρη) σέ ἀντίθεση μέ τήν Κάτω Ἑλλάδα (τά πεδινά καί παραθαλάσσια μέρη) [πρβλ. Ἄνω καί Κάτω Αἴγυπτος], διασώζει μέχρι καί σήμερα πέντε ἀρχαῖα ὀνόματα-τοπωνύμια, ἀπό βορρά πρός νότο, πού σχετίζονται μέ τή δωρική κάθοδο καί προέλευση τῶν κατοίκων: Βόϊο (Εὐ-βοῖον), Βοιω-τία, Βοιόν (Γραβιᾶς, δίπλα στήν ἀρχαία δωρική Τετράπολη), Εὔ-βοια καί Βοιές (Λακωνίας). Ἀπό τούς Δωριεῖς ὀνομάσθηκαν ἡ φοινικική πόλη Καδμεία Θήβα καί ἡ χώρα τους Βοιω-τία. Οἱ Δωριεῖς (Μακεδόνες, Ἠπειρῶτες, Ρουμελιῶτες καί Λάκωνες), «γένος τὠῥχαῖον», ὅπως γράφει ὁ Ἡρόδοτος, ἔχοντας ἐπιδείξει ἔντονη γεωγραφική κινητικότητα, ἁπλώθηκαν καί κατοίκησαν στίς ἑκατέρωθεν περιοχές τῆς μακροσκελοῦς ὀροσειρᾶς τῆς Πίνδου (Ἡρόδοτος, Ι, 56), γιατί τά πεδινά, τά παραθαλάσσια, τά νοτιώτερα τοῦ Παρνασσοῦ, καί τά νησιωτικά μέρη τῆς Ἑλλάδος, δηλαδή ὁλόκληρη τή στεφάνη τοῦ Αἰγαίου καί τήν πολυνησία της, τά κατεῖχαν πρίν ἀπό αὐτούς οἱ Ἀχαιοί καί οἱ ἀφομοιωθέντες ἀπό αὐτούς προέλληνες Πελασγοί καί Φοίνικες.
Μέ δύο λόγια μόνο, σήμερα εἴμαστε σέ θέση νά ἀποκαταστήσουμε τίς ὄψεις τῆς πρωταρχικῆς διαδρομῆς τῆς εἰσόδου καί τῆς ἄφιξης τῶν Δωριέων στήν νοτιο-βαλκανική περιοχή καί τόν ἑλλαδικό χῶρο. Ἔφτασαν κατερχόμενοι πρός νότο μέχρι τίς ἐκβολές τοῦ Ἁλιάκμονα καί μέ μία δεξιόστροφη πορεία μορφολογικῆς ἐπιλογῆς διῆλθαν μέσα ἀπό τούς ἀνατολικούς φυσικούς πυλῶνες τῆς σημερινῆς Δυτικῆς Μακεδονίας, πού δημιουργεῖ ὁ Ἁλιάκμονας στή διέλευσή του, μέ κατεύθυνση στίς ὀροπέδιες περιοχές τῆς Ἀνατολικῆς Πίνδου.
Οἱ Δωριεῖς ἀναπτύχθηκαν γρήγορα καί προχώρησαν ἐκ νέου ὡς «κατιόντες» σέ δεύτερη κλιμακωτή κάθοδο, κατερχόμενοι καί πάλι πανδημεί ἀπό τήν Ἄνω Ἑλλάδα στήν Κάτω διακτινισμένα, σέ προοπτική καί σέ ρυθμό ὁμόκεντρων κύκλων, καί τήν κατέλαβαν τό πολύ μέσα σέ μία γενιά. «Κάτειμι», ὡς γνωστόν, σημαίνει «κατέρχομαι ἀπό τά ψηλά μέρη στά χαμηλά» καί ὄχι μόνο «κατέρχομαι ἀπό τόν Βορρά». Ἡ νέα αὐτή κάθοδος ἔγινε πρός τέσσερεις κατευθύνσεις: πρός ἀνατολάς, ἀπό τήν ἀνατολική καί νότια Πίνδο πρός τή Βοττία καί τή Φθία (Θεσσαλία)· πρός δυσμάς, ἀπό τή δυτική καί νότια Πίνδο πρός τήν τότε λεγόμενη Κεφαλληνία (δυτική Κάτω Ἑλλάδα)· πρός νότον, ἀπό τά ὄρη Ἀσέληνον (Γκιώνα) καί Παρνασσό πρός τήν Ἰωνία καί τήν Πελοπόννησο· καί πρός βορράν, ἀπό τήν δυτική Πίνδο πρός τήν πεδινή Χαονία (Βόρειο Ἤπειρο). Ἐπρόκειτο δηλαδή γιά ἕνα νέο, πολυάριθμο καί ἰσχυρό κύμα τῶν Δωριέων, οἱ ὁποῖοι προφανῶς ἐπωφελήθηκαν ἀπό κάποια χαλάρωση καί παρακμή τῶν ἀδελφῶν τους Ἀχαιῶν καί ἀπό τήν ἀσθενῆ παρουσία τῶν Φοινίκων. Εἶναι ἡ ἐποχή (ἀρχές 11ου αἰ. π.Χ.) πού οἱ Δωριεῖς υἱοθέτησαν ἀπό τούς Φοίνικες τό ἀλφάβητο καί μέ αὐτό οἱ Ἕλληνες πέρασαν ἀπό τήν προϊστορία στήν ἱστορία. Στό μεταξύ, οἱ Δωριεῖς τῆς Ἄνω Ἑλλάδος (Ἄνω Μακεδονίας), πού δέν ὑπῆρξαν μέχρι τότε ὡς ὀργανωμένο κράτος, διακρίθηκαν σέ τρεῖς ὁμάδες: ἡ ὁμάδα τῆς ἀνατολικῆς Πίνδου λεγόταν Μακεδόνες, ἡ ὁμάδα τῆς δυτικῆς Πίνδου Μολοσσοί (Ἠπειρῶτες) καί ἡ ὁμάδα τῆς νοτίου Πίνδου Αἰτωλοί. Ἡ κάθοδος τῶν δωρικῶν φύλων ἀπό τά ὀρεινά στά πεδινά μέρη –καί ἀνεξάρτητα ἀπό μαγνητικούς προσανατολισμούς– συμφωνεῖ μέ τήν ἐγκατάστασή τους σέ ὅλες τίς προαναφερθεῖσες περιοχές πού ἀπέχουν πολύ ὄχι μόνον μεταξύ τους ἀλλά καί ἀπό τό σημεῖο τῆς ἀρχικῆς κοινῆς ἀφετηρίας τῶν Δωριέων. Καί γιά τήν Ἱστορία, ἡ τρίτη κάθοδος τῶν Δωριέων καί ἡ τελευταία εἶναι αὐτή τῶν Μακεδόνων, πανστρατιά αὐτή τή φορά, μέ ἀρχηγό τόν Φίλιππο καί τόν γιό του Μεγαλέξανδρο (4ος αἰ. π.Χ.), ὁ ὁποῖος ἑνοποίησε τήν Ἑλλάδα καί τά τέσσερα διακριτά ἑλληνικά φύλα σέ μία πολιτισμική ὀντότητα (τό Κοινόν τῶν Ἑλλήνων – 337 π.Χ.) πού μεγαλούργησε ὡς τέτοια στήν εὐρύτερη στεφάνη τῆς Μεσογείου καί σέ ὁλόκληρη τήν Οἰκουμένη. Αὐτό εἶναι τό ἱστορικό πλαίσιο γεωεγκατάστασης τῶν Δωριέων στόν ἀρχαιο-ελλαδικό χῶρο (12ος-4ος αἰ. π.Χ.).

 

((Συνακόλουθα, θά μποροῦσε παρενθετικά νά εἰπωθεῖ ἐδῶ, ὅτι ἀπό αὐτό προκύπτει, ἐπίσης, τό πῶς οἱ σημερινοί Βλάχοι τῆς Ἑλλάδος καί τῶν νοτίων Βαλκανίων εἶναι Δωριεῖς, πού στό διάβα τῶν αἰώνων, μετά τή ρωμαϊκή κατάκτηση καί τόν γλωσσικό τους ἐκλατινισμό, ἔγιναν δίγλωσσοι γιά τούς ἱστορικούς λόγους πού εἶναι σέ ὅλους μας γνωστοί. Πρόκειται γιά τόν ἱστορικά ἀρχικό ἀνθρωπωνυμικό ἐκρωμαϊσμό λαοτήτων κατά τόπους, πού ἐπέφερε καί τήν ὀνοματολογική ποικιλία.
Ἐδῶ, ἄς παρατεθεῖ μόνο μία ἱστορική λεπτομέρεια πού συνιστᾶ κλειδί στήν κατανόηση τῶν πραγμάτων. Εἶναι γνωστό στούς ἱστορικούς τῆς ρωμαϊκῆς ἐποχῆς, ὅτι ἡ Ρώμη ἐπιδόθηκε σέ γλωσσικό ἐκλατινισμό τῶν λαοτήτων τῆς ἐκτεταμένης Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας σέ Ἀνατολή καί Δύση, καί κυρίως στίς ὅμορες γεωγραφικά περιοχές της, ὅπως εἶναι οἱ περιοχές τῆς Βαλκανικῆς Χερσονήσου (Illyricum Orientale) –κάτι πού εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα τή δημιουργία τοῦ Latinum Balcanicum, δηλαδή τῆς λαϊκῆς λατινικῆς γλώσσας [τά βλάχικα] τῆς Βαλκανικῆς– καί τῆς Δυτικῆς Εὐρώπης. Μέ βάση τήν ἀνάπτυξη αὐτῶν τῶν λαοτήτων, σέ σχέση μέ τόν ἄξονα τῶν δύο παράλληλων βασικῶν ὁδικῶν ἀρτηριῶν στά Βαλκάνια, τῆς Ἐγνατίας ὁδοῦ καί τῆς ὑδάτινης ὁδοῦ τοῦ Δούναβη, ἀναπτύχθηκαν τέσσερεις νεολατινικές γλῶσσες στήν ἀχανῆ Ρωμαϊκή Αὐτοκρατορία. Ὅσοι πληθυσμοί κατοικοῦσαν βόρεια τοῦ Δούναβη, μιλοῦσαν τή Ρουμανική, αὐτοί πού κατοικοῦσαν στήν Ἴστρια, μιλοῦσαν τήν Ἰστριακή, ἐνῶ αὐτοί πού κατοικοῦσαν στή νότια Βαλκανική μιλοῦσαν τή Βλάχικη, καί τή Μαγλενιτική μιλοῦσαν ὅσοι βρίσκονταν ἐγκατεστημένοι στή μεθόριο μέ τά Σκόπια. Οἱ πληθυσμοί πού δέν εἶχαν ἰσχυρό πολιτισμικό παρελθόν, ἀφομοιώθηκαν γλωσσικά πλήρως, υἱοθετώντας τή λατινική γλώσσα ὡς γλώσσα τους, στό μέτρο τῆς προφορικῆς καί μή γραπτῆς παράδοσης μέσῳ τῆς ὁποίας τήν προσέλαβαν, ἐνῶ οἱ πληθυσμοί πού εἶχαν πολιτισμικές προϋποθέσεις, τήν υἱοθέτησαν ὡς δεύτερη παράλληλα ὁμιλούμενη γλῶσσα. Στήν πρώτη περίπτωση ἀνήκουν οἱ Πορτογάλοι (μαζί μέ τούς ἐκλατινισθέντες Ἱσπανούς ἤ τούς Γαλάτες πού ἕπονται) καί οἱ Ρουμᾶνοι, οἱ δύο πλέον διαφορετικοί φυλετικά λαοί μεταξύ τους –καί οἱ ἀπό κοινοῦ κληρονόμοι τῆς ἴδιας γλωσσικῆς κληρονομιᾶς– ἀλλά καί οἱ πλέον ἐγγύτεροι γλωσσικά, ἐνῶ στή δεύτερη ἀνήκουν μεταξύ τῶν ἄλλων οἱ Δωριεῖς Βλάχοι τῶν ἱστορικῶν ὁρίων καί χώρων τοῦ Ἑλληνισμοῦ.

Ἡ δεύτερη περίπτωση ὑποδηλώνει ἀπαρχές ἐκλατινισμοῦ Ἑλλήνων, δηλαδή τήν ἀφετηρία ἱστορικῆς γένεσης τῶν Βλάχων. Ἑπομένως, τό «βλάχος» συνιστᾶ ἑτεροπροσδιορισμό καί ὄχι ἐθνο-φυλετική ἰδιότητα προέλευσης καί καταγωγῆς. Ἔτσι, οἱ δίγλωσσοι Δωριεῖς Βλάχοι τῆς Ἑλλάδος καί τῶν Βαλκανίων εἶναι γλωσσικά –καί ὄχι ἐθνοφυλετικά– συγγενεῖς, καί κατά ἱεράρχηση συγγένειας, μέ τούς Πορτογάλους πρῶτα, ἔπειτα μέ τούς Ρουμάνους καί ὕστερα μέ τούς Ἰταλούς (πού εἶναι καί οἱ φυσικοί διάδοχοι τῆς πολιτισμικῆς κληρονομιᾶς τῶν Λατίνων, ὄντες στόν ἴδιο γεωγραφικό χῶρο). Ἀλλά, νά, δέν βρεθήκαμε τοπογραφικά ὡς Ἑλλάδα δίπλα στήν Πορτογαλία, γιά νά «ἰσχυρίζωνται» οἱ Πορτογάλοι, καί μάλιστα μέ πρωτοκλασσάτα ἐπιχειρήματα, φαινομενικά «σωστά», ὅτι οἱ Βλάχοι τῆς Ἑλλάδος εἶναι …Πορτογάλοι!… Τό «προνόμιο» αὐτό τῆς γειτνίασης τό σφετερίσθηκε ἡ Ρουμανία, γιά νά ἀναπτύξει κατά καιρούς ἡ ἴδια ὅλη αὐτή τή γνωστή ἀνιστορική παραφιλολογία καί νά προσπαθεῖ νά καθιερώσει ἐδῶ καί ἕναν αἰώνα τώρα, στή συνείδηση τῶν ἀνθρώπων, τῶν ἐγγύς καί τῶν μακράν, καί ὄχι πάντα χωρίς ἀποτελέσματα, ὅτι οἱ Δωριεῖς Βλάχοι τῆς Ἑλλάδος εἶναι «Ρουμάνοι» καί «ρουμάνικης καταγωγῆς» καί, προσφάτως δέ, «Ρουμάνοι τῆς ρουμανικῆς Διασπορᾶς στά Βαλκάνια» (sic), μέ ὅ,τι αὐτό συνεπάγεται… Ἐν τούτοις, μή δίνετε σημασία στό τί λένε, προσέξτε καλύτερα τί ἐννοοῦν…
Ὡστόσο, πρέπει νά εἰπωθεῖ ἐδῶ αὐτό πού τόσο συχνά λησμονεῖται, ὅτι προηγοῦνται ἱστορικά οἱ Δωριεῖς καί ἕπονται οἱ Λατίνοι. Συνεπῶς, δέν μποροῦμε νά μιλᾶμε σήμερα γιά ἐξελληνισμό τῶν Βλάχων (ἐξελληνισμό τῶν …Δωριέων;, ἀστεῖα πράγματα), ἀλλά γιά ἐκλατινισμό τῶν Δωριέων!…, ἀπό τόν ἐκλατινισμό τῶν ὁποίων πρόεκυψε ἡ διγλωσσία μιᾶς μεγάλης ὁμάδας τῶν Δωριέων τῆς Μεσο-Βαλκανικῆς Χερσονήσου. Ἑπομένως, οἱ Βλάχοι τῶν ἑλληνικῶν χώρων «ἐξ ἀρχῆς Ἕλληνες ὄντες», μετέβαλαν μόνο «τὴν φωνὴν» ἤ ἀπέκτησαν «δευτέραν φωνὴν» κατά περίπτωση, ἐνῶ «τὰ λοιπὰ τῶν ἐπιτηδευμάτων» ἔμειναν ἀμετάβλητα, δωρικά, ἑλληνικά, διά μέσου τῶν ἕνδεκα (11) αἰώνων τοῦ ἑλληνικοῦ, ἀλλά γλωσσικῶς λατινίζοντος, Βυζαντίου (330-1453) καί τῶν πέντε (5) αἰώνων τῆς Ὀθωμανικῆς κυριαρχίας (1430/1453-1913). Δέν εἶναι δέ τυχαῖο, ὅτι οἱ ἑστίες λατινοφωνίας στόν ἑλλαδικό χῶρο διατηρήθηκαν κατά μῆκος καί ἑκατέρωθεν τῆς Ἐγνατίας ὁδοῦ, καθώς ἡ Ρώμη ἐπιστράτευσε γιά τίς Ρωμαϊκές λεγεῶνες ὀρεσίβιες τοπικές πληθυσμικές ὁμάδες (Δωριεῖς-Βλάχους), λόγῳ τοῦ ὀρεσίβιου καί τοῦ τραχέος τοῦ χαρακτήρα τους, καί τίς ἀξιοποίησε γιά στρατηγικούς λόγους (λεγεωνάριους, ὀροφύλακες, ἀκρίτες), οἱ ὁποῖες (ὁμάδες) συνέχισαν καί μετά τόν 4ο αἰ. νά κάνουν χρήση τῆς λατινικῆς γλώσσας, ἐφόσον μέχρι καί τίς ἀρχές τοῦ 7ου αἰ. ἡ ἐπίσημη διοικητική γλώσσα τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας ἦταν ἡ λατινική.

Εἶναι γνωστό στούς ἱστορικούς, ὅτι οἱ Βλάχοι τῆς Ἑλλάδος ἦταν Ἕλληνες, πού ἀξιοποιήθηκαν ἀπό τούς Ρωμαίους, γιά νά κάνουν τήν Μεσοήπειρο καί τήν εὐρύτερη Μακεδονία κέντρα ἐπιχειρήσεων γιά τή βαθμιαία κατάκτηση ὅλης τῆς Βαλκανικῆς καί τῆς πέραν τοῦ Δουνάβεως Δακίας. Καί ὅσοι ἀπό αὐτούς ἀποκτοῦσαν γνώσεις τῆς λατινικῆς γλώσσας, ὡς παλαίμαχοι, λάμβαναν κλήρους γῆς καί ἀπελάμβαναν προνομίων (τό δικαίωμα τοῦ Ρωμαίου πολίτη [Romanus cives]). Τά προνόμια αὐτά γιά τήν ἐποχή ἐκείνη ἦταν πολύ δελεαστικά γιά τούς νέους Ἠπειρῶτες καί Μακεδόνες, ὥστε νά ὑπηρετοῦν στόν Ρωμαϊκό στρατό. Καί ἔτσι, λόγῳ τῶν στρατηγικῶν αὐτῶν ἐπιλογῶν μέ τίς συνεπαγόμενες κοινωνιολογικές προεκτάσεις, προέκυψαν δύο γλωσσικές κατηγορίες Δωριέων, οἱ μονόγλωσσοι (ἑλληνόφωνοι) καί οἱ δίγλωσσοι (ἑλληνόφωνοι – λατινόφωνοι) Δωριεῖς. Αὐτοί οἱ τελευταῖοι, οἱ ἀναπτυχθέντες ἑκατέρωθεν τῆς Ἐγνατίας ὁδοῦ καί στόν εὐρύτερο χῶρο τῆς Μεσο-Βαλκανικῆς, μέ κεντρικό γεωγραφικό ἄξονα ἀναφορᾶς καί ἀνάπτυξης αὐτήν τή μοναδική ὁδό, εἶναι οἱ σημερινοί Βλάχοι. Γι’ αὐτό καί συνιστᾶ σκοπιμότητα μέ πρόδηλη χάλκευση τῆς Ἱστορίας ἡ ἀπόπειρα συσχετισμοῦ τοῦ ὑπερεθνικοῦ παρελθόντος (γλωσσική ὁμοιότητα) τῶν πληθυσμῶν τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας, πού ἐκλατινίσθηκαν γλωσσικά, μέ τό πρόσφατο ἐθνικό παρόν (ἐθνοφυλετική καταγωγή) τῶν αὐτῶν πληθυσμῶν καί λαοτήτων, πού βρίσκονται σήμερα διάσπαρτοι καί πολιτιστικά ἀδιάτμητοι στά διάφορα ἐθνικά κράτη τῆς Βαλκανικῆς Χερσονήσου. Καί ἔτσι ἐξηγεῖται ἐπακριβῶς, γιατί ἡ διασωζόμενη καί καθομιλούμενη ἕως τίς μέρες μας βλάχικη γλῶσσα συνιστᾶ ἕνα νεοπαγές, πολύ μεταγενέστερο, καί παρεφθαρμένο ἀπό τόν χρόνο γλωσσικό ἰδίωμα λατινογενές (Latinum Balcanicum).
Ὅσο δέ γιά τά ἤθη καί ἔθιμα, αὐτά παραμένουν ἴδια καί κοινά καί πανομοιότυπα μέ τούς λοιπούς γόνους τῶν Δωριέων, παρά τήν κάποιες φορές μόνο δίγλωσση ἀπόδοση τῶν ἴδιων καί κοινῶν αὐτῶν ἐθίμων. Ἀρκεῖ νά ἐπισημανθεῖ δειγματοληπτικά ἐδῶ, ὅτι στήν Ἑλλάδα τοῦ σήμερα τό νεόφερτο μουσικό ὄργανο κλαρίνο (1835-Ὄθωνας) υἱοθετεῖται ἀπό ὅλους τούς σημερινούς γόνους τῶν Δωριέων ὡς κυρίαρχο ὄργανο, ἀντικαθιστώντας τή φλογέρα καί ἄλλα προϋπάρχοντα συναφή μουσικά ὄργανα, στόν κύριο κορμό τῆς Πίνδου, ἀπό τή Βόρειο Ἤπειρο/Νότιο Ἀλβανία καί τή Μακεδονία μέχρι καί τή Νότια Πελοπόννησο καί τίς ἀκραῖες ἀπολήξεις της (ὄχι στά νησιά, ὄχι στή Θράκη, ὄχι στή Μικρά Ἀσία, καί οὕτω καθεξῆς), γιατί αὐτό ἀποδίδει ἰδιότυπα καί ἑνιαῖα, κατά μῆκος πάντα τῆς δωρικῆς διαδρομῆς, σύνολη τή διαχρονική δωρική μουσική παράδοση καί προδίδει ταυτότητα δωρικοῦ «ἤθους» μεταξύ τῶν ὀρεινῶν πληθυσμῶν τῆς ἁπλωμένης πολυδιαυλικῆς Πίνδου.
Ἀλλά καί γιά τίς σημερινές ἐθνοφυλετικές ἀποκλειστικές διεκδικήσεις ἐκ μέρους τῶν Σκοπιανῶν τῆς ταυτότητας τῶν δωριέων Μακεδόνων, εἶναι γιά τόν καθένα πλέον πασιφανές, γιατί αὐτό συνιστᾶ ἀλλοίωση τῆς Ἱστορίας. Οἱ Σλάβοι, τῶν ὁποίων οἱ γείτονες Σκοπιανοί ἀποτελοῦν μέρος, εἶναι ἄλλο, διαφορετικό καί πολύ μεταγενέστερο φύλο ἀπό τούς Δωριεῖς καί ἐμφανίσθηκαν στήν ἐντεῦθεν τῶν Οὐραλίων Εὐρώπη τόν 8ο αἰ. μ.Χ., ἐνῶ κατέβηκαν στή Μεσο-νότια Βαλκανική χερσόνησο ἀπό τόν 10ο αἰ. καί ἑξῆς. Καί συμβαίνει κάτι πολύ παράδοξο σήμερα. Ἐνῶ οἱ γείτονές μας Σκοπιανοί Σλάβοι κατέβηκαν στά μέρη τῆς σημερινῆς κοιτίδας τους εἴκοσι δύο (22) αἰῶνες μετά τήν κάθοδο τῶν Δωριέων, διεκδικοῦν μέ κάθε θεμιτό ἤ ἀθέμιτο μέσο τήν ἀποκλειστικότητα ταυτόαιμης καταγωγῆς τους ἀπό τούς δωριεῖς Μακεδόνες, γιά νά ἐμφανίσουν μακροαιωνόβια ἱστορική ὑπόσταση, ἀπό τήν ἄλλη μεριά, οἱ σημερινοί δίγλωσσοι δωριεῖς Βλάχοι, –κάποιοι ἀπό αὐτούς, καί εἶναι καί οἱ λιγώτεροι (καί μέ ἔκδηλα στοιχεῖα ἐπιστημονικῆς ἀνεντιμότητας, ἀλλά καί μέ σύγχυση λόγων καί κινήτρων)–, λόγῳ τῆς μεταγενέστερης ἀπόκτησης, δίπλα στήν ἑλληνική, καί τῆς διαμορφωθείσας λατινογενοῦς βλάχικης (νεολατινικῆς) γλώσσας, ἀπεμπολοῦν οὐσιαστικά τήν ἀστασίαστη ἱστορική τους καταγωγή καί προσπαθοῦν νά ἀποδείξουν, λόγῳ γλωσσικῆς ὁμοιότητας –καί σαφῶς ὄχι λόγῳ κάποιας φυλετικῆς ταυτοαιμίας– μέ ἄλλες ἐθνικές ὁμάδες τῶν Βαλκανίων, ὅτι δέν εἶναι Δωριεῖς, ἀλλά ἕνα φύλο τελείως ξεχωριστό καί τελείως ἄλλο!… Καί παρόλο πού φωλεύουν στά γεωγραφικά σπλάχνα τῶν ἀρχαίων Δωριέων, ἐμμένουν μερικοί ἀπό αὐτούς «σέ μία μισοσυνείδητη συμβίωση» (Γ. Σεφέρης, Ἆσμα Ἀσμάτων [Μεταγραφή]), υἱοθετώντας παράλληλα τήν ἐκδοχή μιᾶς χαλκευμένης ἱστοριογραφίας, πού στοχεύει νά ἀλλοιώσει τά ἱστορικά γεγονότα τοῦ ἀπώτερου παρελθόντος.

Γιατί αὐτή ἡ ἀκόρεστη ὄρεξη τῆς συλλογικῆς ἐπιβολῆς φυλετικῆς ἀλλοίωσης, πού ἀπειλεῖ τήν ἐλευθερία καί τήν ἀξιοπρέπεια; Ὅμως, ὅπως συμβαίνει πάντοτε, «ὅταν δέν γνωρίζεις ποιός εἶσαι, λέει ἕνα λαϊκό γνωμικό, τότε ψάχνεις νά μάθεις ἀπό αὐτά πού λένε οἱ ἄλλοι γιά σένα»… καί «ζητᾶς πληροφορίες καί ὑλικό, νά φωτίσεις τίς αἰτίες πού σ’ ἀφήσανε μισό» (Διονύσης Σαββόπουλος). Ἐν τούτοις, ἡ μακροχρόνια παράδοση καί ἡ ἱστορική γνώση εἶναι πηγή διδαχῆς, πού σοῦ ἐπιτυγχάνει τήν αὐτογνωσία. «Εἶστε, λοιπόν, ἄξιοι μόνο γιά νά σᾶς παραπετάξουν, σάν ἕνα κουφάρι ζητιάνου, χωρίς ψυχή, καί οἱ φλέβες σας δέν ἔχουν πιά σταλιά αἷμα;» (Ἐπισκοπικός Λόγος στό Παρεκκλήσι τοῦ Σαίν-Κλεμάν). Αὐτό πού καταστρέφει, τελικά, τόν σημερινό πολιτισμό εἶναι ἡ αὐτοπεποίθηση τῶν ἡμιμαθῶν.

 
Ὡστόσο, σέ αὐτή τή διπλῆ παρανόηση, ἡ προσεκτική μελέτη καί ἡ γνώση τῆς Ἱστορίας διαλευκαίνουν ὅλες τίς γκρίζες, ὑπαρκτές ἤ ἠθελημένες, πτυχές αὐτοῦ τοῦ θέματος, ἄν θέλει πράγματι κανείς νά ἀποφύγει ἀντιμεταθέσεις καί ἀναχρονισμούς, παρανοήσεις καί παραναγνώσεις, πού παραχαράσσουν καί τό γράμμα καί τό πνεῦμα τῆς Ἱστορίας. Ἄν ληφθεῖ μάλιστα ὑπ’ ὄψιν καί ἡ ὡς ἕνα βαθμό δεδομένη συλλογική προκατάληψη ἀπό ἀποσπασματική γνώση τῆς Ἱστορίας καί ἡ ἐνίοτε λανθάνουσα –ἤ καί συνειδητή– σκοπιμότητα, τό ἀποτέλεσμα εἶναι τραγικό· οἱ ἀληθοφανεῖς προτάσεις καί ἱστορικοφανεῖς συλλήψεις ὄχι μόνον δέν ἀντιστοιχοῦν πρός τά γεγονότα, ἀλλά δημιουργοῦν καί ψευδῆ συλλογική συνείδηση, μετασχηματίζοντας τήν κοινή καταγωγή σέ ἀντιπαλότητα καί σέ ὀντολογικό ἑτεροκεντρισμό…
Γιά τά ἱστορικά δρώμενα τῆς ὑπό ἐξέταση διευρυμένης ἱστορικῆς περιόδου, οἱ μαρτυρίες εἶναι πάρα πολλές· ἐδῶ ἀναγκαῖα ὁ λόγος εἶναι ἐπιλεκτικός καί συνάμα ἀφαιρετικός. Πρόκειται, δηλαδή, γιά μία ἱστορική πραγματικότητα πού ἀποτυπώνεται ἐπίσης καί στήν κηρυγματική στάση μέ τό χαρακτηριστικό λεκτικό της περιεχόμενο τοῦ δίγλωσσου ἑλληνο-βλαχόφωνου Ἁγ. Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ –πού ἔδρασε, ὄχι τυχαῖα κατά μῆκος καί ἑκατέρωθεν τῆς δωρικῆς Πίνδου. Παραμένουν, συνεπῶς, οἱ Βλάχοι «δωρικό ζωνάρι», καί ὄχι «δένδρα ξερριζωμένα». Εἶναι ἱστορικά Δωριεῖς, «γενεά σιδερένια ἀπό μάνες Δωρίδες» (Λόρδος Βύρων), καί ὄχι, ὅπως τούς θέλει ἡ φιλολογία τοῦ συρμοῦ, ξενομερίτες, «ξένη σταγόνα στό ἑλληνικό αἷμα», πού εἰσέβαλε ἀπό κάπου ἀλλοῦ καί ἀπό ἔξω στόν ἑνιαῖο δωρικό πινδικό γεω-πολιτισμικό χῶρο… Ἀκριβῶς σέ αὐτήν τήν πραγματικότητα ἀναφέρεται ὁ Βλάχος Θεσσαλός ἱστορικός Κωνσταντῖνος Μιχ. Κούμας (1777-1836) ὅταν ἔλεγε, σέ ἀνύποπτο ἱστορικό χρόνο καί πολύ πρίν ἀπό τήν ἔξαρση τῶν βαλκανικῶν ἐθνοφυλετισμῶν τοῦ 19ου αἰ., ὅτι «οἱ Βλάχοι συμπεριφέρονται ἀδελφικῶς μέ τούς Γραικούς ὡς Γραικοί καί δέν δείχνουν οὔτε ἐκεῖνοι οὔτε οὗτοι καμμίαν ἐθνικήν διαφοράν πρός ἀλλήλους, καθώς καί τῷ ὄντι εἶναι ἀμφότεροι μιᾶς πατρίδος τέκνα καί τῶν αὐτῶν προγόνων ἀπόγονοι» (1832).
Οἱ τεχνικές συλλογῆς ἱστορικῶν στοιχείων γιά μία ἐνδεχόμενη ὁλική ἀποκατάσταση τῆς ἱστορίας παραπέμπουν πρωτίστως σέ μία ἐθνογραφική ἔρευνα, πού στηρίζεται περισσότερο στίς ἀνεπαλήθευτες καί κατά παραγγελίαν στατιστικές τῶν Ἐθνικῶν Προξενείων τοῦ 2ου ἡμίσεος τοῦ 19ου αἰ., παρά στήν συνδυασμένη ἱστορική ἔρευνα πολλαπλῶν πηγῶν καί προελεύσεων. Ὁ Βλάχος συγγραφέας μέ ἀφοπλιστική ἱστορική εἰλικρίνεια εἶναι ἀποκαλυπτικός, ὅταν λέει: «Ἡ γεωγραφική διακίνηση λαοτήτων εἶναι κάτι πού μπορεῖ καί νά μετρηθεῖ καί νά συγκριθεῖ». Καί ἔτσι ἀνατρέπει τήν ὁποιαδήποτε «ἀθώα» ἱστορική ἄγνοια. Κι ἀκόμη, πῶς μπορεῖ, κατά τούς θεωρητικούς τῆς ἐθνο-ιστορικῆς ἔρευνας, νά ἀποδειχθεῖ ἡ ἐγκυρότητα τῆς κρίσης, ὅσων συμμετέχουν σέ αὐτήν; Σάν αὐτό, ὑπάρχουν καί ἄλλα σοβαρά ἐρωτήματα, πού γεννᾶ ἡ μήτρα τῆς ἱστοριογραφίας, πού σάν μεγάλος προβολέας χρωματίζει μέ τό χρῶμα τοῦ φωτός του ὅλες τίς ἐπιμέρους πτυχές τοῦ ἀνθρωπίνου γίγνεσθαι. Ἐρωτήματα στά ὁποῖα, ἀπό ἕνα σημεῖο καί ὕστερα, δέν μπορεῖ νά ὑπάρξει συναίνεση, ἀλλά σύγκρουση καί ἀγώνας γιά τήν διεκδίκηση μιᾶς ἄλλης ἱστορικῆς πραγματικότητας… Ἀπό τό ὅλο ἐγχείρημα σύνολης τῆς ἰδεοεθνολογικῆς ἱστοριογραφίας διαφαίνεται, ὅτι αὐτή ἔχει μία ἔντονη ἐπιλεκτική λειτουργία καί ἕνα ἐκ τῶν προτέρων (a priori) προεξοφλημένο ἀποτέλεσμα, συνεπικουρούμενο μέ ἐξοβελισμένα τά παράπλευρα ἀποτελέσματα, πού ἀποκαλύπτουν μιάν ἄλλη εἰκόνα τῆς ἱστορικῆς πραγματικότητας.
Μελετώντας, ὡστόσο, τήν σχετική ἱστοριογραφία μέ τήν ἐνδεδειγμένη ἱστορική ἔρευνα καί μεθοδολογία, εὔκολα διαπιστώνεται ἡ μετατόπιση τῆς προβληματικῆς ἀπό τά ἀποδεδειγμένα ἱστορικά στοιχεῖα σέ ἐγγραφές ἐθνικιστικῶν σκοπιμοτήτων, οἱ ὁποῖες ἐμφανίζονται ὡς ὀργανικό συμπλήρωμα τῆς ἱστορικῆς ἔρευνας καί προκαλοῦν, ἔτσι, σύγχυση καί δομικές ἱστορικές ἀντιφάσεις, μέ ἀποτέλεσμα τή γέννηση ποικίλων ἑρμηνειῶν καί ὑποθέσεων. Μία ἐμβάθυνση, ὅμως, μέ προσεκτική καί συγκριτική ἔρευνα μᾶς ἐπιτρέπει πάντοτε νά ἐξετάζουμε, σάν σέ μικροσκόπιο, ὅλες τίς μικρές λεπτομέρειες καί τίς μικρές ἱστορικές ἀνακατατάξεις τῆς καθημερινότητας.
Αὐτοί εἶναι οἱ σημερινοί Δωριεῖς Βλάχοι, τῶν ὁποίων, ὅμως, ἀγνοοῦμε τήν προέλευση τῆς ὀνομασίας τους καί τόν λόγο τῆς ὀνοματοδοσίας τους. Ὑπάρχουν διάφορες ἀπόψεις στή σύγχρονη ἐθνογραφική ἔρευνα, χωρίς νά γίνεται καμμία κοινά ἀποδεκτή. Θά διαλέξω γιά νά ἀναδείξω μία, ἐκτιμώντας ὅτι εἶναι κοντά σέ μία «ἐκδοχή» πού ἀγγίζει περισσότερο τήν ἀλήθεια τῶν ἱστορικῶν γεγονότων. Ὅταν οἱ Ὀθωμανοί ἔφθασαν, ἀνερχόμενοι τή Βαλκανική, μέχρι τόν Δούναβη καί τήν Βλαχία, ἀποκάλεσαν αὐτήν τήν τελευταία, στά ὀθωμανικά, «Οὐλάχ». Ὅταν οἱ ἴδιοι οἱ Ὀθωμανοί εἶδαν γλωσσικές ὁμοιότητες μέ τούς κατοίκους τῆς περιοχῆς γύρω ἀπό τήν Πίνδο, τήν ἀποκάλεσαν «Κιουτσούκ Οὐλάχ». Καί δέν εἶναι τυχαῖο, ὅτι ἡ ὀροσειρά τῆς Πίνδου θεωρεῖται ἀπό τούς ἐρευνητές ἡ κοιτίδα τῶν Βλάχων. Ἐκεῖ ὑπάρχουν σήμερα ἀρκετά Βλαχοχώρια. Ἐδῶ, ὅπως εἶναι προφανές, ἐπρόκειτο γιά γλωσσική ὁμοιότητα καί ὄχι γιά ἐθνοφυλετική ταυτοποίηση. Καί ἀπό τόν χαρακτηρισμό αὐτό προέκυψε καί ἡ ὀνοματοδοσία, ἡ γνωστή μέ τόν ὅρο «Κουτσόβλαχοι» ἤ, ἐν γένει καί ἁπλᾶ, «Βλάχοι», χωρίς τό «κιουτσούκ». Οἱ Ὀθωμανοί μέ τίς ὀνοματοδοσίες τους ἔδωσαν ἰδέες καί ἄνοιξαν στή συνέχεια τήν ὄρεξη τοῦ νεοπαγοῦς Ρουμανικοῦ Κράτους (τέλη 19ου αἰ.), μετά καί τήν ἔξαρση τῶν βαλκανικῶν ἐθνοφυλετισμῶν (2ο μισό τοῦ 19ου αἰ.), νά διεκδικεῖ «ὁμοεθνεῖς λαότητες», σύμφωνα μέ τήν Ὀθωμανική χαρτογράφηση, σέ ὅλα τά Βαλκάνια. Ὅμως, ἐδῶ ὑφίσταται μία ἐθνο-ϋποστατική διαφορά: Οἱ Ρουμᾶνοι τῆς Βλαχίας εἶναι Δάκες, ἐνῶ οἱ Βλάχοι τῆς Ἑλλάδος εἶναι Δωριεῖς. Γι’ αὐτό καί πρόκειται γιά ἱστορική αὐθαιρεσία ἡ ὅποια ἀπόπειρα συσχετισμοῦ καί ταυτοποίησης Ρουμάνων καί Βλάχων Δωριέων στό ὄνομα τῆς ἐξωτερικῆς γλωσσικῆς ὁμοιότητας. Ὅταν ξεκαθαρισθεῖ αὐτό, ἡ εἰρηνική συμφιλίωση καί ἡ συμπολιτειακή συνύπαρξη στόν εὐρύτερο ὄχι μόνον τόν Βαλκανικό ἀλλά καί τόν Εὐρωπαϊκό χῶρο (θά) εἶναι εὐκολώτερη, ἀγαστώτερη καί ἀμοιβαιότερη μεταξύ τῶν λαῶν)).

 

Στό χωριό Νάματα (ἐπαν)ῆλθαν καί κατοίκησαν οἱ ἀπόγονοι τῆς δωρικῆς ὁμάδας τῆς δυτικῆς Πίνδου, τῶν Μολοσσῶν (Ἠπειρωτῶν), κυρίως τῆς εὐρείας Βορείου Ἠπείρου (Γραμμοχώρια καί Μοσχόπολη). Πρόκειται, δηλαδή, γιά μία ἐπιστροφή στό λίκνο καί στίς ἑστίες τῶν προγόνων μας, στόν τόπο τῆς ἀρχικῆς τους ἐγκατάστασης, στά ὑψίπεδα τῆς ἀρχαίας Ἐλίμειας (Δυτική Μακεδονία-Βοῖον). Γιά νά ἐπιστρέψει κανείς κάπου, πρέπει ὁπωσδήποτε προηγουμένως νά ἔχει φύγει ἀπό ἐκεῖ. Ἔτσι, κινήθηκαν ἀκριβῶς, ὅπως τούς ὑπαγόρευε ἡ μνήμη τῆς προέλευσής τους… Καί κατοικοῦσαν καί κατοικοῦν σέ ἐτοῦτον τόν τόπο, ἐδῶ καί τριάντα δύο (32) αἰῶνες τώρα (100 γενιές περίπου)… Μέ τόν ἐρχομό τους ἀπό τήν Ἤπειρο οἱ Δωριεῖς παπποῦδες μας συνέβαλαν στήν ἀνατροφοδότηση τῆς ἀρχικῆς κοιτίδας τῶν Δωριέων προγόνων μας στή Δυτική Μακεδονία, ἡ ὁποία εἶχε στό μεταξύ κατακλεισθεῖ ἀπό ἄλλα ὁμόδοξα ἐθνικά φῦλα, ὅπως π.χ. οἱ Σλάβοι… Ἦλθαν καί ἐγκαταστάθηκαν ἐδῶ, σέ ἕνα ἀθέατο ἡμικυκλικό ἀμφιθεατρικό ὀροπέδιο στά βορειοδυτικά τοῦ Συνιάτσικου, στίς ὀρθοπλαγιές καί σέ αὐτούς τούς γρανιτόβραχους τοῦ Ἀσκίου Ὄρους, τά σκέμια καί τά τσιουγκάνια, ὅταν ὁ τόπος αὐτός ἦταν ἄδειος καί ἀκατοίκητος. Τόν κατοίκησαν εἰρηνικά. Δέν τόν ἔκλεψαν ἀπό κανέναν. Καί αὐτός ὁ τόπος ἔγινε τό σπιτικό τους, τό βοῖον τους, ὁ τόπος πού τόν νοικοκύρεψαν καί πού τούς ἀνέστησε μπροστά στόν ἥλιο καί τήν πανανθρώπινη ἱστορία. Εἶναι ὁ τόπος πού κατοικοῦμε μέσα του καί κατοικεῖ μέσα μας…
Γιά τόν νεώτερο αὐτόν ἐρχομό τῶν κατοίκων στά Νάματα, ἄλλα ἱστοροῦνται καί ἄλλα μυθολογοῦνται. Ἱστορία καί προφορική Παράδοση διασώζουν μερικές φορές πολύ διαφορετικές μαρτυρίες, ἀκόμη καί ἀντιφατικές. Ὡστόσο, τό κορυφαῖο χαρακτηριστικό στοιχεῖο τῆς καταγωγῆς καί τῆς σχέσης τοῦ χωριοῦ μας μέ τά δρώμενα τῆς ἀρχαίας αὐτῆς ἐποχῆς εἶναι ὁ διασωζόμενος ἀτόφιος στίς μέρες μας λιτός τελετουργικός Τρανός Χορός καθολικῆς συμμετοχῆς, ὁ ὁποῖος, ὅπως συγκλίνει ἀστασίαστα ἡ ἱστορική ἔρευνα, εἶναι χορός δωρικός (χαρακτηριζόμενος ἀπό χορικό διάλογο ἀντιφωνικό [πολυφωνικό]) μέ εὐθύγραμμη ἱστορική πορεία πρός τίς νεώτερες ἐποχές καί χορεύεται μέχρι σήμερα παράπλευρα τοῦ «Βοίου ὄρους», στά Πινδοχώρια καί στό Βόϊο (Νάματα, Βλάστη καί Κλεισούρα), ἐπεκτεινόμενος ἀνατολικά μέχρι τό Σιδηρόκαστρο, τόν Λαηλιά καί τό Χιονοχώρι τῶν Σερρῶν, ἐνῶ τά μουσικά χαρακτηριστικά τῶν τραγουδιῶν του σέ παραλλαγές συναντῶνται σέ ὁλόκληρη τήν ἠπειρωτική Ἑλλάδα. Αὐτός ὁ χορός ὀντολογικά στή δομή του ἀπηχεῖ ἐπιβεβαίωση τῆς ὑποστατικῆς συλλογικῆς ὕπαρξης στόν χῶρο, ἀλλά καί ὑπόσχεση τῆς ἀέναης ὑπαρξιακῆς συνέχειας στόν χρόνο, μέ κοίταγμα κοινωνίας ἀντικρυστό, ἐνῶ ταυτόχρονα συνιστᾶ ἄσφαλτο κριτήριο ἱστορικῆς προέλευσης τῶν κατοίκων. Γι’ αὐτό ἀκριβῶς καί ὁ Τρανός Χορός ἀποτελεῖ ἕνα ἀπό τά κορυφαῖα συστατικά χαρακτηριστικά τά ἀπαρτίζοντα τό μωσαϊκό πού δείχνει τήν τοπογραφία τῆς ἐξάπλωσης τῶν Δωριέων κατά μῆκος καί ἑκατέρωθεν τῆς Πίνδου.
Ἔτσι, μεταξύ τῶν πολλῶν ἄλλων, προκύπτει πώς τό χωριό μας, ἀπαύγασμα δωρικό, σχετίζεται εὐθυτενῶς μέ αὐτό τό καταξιωμένο ἱστορικά πανάρχαιο ἑλληνικό φύλο, τό ὁποῖο φώλευε ἀθέατα δεκαεπτά (17) περίπου αἰῶνες στήν Πίνδο, ὁ δέ παλαιός πυρήνας του φωλεύει ἀκόμη ἐκεῖ. Αὐτό τό φύλο, πού παραμένει τό κυρίαρχο πληθυσμικό στοιχεῖο στήν Ἑλλάδα μέχρι σήμερα, μέ τήν τρίτη κάθοδό του, αὐτήν τῆς ἐκπολιτιστικῆς ἐκστρατείας τοῦ Μ. Ἀλεξάνδρου, ἔγινε αἱμοδότης τοῦ Ἑλληνισμοῦ καί σηματοδότης τοῦ Πολιτισμοῦ σέ παγκόσμιο ἐπίπεδο, γιατί διαμόρφωσε τήν ἑλληνιστική οἰκουμένη καί ἔγινε ἡ εὐεργετική αἰτία νά ἐξαπλωθεῖ ὁ ἑλληνικός πολιτισμός στόν τότε γνωστό κόσμο, ἐπέφερε τή μετάβαση τῆς κοινωνίας ἀπό τόν κλειστό χῶρο τῆς ὀρεινῆς ὑπαίθρου στόν κόσμο τῶν πόλεων («Πόλις-Κράτος») καί τή μετάβαση στή συνέχεια ἀπό αὐτές στήν ὀργανωμένη πολιτειακά πολυπολιτισμική κοινωνία, ἐγκαινιάζοντας τήν παγκοσμιότητα καί τήν οἰκουμενικότητα σέ μία τόσο πρώϊμη ἐποχή (Μ. Ἀλέξανδρος), «χώρισε τοπογραφικά τή γεωγραφία τῆς Γῆς καί τούς γεωγραφικούς τόπους σέ Ἀνατολή καί Δύση» (Πρωθυπουργός τῆς Τουρκίας Turgut Ozal, Ἡ Τουρκία στήν Εὐρώπη, Παρίσι 1988, σελ. 26), προετοίμασε τόν δρόμο τῆς ἀδελφῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας (οἱ Λατῖνοι, Ἰαπετίτες καί αὐτοί, εἶναι ὁ φυλετικά πλησιέστερος λαός στούς Ἕλληνες) καί ἔθεσε τίς βάσεις γιά τήν ἀνάπτυξη τοῦ πολιτισμοῦ τῆς Δύσης, δημιούργησε τίς ἀποκλειστικές προϋποθέσεις τῆς συνολικῆς ἑλληνόφωνης ἔκφρασης τοῦ Χριστιανισμοῦ στό ἱστορικό ξεκίνημά του (Ἁγία Γραφή: Παλαιά Διαθήκη [Πτολεμαῖοι Μακεδόνες] καί Καινή Διαθήκη) καί πρόσφερε τή δώρια μουσική του στήν Ἐκκλησία (οἱ δύο ἦχοι της εἶναι δώριοι: ὁ δώριος [ἦχος Πρῶτος] καί ὁ ὑποδώριος [ἦχος Πλάγιος Πρῶτος: τό «Χριστός Ἀνέστη»]), ἔγινε καθοριστικός σηματοδότης τοῦ πολιτισμοῦ πού ἐνυλώνει στά γεγονότα τό βαθύτερο διαχρονικό ὑπόστρωμα μιᾶς πολιτισμικῆς νοοτροπίας καί δημιουργεῖ στάσεις ζωῆς, καί προσφέρει ἀκόμη στίς μέρες μας τόν τύπο τοῦ κοσμοπολιτισμοῦ καί τῆς οἰκουμενικότητας στή σημερινή νέα εὐρωπαϊκή κοσμογονία, πού ἀκούει στό ὄνομα Ἑνωμένη Εὐρώπη. Καί ὅλα αὐτά, αἰσθητά καί νοητά, ἀπαρτίζουν τό νῆμα τῆς ἱστορικῆς ἀναζήτησης, πού συνέχει στόν γραμμικό χρόνο μία διαχρονική ἱστορική συλλογική ὀντότητα. Καί μέ τήν ἔννοια αὐτή «τό παρελθόν ἀποκαλύπτει στό παρόν αὐτό πού τό παρόν εἶναι ἱκανό νά δεῖ…» (R.H. Tawney). Γι’ αὐτό καί τό πρόβλημά μας ἐδῶ ὑπερβαίνει, ὅπως ὅλα τά μεγάλα ἱστορικά θέματα, τή συνήθη προβληματική καί ἐκτείνεται στή σύνολη παράδοση ἑνός λαοῦ, τοῦ ὁποίου τή μνήμη ὁ ποιητής ἀνακαλεῖ «μνήμη τοῦ λαοῦ μου πού σέ λένε Πίνδο…» (Ὀδ. Ἐλύτης, Ἄξιον ἐστί).

Δωριεῖς καί Δωριόβλαχοι στά Νάματα (Πιπιλίστσα) Βοίου Κοζάνης
Ἐπίμετρο

Ὅπως ὅλοι γνωρίζουμε καί ὅπως ἀναδείχθηκε καί στήν Πρωτολογία μας, οἱ Δωριεῖς ἔφθασαν στόν Ἑλλαδικό κορμό λίγο πρίν ἀπό τό 1200 π.Χ. μέ πρῶτο προορισμό στάθμευσης καί πρῶτο βασικό, στήν συνέχεια, τόπο ἐγκατάστασής τους τό Βοῖον, τήν δική μας περιοχή καί τήν σημερινή ὁμώνυμη Ἐπαρχία, πρίν νά ἁπλωθοῦν στήν εὐρύτερη περιοχή τῆς Δυτικῆς Μακεδονίας καί περάσουν στήν ἄλλη πλευρά τῆς γρανιτένιας ὀροσειρᾶς τῆς Πίνδου, στήν εὐρύτερη ἐπίσης περιοχή ἑκατέρωθεν τῆς Παλαιᾶς καί Νέας Ἠπείρου, καί πρίν, στήν συνέχεια, νά κατέλθουν πρός τόν Ἑλλαδικό νότο. Γι’ αὐτό καί ὁ Ἡρόδοτος ὀνομάζει τούς Δωριεῖς «πολυπλάνητον γένος», καθώς ἀναδείχθηκαν σέ λαότητα τῶν βουνῶν καί τῶν ὀρέων.
Πάρα πολύ ἀργότερα, μία ὁλόκληρη χιλιετία καί μισή περίπου (12ος αἰ. π.Χ.-3ος αἰ. μ.Χ.), κάποιοι ἀπό αὐτούς τούς Δωριεῖς, στήν Ρωμαϊκή κυρίως ἐποχή, ἐκτός ἀπό τά Ἑλληνικά, τά Δωρικά Ἑλληνικά, πού μιλοῦσαν καί πού ἦταν ἡ ἀρχική καί καταγωγική τους γλῶσσα, ἔμαθαν, ὅπως ἦταν φυσικό, καί τήν Λατινική γλῶσσα, τήν ἐπίσημη γλῶσσα τῆς Ρωμαιο-λατινικῆς Αὐτοκρατορίας γιά λόγους ἐργασιακῆς σχέσης μέ αὐτήν, ὡς δεύτερη γλῶσσα τους, καί ἔγιναν ἔτσι δίγλωσσοι, μέ δεύτερο γλωσσικό ἐργαλεῖο τήν μετεξελιγμένη ἀπό τά Λατινικά Βλάχικη γλῶσσα. Αὐτοί, λοιπόν, οἱ γενόμενοι δίγλωσσοι Δωριεῖς εἶναι οἱ Δωριόβλαχοι, ὅπως θά τούς ἀποκαλούσαμε μέ ἕναν νεολογισμό, δηλ. οἱ Δωριεῖς ἐκεῖνοι, πού, γιά ἐπαγγελματικούς κυρίως λόγους (λεγεωνάριοι, ὁροφύλακες, ἀκρίτες, ἀγωγιάτες-ὁδηγοί, κλπ.), ἔμαθαν καί τά Λατινικά στήν προφορική τους μορφή, ἡ ὁποία καί μετεξελίχθηκε στήν συνέχεια στήν σημερινή (προφορική) Βλάχικη γλῶσσα.

Δωριεῖς (ἑλληνόφωνοι) καί Δωριόβλαχοι (ἑλληνόφωνοι καί λατινόφωνοι), ἀμφότεροι ὁμογενεῖς καί ὅμαιμοι, ὁμόγλωσσοι καί ὁμόθρησκοι καθώς ἦταν, ζοῦσαν ἀνάμεικτα καί σέ περιοχές πού ἐξυπηρετοῦσαν τήν ἐπαγγελματική καί τήν βιοποριστική τους δραστηριότητα. Ὅπως εἶναι προφανές, οἱ Δωριόβλαχοι δέν χρειάστηκε ποτέ νά ἀποκτήσουν γραφή γιά τήν δευτερεύουσα γλῶσσα τους, τήν λατινόφωνη, τήν Βλάχικη γλῶσσα, ὄντες μακριά ἀπό τό Λατινικό διοικητικό καί πολιτιστικό Κέντρο, τήν Ἰταλία-Ρώμη, καί ζῶντες οἱ ἴδιοι σέ ὀρεινά καί μεθοριακά μέρη μακριά ἀπό τά ἐκπαιδευτικά κέντρα, ἡ ὁποία (βλάχικη γλῶσσα) ἦταν πάντοτε καί παρέμεινε μόνο προφορική, γιατί εἶχαν τήν πρωτεύουσα καί μητρική τους γλῶσσα, τήν Ἑλληνική, καί σέ προφορική καί σέ γραπτή μορφή, τήν ὁποία καί σπούδαζαν στά πάμπολλα Σχολεῖα τῆς Βαλκανικῆς, ὅπως συνέβαινε μέ τήν Μοσχόπολη, πού, ἐνῶ τήν ἀποκαλοῦν μέχρι σήμερα Βλάχικη πολίχνη, εἶναι στήν πραγματικότητα ἡ πρώτη πόλη τῶν Βαλκανίων στήν ἄνθισή της (πολύ πρίν ἀκόμη καί ἀπό τό ἴδιο τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο Κωνσταντινουπόλεως), πού ἀπέκτησε τό πρῶτο ἱστορικά Ἑλληνικό Τυπογραφεῖο (1720) μέ ἔκδοση ἀμέτρητων βιβλίων ἀποκλειστικά στά Ἑλληνικά, καί πολύ πρίν συσταθεῖ ἡ περίφημη Ἀκαδημία τῆς Μοσχοπόλεως (1744), καί συνέβαλαν ἀμφότερα στήν πολλαπλή ἄνθηση τῶν Ἑλληνικῶν Γραμμάτων καί τῆς Ἑλληνικῆς Παιδείας μέχρι τήν καταστροφή της (2 Σεπτεμβρίου 1769).
Ἡ Βλάχικη γλῶσσα, ἑπομένως, ἦταν προφορική γλῶσσα, λιτή, ἁπλή, ποιμενική καί ἀγροτική, καί μαθευόταν, γιά τόν λόγο αὐτό, εὐκολώτερα ἀπό τήν Ἑλληνική γλῶσσα, καί ἀκριβῶς γι’ αὐτό τήν προτιμοῦσαν ἐκεῖ, ὅπου ἔλειπαν τά Ἑλληνικά σχολεῖα. Γι’ αὐτόν τόν λόγο, ἐπίσης, καί ὁ ἅγιος τῶν Σκλάβων, ὁ Δωριέας Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, πού ἔβλεπε ὅτι, ἀπό τίς δύο γλῶσσες, μάθαιναν τήν εὐκολώτερη καί τήν ἄμεσα σχετιζόμενη μέ τό βιός τους πιό πρακτική, προέτρεπε τούς Δωριόβλαχους νά μαθαίνουν γραπτά καί προφορικά Ἑλληνικά, συστήνοντας Σχολεῖα ἐκεῖ ὅπου δέν ὑπῆρχαν ἤ εἶχαν καταστραφεῖ, γιά νά βελτιώνεται τό πολιτισμικό κοινωνικό ἐπίπεδο μέ τήν πλουσιώτατη Ἑλληνική γλῶσσα καί, ἐπιπλέον, γιά νά εἶναι εὐκολώτερη ἡ συμμετοχή τῶν Δωριέων (μιά πού κινήθηκε ἱεραποστολικά στόν εὐρύτερο Δωρικό χῶρο τῆς Βαλκανικῆς) στήν λατρευτική ζωή τῆς Ἐκκλησίας, καθώς ὁ ἴδιος ἦταν ἐνστερνιστής τοῦ ἀναγεννητικοῦ Κολλυβαδικοῦ, ὅπως ἀπεκαλεῖτο τότε, Κινήματος λατρειακῆς ἀφύπνισης τοῦ ὑπόδουλου ρωμαίϊκου λαοῦ.

 

Δωριόβλαχοι, λοιπόν, ὡς Μακεδονόβλαχοι, ὡς Μολοσσόβλαχοι καί ὡς Αἰτωλόβλαχοι (καί ὄχι «Ρουμανόβλαχοι» (sic)· αὐτή εἶναι μία αὐθαίρετη ἐπινόηση τῶν ἀρχῶν τοῦ 20οῦ αἰώνα, τοῦ αἰώνα τῶν Ἐθνοφυλετισμῶν) ὑπάρχουν ἀπό πρό ἀμνημονεύτων χρόνων μέχρι σήμερα στά Βαλκάνια (Ἑλλάδα, Ἀλβανία, Σερβία [καί FYROM]), ἀλλά καί στό ἐπέκεινά τους…
Ὅσο δέ γιά τήν περίπτωση τῆς Κιουτσούκ Πιπιλίστσας, τοῦ σημερινοῦ χωριοῦ Νάματα Βοίου Κοζάνης, τέτοιος πληθυσμός Δωριέων (οἱ περισσότεροι) καί Δωριόβλαχων (κατά πάρα πολλοί λιγώτεροι) κατέκλυσε τό μικρό χωριουδάκι πού ἔκειτο στίς ὑπώρειες τοῦ Συνιάτσικου (σημερινοῦ Ἀσκίου ὄρους Κοζάνης) ἀπό τήν περίφημη Μοσχόπολη τῆς ἐπαρχίας Κορυτσᾶς καί τήν εὐρύτερη περιοχή τῆς Παλαιᾶς καί Νέας Ἠπείρου.