Η Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου

Πριν από τον όρο «Γενοκτονία» υπήρχε ο όρος «Εγκλήματα κατά της Ανθρωπότητας». Η γενοκτονία ως όρος διαμορφώθηκε κυρίως στη δίκη της Νυρεμβέργης το 1945, όπου δικάστηκε η ηγεσία των ναζιστών εγκληματιών του πολέμου.

Συγκεκριμένα ο όρος σημαίνει τη μεθοδική εξολόθρευση, ολική ή μερική, μιας εθνικής, φυλετικής ή θρησκευτικής ομάδας. Πρόκειται για ένα πρωτογενές έγκλημα, το οποίο δεν έχει συνάρτηση με πολεμικές συγκρούσεις.

Ο γενοκτόνος δεν εξοντώνει μια ομάδα για κάτι που έκανε, αλλά για κάτι που είναι. Στην περίπτωση των Ελλήνων του Πόντου, επειδή ήταν Έλληνες και χριστιανοί.

Το 1915 ήταν μια χρονιά ορόσημο για τον ποντιακό ελληνισμό της Μικράς Ασίας. Τη χρονιά εκείνη, και ενώ όλα τα ευρωπαϊκά κράτη είχαν εμπλακεί στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι Τούρκοι εκπόνησαν ένα σχέδιο εξόντωσης των χριστιανικών πληθυσμών της Μικράς Ασίας. Τον Ιούνιο πραγματοποιήθηκε η εξορία και στη συνέχεια η σφαγή των Αρμενίων, ενώ αρχίζουν οι πρώτες βιαιοπραγίες εναντίον του ποντιακού στοιχείου. Τον Δεκέμβριο του 1916 εκπονήθηκε από τους Τούρκους στρατηγούς Εμβέρ και Ταλαάτ σχέδιο εξόντωσης του άμαχου ελληνικού πληθυσμού του Πόντου που προέβλεπε «Άμεση εξόντωση μόνον των ανδρών των πόλεων από 16 έως 60 ετών και γενική εξορία όλων των ανδρών και γυναικόπαιδων των χωριών στα ενδότερα της Ανατολής με πρόγραμμα σφαγής και εξόντωσης».

Το πρόγραμμα ξεκίνησε 15 ημέρες αργότερα και εφαρμόστηκε κυρίως στις περιοχές της Σαμψούντας και της Πάφρας. Η περιοχή της Τραπεζούντας είχε γλιτώσει από τη μανία των Τούρκων διότι είχε καταληφθεί τον Απρίλιο του 1916 από τον ρωσικό στρατό. Όταν όμως οι Ρώσοι εγκατέλειψαν την πόλη τον Φεβρουάριο του 1918, τότε ο μισός περίπου πληθυσμός της περιοχής εγκατέλειψε τις εστίες του και ακολούθησε τον ρωσικό στρατό κατά την υποχώρησή του. Οι περισσότεροι από τους πρόσφυγες εγκαταστάθηκαν στην περιοχή του Καυκάσου και των παραλίων της Γεωργίας.

Οι Πόντιοι πίστεψαν ότι το τέλος του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου θα έφερνε και οριστικό τέρμα στα δεινά τους, αλλά διαψεύσθηκαν…

Οι εκκλήσεις τους για να συμπεριληφθούν στο ελληνικό κράτος δεν εισακούστηκαν από τον Ελευθέριο Βενιζέλο, ο οποίος θεωρούσε ότι ο Πόντος ήταν πολύ απομακρυσμένος από τις υπόλοιπες ελληνικές περιοχές με αποτέλεσμα να είναι αδύνατη η υπεράσπισή του από τις τουρκικές επιδρομές. Σε αντάλλαγμα πρότεινε να προχωρήσουν οι Πόντιοι στη δημιουργία μιας ομοσπονδίας με τους Αρμένιους, και πράγματι ο αρχιεπίσκοπος Τραπεζούντας Χρύσανθος Φιλιππίδης και ο πρόεδρος των Αρμενίων Αλέξανδρος Χατισιάν υπέγραψαν τον Ιανουάριο του 1920 συμφωνία για τη δημιουργία ποντοαρμενικού κράτους. Όμως τον Νοέμβριο του 1920 ο αρμενικός στρατός ηττήθηκε στο Ερζερούμ από τις δυνάμεις του Κεμάλ με αποτέλεσμα να συνθηκολογήσουν οι Αρμένιοι και να μείνουν οι Πόντιοι μόνοι τους. Έκτοτε και μέχρι τον Αύγουστο του 1922 ο Κεμάλ, έχοντας εκκαθαρίσει τα δευτερεύοντα μέτωπα στη Μικρά Ασία, προχώρησε ανενόχλητος στη σταδιακή εξόντωση του ποντιακού ελληνισμού. Οι πόλεις και τα χωριά κάηκαν, οι χωρικοί σφάχτηκαν, ατιμάστηκαν, εξορίστηκαν ή έφευγαν ομαδικά στα δάση και στα βουνά. Όσοι άνδρες συλλαμβάνονταν προωθούνταν στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας. Υπολογίζεται ότι στο διάστημα 1914-1922 εξοντώθηκαν περίπου 200.000 Πόντιοι.

Οι Τούρκοι εκτόπιζαν και εξόριζαν τους Έλληνες μέσα στην βαρύτερη κακοκαιρία, χωρίς να τους επιτρέπουν να παραλάβουν ούτε τρόφιμα ούτε στρώματα. Τα κυβερνητικά όργανα που συνόδευαν τους εκτοπιζόμενους δεν επέτρεπαν στα θύματά τους να σταθμεύουν σε κατοικημένα μέρη, αλλά μόνο σε μέρη έρημα και εκτεθειμένα στις χειμερινές συνθήκες. Ο σκοπός ήταν διπλός: πρώτα να μην μπορούν να στεγασθούν και έπειτα να μην μπορούν να αγοράσουν τρόφιμα. Δεν επέτρεπαν για κανένα λόγο να δώσουν βοήθεια στους γέρους γονείς ή στα ανήλικα παιδιά και στους αρρώστους, οι οποίοι εγκαταλείπονταν στα φαράγγια και στα δάση και πέθαιναν από την πείνα ή αποτελειώνονταν από την λόγχη των Τούρκων. Σε διάφορα μέρη της χώρας ιδρύθηκαν λουτρώνες δήθεν για στρατιωτικούς λόγους. Τα κυβερνητικά και αστυνομικά όργανα που οδηγούσαν τους μετατοπιζόμενους εξανάγκαζαν τους δυστυχείς για λόγους δήθεν υγιεινής να λουστούν. Έβαζαν κατά εκατοντάδες άνδρες, γυναίκες και παιδιά στα λουτρά, γυμνούς, με θερμοκρασία 40 βαθμών. Τα ενδύματα των δυστυχών λεηλατούνταν. Όταν έβγαιναν από το λουτρό, τους εξανάγκαζαν να παρατάσσονται στο χιόνι και με θερμοκρασία κάτω του μηδενός και να περιμένουν επίσκεψη του αστυνόμου για καταμέτρηση, ο οποίος ποτέ δεν ερχόταν πριν από μία ώρα. Έπειτα άλλη μία ώρα περίμεναν τον γιατρό για ιατρική επιθεώρηση.

Κατά την επιθεώρηση χαρακτηρίζονταν άρρωστοι οι νεότεροι και υγιέστεροι, οι οποίοι θανατώνονταν κατά την αποστολή στο νοσοκομείο.

Από την έκρηξη του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου (1914) ως τη Μικρασιατική Καταστροφή (1922), οι Νεότουρκοι με τα σκληρά μέτρα που έλαβαν εναντίον των Ελλήνων του Πόντου με τη μέθοδο των εξοριών, βιασμών, σφαγών, εξανδραποδισμών και απαγχονισμών (κατά τον Πανάρετο Τοπαλίδη) εξόντωσαν:

α. κατά την περίοδο 1914-1918 170.576 Ποντίους
β. κατά την περίοδο 1918-1922 119.122 Ποντίους
συνολικά 289.698 Ποντίους

ποσοστό δηλαδή 41,56% σε σύνολο 697.000 Ελλήνων κατοίκων, ενώ κατά τον Γ. Βαλαβάνη οι απώλειες των Ποντίων σύμφωνα με τη Μαύρη Βίβλο του Κεντρικού Συμβουλίου των Ποντίων στην Αθήνα ανέρχονται σε 303.238 ως το 1922, και 353.000 ως το Μάρτιο του 1924, ποσοστό που ξεπερνά το 50% του ολικού πληθυσμού των Ελλήνων του Πόντου.

  • Από το βιβλίο του Βλάση Αγτζίδη Έλληνες του Πόντου.

Πρώτη φάση της γενοκτονίας 1914-1918

 

Η γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου από τους εθνικιστές είχε ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό οι πληθυσμοί εκτοπίζονταν τον χειμώνα και την εξόντωση την πραγματοποιούσε, σε μεγάλο βαθμό ίσια η φύση. Οι εκτοπισμένοι δεν οδηγούνταν σε Άουσβιτς, αλλά η ίδια η πορεία ήταν ένα Άουσβιτς.

Οι Τούρκοι στον Πόντο άρχισαν με την επιστράτευση όλων των αντρών από 15 έως 45 ετών και την αποστολή τους στα τάγματα εργασίας. Η πλειονότητα τους στάλθηκε στις περιοχές μεταξύ Σεβάστειας και Βαν για την κατασκευή δρόμων. Παράλληλα, αμφισβήτησαν το δικαίωμα των Ελλήνων να ασκούν ελεύθερα το επάγγελμα τους και επιπλέον απαγόρευσαν στους μουσουλμάνους να συνεργάζονται με αυτούς επαγγελματικά, με την ποινή της τιμωρίας από τις στρατιωτικές αρχές. Κατ’ αρχάς οι άτακτες ορδές των Τούρκων επιτίθονταν  στα απομονωμένα ελληνικά χωρία κλέβοντας, φονεύοντας, αρπάζοντας και βιάζοντας.

Οι Αυσρογερμανοί διαπίστωναν ότι η πολιτική της γενικευμένης εθνικής εκκαθάρισης υπαγορεύτηκε από την παντουρκική ιδεολογία που τότε κυριαρχούσε στους τούρκικους πληθυσμούς, καθώς από «τη βουλιμία των Τούρκων για την πλούσια ελληνική περιουσία». Οι Τούρκοι χρησιμοποιούσαν πρωτοφανείς μεθόδους για την εξόντωση των Ελλήνων, όπως την εκτόπιση των πλυθησμών μέσα στον χειμώνα, χωρίς να επιτρέπουν στους εκτοπιζόμενους να πάρουν μαζί τους τρόφιμα, ούτε στρωματά. Δεν επέτρεπαν την στάθμευση των εκτοπιζόμενων σε κατοικημένα μέρη, αλλά μόνο σε έρημα μέρη και εκτεθειμένα στις άσχημες καιρικές συνθήκες, με βασικό στόχο την εξόντωση τους, εφόσον θα ήταν αναγκασμένοι να διαμένουν στην ύπαιθρο και επιπλέον δεν θα μπορούσαν να προμηθευτούν τρόφιμα. Απαγορεύονταν στους εκτοπιζόμενους  να δώσουν βοήθεια στους γέρους γονείς ή στα ανήλικα παιδία και στους αρρώστους, οι οποίοι εγκαταλείπονταν στα φαράγγια και στα δάση και παθαίναν από την πείνα ή αποτελειώνονταν από τους στρατιώτες. Τα κυβερνητικά και αστυνομικά όργανα οδηγούσαν τους μετατοπιζόμενους σε ειδικούς λουτρώνες, οι οποίοι ιδρύθηκαν δήθεν για στρατιωτικούς λόγους. Εκεί τους εξανάγκαζαν να λουστούν με την επίκληση λόγων υγιεινής. Έβαζαν κατά εκατοντάδες άντρες, γυναίκες και παιδία στα λουτρά, γυμνούς με θερμοκρασία 40 βαθμών. Τα ενδύματα τους εν τω μεταξύ λεηλατούνταν. Όταν έβγαιναν από το λουτρό, τους ανάγκαζαν να παραταθούν στο χιόνι με θερμοκρασία κάτω του μηδενός, και να περιμένουν την επίσκεψη του αστυνόμου για καταμέτρηση, ο οποίος ποτέ δεν έρχονταν σε λιγότερο από μία ώρα. Κατά την επιθεώρηση χαρακτηρίζονταν άρρωστοι οι νεότεροι και υγιέστεροι, οι οποίοι θανατώνονταν κατά την αποστολή τους στο νοσοκομείο.

Οι Γαλλικές μυστικές αναφορές βρίθουν από στοιχεία για τις εκτοπίσεις αυτής της περιόδου. Σε αναφορά που βασίζεται σε στοιχειά του γιου του Ντζεμάλ πασά, σημειώνεται :«Εδώ και έξι εβδομάδες, σφαγές Ελλήνων κατά μάζες έλαβαν χώρα. Ο αριθμός των φονευθέντων φτάνει τις 40.000». Στις 5 Οκτωβρίου η Υπηρεσία Πληροφοριών του γαλλικού Γενικού Επιτελείου Στρατού αναφέρει:«Από σοβαρές πηγές, 50.000 άτομα εξορίστηκαν στο εσωτερικό με τις γνωστές ήδη συνθήκες. Ο ελληνισμός των ακτών της Μαύρης Θάλασσας υπέστη απόλυτη εξόντωση».

Ήταν τέτοια η ένταση και η επέκταση των διωγμών, ώστε ακόμη και οι σύμμαχοι των Τούρκων διατύπωσαν εγγράφως τις αντιρρήσεις τους. Ο μαρκήσιος Παλαβιτσίνι έγραφε τον Ιανουάριο του 1918 :«Είναι σαφές ότι οι εκτοπισμοί του ελληνικού στοιχείου δεν υπαγορεύονται ουδαμώς από στρατιωτικούς λόγους και επιδιώκουν κακώς εννοουμένως πολιτικούς σκοπούς ». Την ίδια άποψη εξέφρασαν και σώφρονες Τούρκοι, όπως ο Βεχήμπ πασάς, ο οποίος υποστήριζε ότι ο εκτοπισμός των Ελλήνων ήταν περιττός από στρατιωτικής άποψης. Σχεδόν συγχρόνως ο Αυστριακός πρόξενος της Αμισού Κβιατκόφσκι ανέφερε σε υπηρεσιακή επιστολή του ότι ο εκτοπισμός των Ελλήνων της ποντιακής παραλίας εντασσόταν στο πλαίσιο του προγράμματος των Νεότουρκων, με το οποίο επιδιωκόταν η εξασθένηση του χριστιανικού στοιχείου. Ο ίδιος θεωρούσε ότι η καταστροφή αυτή θα είχε μεγαλύτερη απήχηση στην Ευρώπη απ’ ό,τι οι σφαγές που είχαν διαπράξει κατά των Αρμενίων. Οι φόβοι του Κβιατκόφσκι εδράζονταν στη διαπίστωση του ότι η καθολική εξόντωση του ελληνικού στοιχείου ήταν επιθυμία του τούρκικου λαού.

Η επιτροπή του ελληνικού Υπουργείου Περιθάλψεως που στάλθηκε στον μικρασιατικό Πόντο κατέγραψε με λεπτομέρειες τις μεθόδους που χρησιμοποίησαν οι Τούρκοι για την εξόντωση των Ελλήνων. Στις εκθέσεις της επιτροπής του υπουργείου, που έφτασε στον Πόντο το 1919 με αποστολή την καταγραφή των προβλημάτων του ελληνικού πλυθησμού, αναφέρονταν οι τρόποι που χρησιμοποιήθηκαν για τη θανάτωση περισσότερων από 200.000 ατόμων. Εκτός από την περιοχή του Πόντου, οι Τούρκοι εξαπέλυσαν δίωξης και κατά του ελληνικού πληθυσμού του Καυκάσου. Το 1915, όταν ο τουρκικό στρατός προέλαυνε στην περιφέρεια του Καρς, πλήθη Ελλήνων προσφύγων εγκατέλειπαν τις περιοχές τους φοβούμενοι τις σφαγές.

Σε αναλυτική έκθεση που υπεβλήθη στον συνταγματάρχη Κ. Κατεχάκη, ο οποίος ήταν επικεφαλής της ελληνικής στρατιωτικής αποστολής που έδρευε στην Κωνσταντινούπολη, αναφέρονται με λεπτομέρειες οι απώλειες. Στην επαρχία Αμασείας από 136.798 Έλληνες εκτόπισαν τους 73.375, από τους οποίους διασώθηκε μόλις το 30%.Απο τους εκτοπισμένους επέστρεψε μόλις το 6%. Η επαρχία Κολωνείας καταστράφηκε εξολοκλήρου και ελάχιστοι Έλληνες κατάφεραν να διασωθούν. Από τους 167.450 Έλληνες της επαρχίας Χαλδίας- Κερασούντος εκτοπίστηκαν οι 90.000, ενώ 45.000 κατέφυγαν στη Ρωσία. Από τους εκτοπισμένους διασώθηκε το 2%. Από την επαρχία Τραπεζούντας, στην οποία κατοικούσαν 55.000 Έλληνες, εξορίστηκαν 5.000 άτομα, ενώ 26.000 διέφυγαν στη Ρωσία. Από τους εκτοπισμένους επέστρεψαν 400 άτομα. Από την επαρχία Ροδοπόλεως, από συνολικό αριθμό 24.000 Ελλήνων εκτοπίστηκαν 4.080 άτομα, ενώ 4.800 διέφυγαν προς τη Ρωσία.

Η δεύτερη φάση της γενοκτονίας

Η εκκαθάριση του Πόντου

Στον ίδιο τον Πόντο οι Συμμορίες του Τοπάλ Οσμάν τρομοκρατούσαν και δολοφονούσαν τους ελληνικούς πληθυσμούς. Οι τούρκικές συμμορίες «σκότωναν από μίσος και εκδίκηση και όχι με σκοπό να ληστέψουν», σύμφωνα με κείμενα της εποχής. Το Foreign Office ανέφερε :«Ο Οσμάν αγάς, ληστής ταπεινής προέλευσης, έχει αναδειχθεί σε τοπικό δεσπότη της Κερασούντας και προεδρεύει της επιτροπής Εθνικής Άμυνας Κερασούντας, σώμα συνδεδεμένο με τους Νεότουρκους». Ακόμη και ο Σοβιετικός απεσταλμένος στην Τουρκία , Μ. Φρούνζε, που χαρακτηρίζονταν από φιλοτουρκικό πνεύμα, έγραφε για την πολιτική του Τοπάλ Οσμάν:
«…όλη αυτή η πλούσια και πυκνοκατοικημένη περιοχή της Τουρκίας, ερημώθηκε σε απίστευτο βαθμό. Απ’ όλο ελληνικό πληθυσμό των περιοχών της Σαμψούντας, της Σινώπης και της Αμάσειας απέμειναν μόνο μερικές αντατροομάδες που περιπλανιόντουσαν στα βουνά. Εκείνος που έγινε περισσότερο γνωστός για τις θηριωδίες του ήταν ο αρχηγός των Λαζών Οσμάν Αγάς, ο οποίος πέρασε δια πυρός και σιδήρου με την άγρια ορδή του όλη την περιοχή. Οι ντόπιοι Τούρκοι θυμούνται με φρίκη τη σκληρότητα του».

Σε έκθεση αυτής της περιόδου αναφέρεται:
«Η καταστροφή των χωρίων ήρξατο κατά τον Απρίλιον του 1921 και συνεπληρώθη προ μηνός (Ιούνιος 1922). Άπαντα τα χωρία κατεστράφησαν, εκάησαν, εξερριζώθησαν τελείως. Πάντες οι κάτοικοι των χωρίων τούτων εξωρίσθηκαν και εφονεύθησαν αφιακρίτως γένους και ηλικίας[…] Εκ των εις τα βουνά καταφυγόντων  οι ημίσεις απέθανον εκ κακουχιών και φόνων και ασθενείων […] Εγένεντο Αποστολαί  εξορίστων εις το εσωτερικόν. Εκάστης Αποστολής οι εξόριστοι ελαμβάνοντο κατ’ εκλογήν μεταξύ των εχόντων ηλικίαν 10-70 ετών. Η τύχη των εξοριζομένων ήτο ως επί το πλείστον σφαγή, αγχόνη και θάνατος εκ κακώσεως και πείνης »

Για την εκτόπιση των Ελλήνων του Πόντου υπάρχουν τρεις επίσημες αποφάσεις. Η πρώτη, που εκδόθηκε στις αρχές του Ιουνίου 1921 και είχε την υπογραφή του Μουσταφά Κεμάλ, αναφέρει: «Η πρόσφατη εμφάνιση του ελληνικού πολεμικού ναυτικού στη Μαύρη Θάλασσα και ο βομβαρδισμός της Ινέπολης αυξάνουν την πιθανότητα απόβασης Ελλήνων στη Σαμψούντα. Για αυτό, όσοι Έλληνες μπορούν να κρατήσουν όπλα , από 15 έως 55 ετών, θα εκτοπιστούν στην ενδοχώρα ».

Η δεύτερη είναι η επίσημη εντολή του αρχηγού του Γενικού Επιτελείου Στρατού Φεβζί, που στάλθηκε στις 3 Ιουνίου 1921 στο αρχηγείο που έδρευε στην Αμάσεια:
«Από το υπουργικό συμβούλιο πάρθηκε η απόφαση να εκτοπιστούν στην ενδοχώρα όλοι οι χριστιανοί που διαμένουν στα παράλια της Μαύρης Θάλασσας και μπορούν να φέρουν όπλα. Η απόφαση τίθεται σε ισχύ με τη λήψη του τηλεγραφήματος. Σας γνωρίζουμε ότι πρέπει να αποφευχθεί το ενδεχόμενο συσπείρωσης και αντίστασης των χριστιανών καθώς και απόβασης ελληνικού στρατού».

Η Τρίτη απόφαση, υπουργική και πάλι, ελήφθη στις 3 Ιουλίου 1921 και αναφέρει:
«[…] υπάρχει πιθανότητα απόβασης στα παράλιά μας. Αυτά τα μέρη θα εκμεταλλευτεί ο εχθρός κατά του έθνους μας σε συνεργασία με ντόπιους Έλληνες. Ως  εκ τούτου είναι αναγκαία τα έκτακτα μέτρα για την υπεράσπιση της χώρας. Έτσι, από τις 12 Ιουνίου 1921, όλη η παραλία της Μαύρης Θάλασσας και οι κωμοπόλεις κηρύσσονται εμπόλεμη περιοχή ».

Το τέλος του 1921 σφραγίστηκε από τις φοβερές ωμότητες των Τούρκων στον μικρασιάτικο Πόντο. Ο Βρετανός αρμοστής στην Κωνσταντινούπολη πληροφορούσε τον υπουργό Εξωτερικών:«Οι Τούρκοι φαίνεται ότι δρουν βάσει προμελετημένου σχεδίου για την εξόντωση των μειονοτήτων[…] ‘Όλοι οι άνδρες ηλικίας άνω των 15 ετών της περιφερείας Τραπεζούντας και της ενδοχώρας εκτοπίστηκαν στα εργατικά τάγματα του Ερζερούμ, Καρς και Σαρήκαμις ».

Την ίδια εποχή αντάρτες βρίσκονταν σε κατάσταση απόγνωσης, καθώς καμία βοήθεια δεν έφτανε πλέον σε αυτούς. Οι Σοβιετικοί είχαν αποκόψει τους δρόμους εφοδιασμού από τις ελληνικές κοινότητες της Ρωσίας, ενώ η ελληνική κυβέρνηση δεν απαντούσε στις αγωνιώδεις εκκλήσεις τους. Ένα πλοίο που φορτώθηκε στον Πειραιά με όπλα και πυρομαχικά γι’ αυτούς, δεν ξεκίνησε ποτέ. Παρά την αδυναμία και την πολυδιάσπαση τους, οι Πόντιοι αντάρτες σε δύσκολη θέση τον στρατό των Τούρκων. Μολονότι ο αριθμός αντιστοιχούσε σε μία μεραρχία, κατόρθωσαν να αντιμετωπίσουν πολλαπλάσιο τουρκικό στρατό. Ο Κεμάλ Ατατούρκ είχε επιφορτίσει το 3ο Σώμα του στρατού του που έδρευε στη Σεβάστεια, καθώς το 15ο που έδρευε στο Ερζερούμ, με καθήκον της καταστολής του αντάρτικου ποντιακού περιέγραφε ως εξής το ποντιακό αντάρτικο:»Οι περιοχές δράσης των Πόντιων ανταρτών είχαν χωριστεί. Η δύναμη των Πόντιων ληστών στην αρχή ήταν περίπου έξι έως επτά χιλιάδες ενόπλων. Αργότερα έφτασαν στις εικοσιπέντε χιλιάδες, που είχαν χωριστεί σε μικρές ομάδες και δρούσαν σε διαφορετικά μέρη».

Ο Κεμάλ, για να δικαιολογήσει τη γενοκτονία κατά του άμαχου πληθυσμού, υπερβάλλει πρωτίστως ως προς τον αριθμό. Επίσης, ενοχοποιεί τον «παραγωγικό ποντιακό πληθυσμό», γιατί «τροφοδοτούσε τις ένοπλες και μάχιμες ομάδες».
Ο Μ. Φρούνζε, Σοβιετικός απεσταλμένος στην Τουρκία, έδωσε μία από τις ελάχιστες μαρτυρίες για τους ηττημένους αντάρτες:
«Συναντήσαμε μια μικρή ομάδα από 60-70 Έλληνες, οι οποίοι μόλις είχαν καταθέσει τα όπλα. Όλοι τους είχαν εξαντληθεί στο έπαρκο. Άλλοι έμοιαζαν κυριολεκτικά με σκελετούς. Αντί για ρούχα κρέμονταν από τους ώμους τους κάτι απίθανα κουρέλια.»

Με το πρόσχημα των αντιποίνων και της καταπολέμησης των ανταρτών, οι Τούρκοι ολοκλήρωσαν τη γενοκτονία. Βασισμένος σε μια σειρά επίσημων αναφορών, ο Βρετανός πρωθυπουργός Λόυντ Τζωρτζ προέβη σε δημόσιες δηλώσεις στη Βουλή των Κοινοτήτων:«Στον Πόντο δεκάδες χιλιάδες Ελλήνων ανδρών, γυναικών και παιδίων απελαύνονταν και πέθαιναν. Ήταν καθαρή ηθελημένη εξολόθρευση ». Ο Αμερικάνος ταγματάρχης Γιόουελ έδωσε μια εικόνα του μικρασιατικού Πόντου το 1921:«Πτώματα, πτώματα σε όλο το μήκος της πορείας των εκτοπιζόμενων…φρίκη και πτώματα »

Οι διανοούμενοι και οι πρόκριτοι του Πόντου δικάστηκαν από το ψευδεπίγραφο Δικαστήριο της Ανεξαρτησίας, που έδρευε στην Αμάσεια. Με την κατηγορία ότι έγινε προσπάθεια απόσχισης από την Τουρκία, εκδοθήκαν εκατοντάδες θανατικές καταδίκες. Ακόμη και οι Σοβιετικοί απεσταλμένοι, οι οποίοι είχαν πλήρη γνώση των τουρκικών ωμοτήτων κατά των Ελλήνων, δεν μπορούσαν να κρύψουν τον αποτροπιασμό τους για τα φρικτά εγκλήματα των συμμάχων τους. Ο Αράλοβ, Σοβιετικός πρέσβης στην Άγκυρα, ενημερώθηκε στη Σαμψούντα από τον αρχιστράτηγο Φρούνζε. Ο Φρούνζε του είπε ότι είχε δει πλήθος Ελλήνων που είχαν σφαγιαστεί «βάρβαρα σκοτωμένους Έλληνες-γέρους, παιδία, γυναίκες» . Προειδοποίησε επίσης τον Αράλοβ ότι επρόκειτο να συναντήσει πτώματα σφαγιασμένων Ελλήνων τους οποίους είχαν απαγάγει από τα σπίτια τους και είχαν σκοτώσει πάνω στους δρόμους.

Οι συγκρούσεις με μουσουλμάνους ατάκτους εξαπλώθηκαν και στον Καύκασο. Τα ελληνικά χωρία βρέθηκαν πάλι σε κίνδυνο και οι αρμενικοί πληθυσμοί αντιμετώπιζαν για μια ακόμη φορά τον κίνδυνο της γενοκτονίας λόγω της εξέγερσης των ντόπιων μουσουλμάνων. Οι επικεφαλής των ατάκτων «ταταρίκων συμμοριών » ήταν Τούρκοι αξιωματικοί, οι οποίοι είχαν αποθρασυνθεί από την απραξία των δυνάμεων της Αντάντ. Από την άνοιξη του 1922, όταν η Τουρκία στράφηκε προς την Δύση, άρχισε να επικρατεί ψυχρότητα στις σοβιετοτουρκικές σχέσεις. Οι Σοβιετικοί άρχισαν τότε να επιδιώκουν τη μείωση της τουρκικής επιρροής και την αυτονόμηση των ελληνικών πληθυσμών. Ήταν όμως πλέον πολύ αργά.

Μία άλλη πλευρά της δεύτερης φάσης της γενοκτονίας ήταν η ολοκλήρωση των εξισλαμισμών. Το ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών ετοίμασε το 1917 έκθεση με τίτλο «Οι Ανθελληνικοί Διωγμοί εν Τουρκία», στην οποία υπάρχει ιδιαίτερο κεφάλαιο για τους εξισλαμισμούς. Στην έκθεση αναφέρεται ότι οι Νεότουρκοι είχαν αποφασίσει τον βίαιο εξισλαμισμό χριστιανικών εθνοτήτων. Για τον σκοπό αυτό δημιούργησαν ορφανοτροφεία για τα παιδία των χριστιανών που είχαν εξοντώσει. Στα ελληνόπαιδα παρείχαν τουρκική παιδεία και ισλαμική θεολογική μόρφωση, ενώ υποχρέωναν τις Έλληνιδες να παντρευτούν μουσουλμάνους.

Η διαχείριση του Ποντιακού Ζητήματος

Το Ποντιακό Ζήτημα εξαρχής αντιμετωπίστηκε περισσότερο ως ζήτημα των Ποντίων και όχι τόσο ως μέρος του ευρύτερου εθνικού προβλήματος. Χαρακτηριστική είναι η απόρρητη απόφαση του Βενιζέλου για την δημιουργία ποντιακών στρατιωτικών τμημάτων, τα οποία θα αποτελούσαν πρόπλασμα ενός μελλοντικού ποντιακού στρατού.
Στη Συνδιάσκεψη Ειρήνης που πραγματοποιήθηκε στις 30 Δεκεμβρίου 1918 ο πρωθυπουργός της Ελλάδας Ελευθέριος Βενιζέλος πρότεινε την ενσωμάτωση του Πόντου στην Αρμενία, ενώ ο μητροπολίτης Χρύσανθος υπέβαλε ξεχωριστό υπόμνημα στη Συνδιάσκεψη του Παρισιού. Με το υπόμνημα του ο Χρύσανθος ζητούσε τη δημιουργία ελληνικού κράτους στην περιοχή του Πόντου  και ανέπτυσσε εκτενώς την επιχειρηματολογία που υποστήριζε τα δίκαια των Ελλήνων της περιοχής.

Στο Υπόμνημα αναφέρονταν ότι ο ελληνικός πληθυσμός του Πόντου, μετά την παλιννόστηση των προσφύγων από τον Καύκασο και τη Ρωσία, εξισώθηκε με το μουσουλμανικό, ότι από εκείνο μεγάλο μέρος ήταν ελληνικής καταγωγής και δεν είχε λησμονήσει ούτε την καταγωγή του ούτε την ελληνική γλώσσα, την οποία εξακολουθούσε να μιλά, καθώς και ότι δεν υπήρχε στον Πόντο παρά πολύ μικρή αρμένικη μειοψηφία. Επίσης υποστηρίζονταν ότι οι Τούρκοι, όταν είχε καταλυθεί η τουρκική αρχή, αναγνώρισαν τους Έλληνες ως τους μόνους ικανούς να κυβερνήσουν τη χώρα και σ’ συτούς παρέδωσαν την εξουσία πριν την έξοδο τους, ότι οι Ρώσοι και οι αντιπρόσωποι των συμμάχων δυνάμεων αναγνώρισαν την ντόπια ελληνική κυβέρνηση κατά τρόπο αδιαφιλονίκητο και εν πάση περιπτώσει αναγνώρισαν την κυρίαρχη επιρροή του ελληνικού στοιχείου. Στο υπόμνημα υπογραμμίζονταν, τέλος, ότι ο γηγενής πληθυσμός όχι μόνο υποτάχθηκε στην ελληνική κυβέρνηση αλλά έδειξε απόλυτη εμπιστοσύνη σ’ αυτήν και σημεινόνταν ότι στις πλέον δύσκολες περιστάσεις η ντόπια ελληνική κυβέρνηση και ο ελληνικός λαός εξασφάλισαν την τάξη και διαφύλαξαν την ισοπολιτεία. Κατά συνέπεια ήταν δίκαιο να αποτελέσει ο Πόντος αυτόνομο ελληνικό κράτος, εφόσον ο πληθυσμός του δεν είναι διατεθειμένος να υποφέρει κανέναν ξένο ζυγό.

Σε αντίθεση με τους στόχους του Ποντιακού Κινήματος, ο Ελευθέριος Βενιζέλος δήλωνε στις 4 Φεβρουαρίου 1919 στον Αμερικάνο πρόεδρο Ουίλσον ότι, παρόλο που οι Έλληνες Πόντιοι επιθυμούσαν την ανεξαρτησία τους, ο ίδιος αντιτάχθηκε απόλυτα. Η επίσημη θέση της Ελλάδας  στις αρχές του 1919 ήταν η υποστήριξη της ανεξαρτησίας της Αρμενίας , συμπεριλαμβανομένης της περιοχής της Τραπεζούντας. Σφοδρή υπήρξε η αντίδραση των ποντιακών οργανώσεων στην τοποθέτηση αυτή. Οι οργανώσεις των Ελλήνων του Πόντου κατέκλυσαν το Υπουργείο Εξωτερικών της Ελλάδας με πλήθος καταγγελιών και τηλεγραφημάτων διαμαρτυρίας.

Οι αντιδράσεις αυτές οδήγησαν στην αλλαγή πολιτικής της ελληνικής κυβέρνησης. Επελέγη η πολιτική της ενεργούς ανάμειξης στις υποθέσεις του Πόντου και του Καυκάσου και στάλθηκαν στην περιοχή ο συνταγματάρχης Δ. Καθενιώτης και ο Ι. Σταυριδάκης. Την ίδια περίοδο το πολιτικό πλαίσιο στον ευρύτερο χώρο της Υπερκαυκάσιας καθορίστηκε από την απόφαση επανασύστασης των τριών ανεξάρτητων δημοκρατιών: της Γεωργίας, της Αρμενίας και του Αζερμπαϊτζάν. Η απόφαση αυτή ήταν αποτέλεσμα της κυριαρχίας των μενσεβίκων και του αγγλικού ενδιαφέροντος  για την περιοχή αυτή.

Στον μικρασιατικό Πόντο η κατάσταση επιδεινωνόταν διαρκώς. Μετά την απόβαση του Κεμάλ στις 19 Μαΐου 1919 στη Σαμψούντα, οι συγκρούσεις πολλαπλασιάστηκαν. Ο Θ. Πετιμεζάς εκπρόσωπος του ελληνικού Ερυθρού Σταύρου, έγραφε στον Έλληνα αρμοστή στην Κωνσταντινούπολη ότι οι παλιννοστούντες στον Πόντο από τη Ρωσία κινδύνευαν άμεσα να σφαγιαστούν άοπλοι από τα φανατισμένους τουρκικούς πληθυσμούς, οι οποίοι διαρκώς εξοπλίζονταν από την τουρκική κυβέρνηση και είχαν καταστήσει απροσπέλαστη την ενδοχώρα.

Οι Πόντιοι αντάρτες ζήτησαν ενίσχυση από την Ελλάδα. Οι εκκλήσεις τους όμως για στρατιωτική βοήθεια έμειναν χωρίς απάντηση από την ελληνική κυβέρνηση. Με βάση τις αιτήσεις των Πόντιων ανταρτών και τις συζητήσεις που πραγματοποιήθηκαν, το τουρκικό Υπουργείο Εσωτερικών ανέφερε σε έγγραφο του :«Όπως έχουμε πληροφορίες, ότι ύστερα από εισήγηση του ελληνικού Πατριαρχείου και για λογαριασμό της Ποντιακής Κυβέρνησης της Τραπεζούντας και των περιχώρων εγκρίθηκε να σταλούν στην Τραπεζούντα μερικοί Έλληνες αξιωματικοί καθώς επίσης και όπλα κα πυρομαχικά» . Πρότεινε να γίνουν διαβήματα στους αντιπροσώπους των Συμμάχων για να αποτρέψουν αυτοί τις ελληνικές προσπάθειες, ώστε να αντιμετωπιστούν οι κινήσεις των Ελλήνων. Η ελληνική πολιτική δεν επιβεβαίωσε τους φόβους αυτούς των Τούρκων. Η ελλαδική ηγεσία δεν μπόρεσε να κατανοήσει τη δυναμική του ποντιακού αγώνα. Έτσι, καμία ουσιαστική βοήθεια δεν στάλθηκε στους Έλληνες αντάρτες του Πόντου.

Στις 31 Ιουνίου 1919 ο Χρύσανθος, με υπόμνημα του προς τον Βρετανό πρωθυπουργό, ζήτησε την ενίσχυση του ποντιακού κινήματος. Πρότεινε τη διάθεση ποντιακών ταγμάτων, τα οποία μαζί με Αμερικάνους θα αναλάμβαναν να διατηρήσουν την τάξη στον Πόντο. Η γενικότερη στάση των συμμάχων ήταν αρνητική. Τον Νοέμβριο του 1919 ο συνταγματάρχης Δ. Καθενιώτης πρότεινε χωρίς αποτέλεσμα στον Βρετανό πρέσβη στην Αθήνα να αποσταλεί στο Βατούμι το Τάγμα Ποντίων  που είχε δημιουργηθεί στο πλαίσιο του ελληνικού στρατού. Τον Ιανουάριο επανέλαβε τις προτάσεις του για ελληνοβρετανική επέμβαση κατά των Τούρκων εθνικιστών και των μπολσεβίκων στον Βρετανό αρμοστή Βατούμι. Ο Καθενιώτης πρότεινε να αποβιβαστούν στην Τραπεζούντα τα ποντιακά τάγματα που είχαν δημιουργηθεί στο πλαίσιο του ελληνικού στρατού, ώστε να δημιουργηθεί μια μικρή ελεύθερη περιοχή όπου θα κατέφευγαν οι Έλληνες από τη Ρωσία καταδιώκονταν από τους μπολσεβίκους.

Η πρόταση αυτή συνάντησε την άρνηση της βρετανικής πλευράς. Την αρνητική απάντηση της βρετανικής κυβέρνησης εισηγήθηκε ο Ουόρντροπ Βρετανός αρμοστής στο Βατούμι. Την απόρριψη της πρότασης παρόλο που αυτή εξυπηρετούσε άριστα τον αντιμπολσεβικό αγώνα της Αντάντ, ο Δ. Καθενιώτης αποδίδει στην υποκειμενική στάση του αρμοστή, ο οποίος ήταν φανατικός σλαβόφιλος, ευμενέστατα διακείμενος προς τους Βουλγάρους.
Με αφορμή τη βρετανική άρνηση, ο Ε. Βενιζέλος έσπευσε να δηλώσει:«Θεωρώ όλως απίθανον ότι θα ληφθεί περί τούτων ειδική πρόνοια, πλην των γενικών εγγυήσεων, ως ζητούν να επιτύχουν υπέρ των ξένων εθνοτήτων,όσαι θα παραμείνωσιν υπό Τουρκικήν Κυριαρχίαν ». Ο μητροπολίτης Τραπεζούντας Χρύσανθος χαρακτήρισε τον Βενιζέλο «απληροφόρητο στο ζήτημα του Πόντου». Ο ίδιος, απηχώντας το αίσθημα των Ελλήνων του Πόντου, απείλησε με κοινή εξέγερση των Ελλήνων και Μουσουλμάνων κατοίκων, εάν τελικά προκρίνονταν η λύση της υπαγωγής του Πόντου στην Αρμενία.

Οι εξελίξεις αυτές οδήγησαν στη διερεύνηση των πιθανοτήτων σύναψης συμμαχίας ανάμεσα στους Πόντιους και τα κινήματα της περιοχής. Ο Χρύσανθος εκπροσωπώντας τις ποντιακές οργανώσεις, πήγε στην Τιφλίδα για συνομιλίες με τους Γεωργιανούς ηγέτες και κατόπιν στην αρμενική πρωτεύουσα Εριβάν. Η γραμμή  της ελληνικής κυβέρνησης ήταν να επιδιωχθεί πάση θυσία συμφωνία με τους Αρμένιους.

Τα δύο μέρη κατέληξαν σε γενική συμφωνία, η οποία υπεγράφη από τον Αρμένιο πρωθυπουργό Χατισίαν και τον μητροπολίτη Χρύσανθο. Η συμφωνία προέβλεπε τη δημιουργία ελληνοαρμενικής ομοσπονδίας και την παροχή ελληνικής στρατιωτικής βοήθειας προς την Αρμενία. Το στρατιωτικό σκέλος της συμφωνίας υπογράφτηκε από Αρμένιους αξιωματικούς και τον συνταγματάρχη Δ. Καθενιώτη. Η στρατιωτική αυτή συμφωνία προέβλεπε την προώθηση ως το Ερζερούμ των ελληνικών στρατευμάτων που επρόκειτο να επιβιβαστούν στην Τραπεζούντα, με στόχο την προστασία του ελληνικού στοιχείου. Παράλληλα ο αρμένικος στρατός θα υπεράσπιζε τα σύνορα του Καυκάσου. Όμως τα δύο μέρη δεν κατάφεραν να συμφωνήσουν στις λεπτομέρειες. Οι Έλληνες πρότειναν συνομοσπονδία Πόντου-Αρμενίας. Ο Κ. Κωνσταντινίδης ηγέτης του ποντιακού κινήματος και πρόεδρος του Παμποντίου Συνεδρίου Μασσαλίας, κατήγγειλε ότι οι Αρμένιοι διακατέχονταν από «πνεύμα ιμπεριαλιστικής επεκτάσεως εις βάρος γείτονος έθνους» .

Η διαφορετική αντίληψη περί συμφερόντων του κάθε έθνους και η αμοιβαία καχυποψία που επικρατούσε, σε συνδυασμό με την άρνηση των Άγγλων να επιτρέψουν την απόβαση ελληνικού στρατού στον Πόντο και την δημιουργία ποντιακού στρατού, απομάκρυνε τις δύο πλευρές. Οι ποντιακές οργανώσεις υπέβαλαν στην Διάσκεψη  της Ειρήνης πρόσθετο υπόμνημα, ζητώντας την αναγνώριση ενός ανεξάρτητου Πόντου υπό την προστασία του ελληνικού κράτους ή την κηδεμονία των ΗΠΑ. Όμως στα μεγάλα ζητήματα της περιοχής, οι Έλληνες του Πόντου εξέφραζαν μέχρι τέλους την αλληλεγγύη τους στον αγώνα των Αρμενίων κατά των Τούρκων και κατήγγελλαν την εγκατάλειψη τους από τις συμμαχικές δυνάμεις.

 

Απόψεις για την Γενοκτονία των Ποντίων

Η Γενοκτονία των Ποντίων αδελφών μας είναι ένα αυταπόδεικτο γεγονός διότι υπάρχουν ακόμα ζωντανές πιστοποιήσεις και δεν χρειάζεται άλλων μαρτυρία, διότι δυστυχώς ή ευτυχώς υπάρχουν τα φιλμαρισμένα ντοκουμέντα και οι φωτογραφίες. Παρακάτω παραθέτουμε τις καταγεγραμμένες απόψεις ατόμων που έπαιξαν σοβαρό ρόλο και δια της γραφίδας τους  πιστοποίησαν ότι το κεμαλικό κίνημα χαρακτηριζόταν από φανατικό, επιθετικό και επεκτατικό εθνικισμό.

Όπως γράφει ο Νίκος Ψυρρούκης: «Η προσεκτικότερη μελέτη του κεμαλισμού μάς πείθει ότι πρόκειται για βαθιά αντιλαϊκή και αντιδημοκρατική θεωρία. Ο φιλοναζισμός και άλλες αντιδραστικές δοξασίες είναι νομοτελειακή εξέλιξη του κεμαλισμού… Ακόμα και οι κεμαλικές μεταρρυθμίσεις γίνονται με διοικητικές αποφάσεις από πάνω. Περιφρονούν τις πολιτιστικές παραδόσεις του τουρκικού λαού, εκφράζουν το σύμπλεγμα κατωτερότητας των Τούρκων αστών».

Το τέλος του 1921 σφραγίστηκε από τις φοβερές ωμότητες στον μικρασιατικό Πόντο, και ο Βρετανός αρμοστής στην Κωνσταντινούπολη σερ Horace Rumbold πληροφορεί τον υπουργό Εξωτερικών Curzon: «Οι Τούρκοι φαίνεται ότι δρουν βάσει προμελετημένου σχεδίου για την εξόντωση των μειονοτήτων… Όλοι οι άνδρες ηλικίας άνω των 15 ετών της περιφερείας Τραπεζούντος και της ενδοχώρας εκτοπίστηκαν στα εργατικά τάγματα του Ερζερούμ, Καρς και Σαρήκαμις».

Βασισμένος σε μια σειρά επισήμων αναφορών ο Βρετανός πρωθυπουργός Λόιντ Τζορτζ προβαίνει σε δημόσιες δηλώσεις στη Βουλή των Κοινοτήτων (House of Commons. The Parliamentary Debates), Fifth Series, τόμ. 157): «…(στον Πόντο) δεκάδες χιλιάδες (Έλληνες) άνδρες, γυναίκες και παιδιά απελαύνονταν και πέθαιναν. Ήταν καθαρή ηθελημένη εξολόθρευση. «Εξολόθρευση» δεν είναι δικιά μου λέξη. Είναι η λέξη που χρησιμοποιεί η Αμερικανική Αποστολή».

Ο Πρωθυπουργός της Αγγλίας σερ Γουίνστον Τσόρτσιλ στο βιβλίο του The World Crisis, τόμ. V, γράφει: «… οι φοβεροί εκτοπισμοί των Ελλήνων από την Τραπεζούντα και τη Σαμψούντα, που είχαν γίνει το φθινόπωρο του 1921, έφταναν τώρα για πρώτη φορά στην Ευρώπη».
Ο Αμερικανός ταγματάρχης Γιόουελ δίνει μια εικόνα του μικρασιατικού Πόντου το 1921: «Πτώματα, πτώματα σε όλο το μήκος της πορείας των  εκτοπιζομένων… Φρίκη και πτώματα».
Ο Αμερικανός δημοσιογράφος Γκίμπονς γράφει: «Η πεδιάδα της Μαλάτειας ήταν στρωμένη με πτώματα Ελλήνων ».
Μαρτυρίες Σοβιετικών : Οι σοβιετικοί που υπήρξαν οι βασικοί σύμμαχοι του κεμαλικού εθνικισμού τα πρώτα χρόνια της εμφάνισής του. Είναι οι πιθανότητες οι μπολσεβίκοι να αντάλλαξαν με τον τρόπο αυτό την υποστήριξη του παντουρκιστικού κινήματος που δρούσε στη Ρωσία στην Οκτωβριανή τους Επανάσταση. Για αυτό τον λόγο οι σοβιετικοί λοιπόν προμήθευσαν τους κεμαλικούς με όπλα, χρήματα, στρατιωτικούς συμβούλους. Η τουρκική αντεπίθεση στο μικρασιατικό μέτωπο κατά των ελληνικών στρατευμάτων το 1921, οργανώθηκε από τον Μ. Φρούνζε, στρατιωτικό απεσταλμένο των σοβιετικών. Κατά συνέπεια, η μαρτυρία των αποσταλμένων αυτών έχει ιδιαίτερη αποδεικτική σημασία.

O Φρούνζε, έδωσε μια από τις ελάχιστες μαρτυρίες για τους ηττημένους αντάρτες: «Συναντήσαμε μια μικρή ομάδα από 60-70 Έλληνες, οι οποίοι μόλις είχαν καταθέσει τα όπλα. Όλοι τους είχαν εξαντληθεί στο έπακρο… Άλλοι έμοιαζαν κυριολεκτικά με σκελετούς. Αντί για ρούχα κρέμονταν από τους ώμους τους κάτι απίθανα κουρέλια. Στο κέντρο της ομάδας βρίσκονταν ένας ψηλός κι’ αδύνατος παπάς, φορώντας το καλυμαύχι του… Φυσούσε κρύος αέρας και όλη η ομάδα κάτω από τα σπρωξίματα των συνοδών-στρατιωτών, κατευθυνόταν με πηδηματάκια προς τη Χάβζα. Μερικοί όταν μας αντίκρυσαν, άρχισαν να κλαίνε δυνατά ή μάλλον να ουρλιάζουν, μια και ο ήχος που ξέφευγε από τα στήθη τους, έμοιαζε περισσότερο με ουρλιαχτό κυνηγημένου ζώου» . Ο Φρούνζε περιέγραψε και άλλο ένα περιστατικό. Όταν περνούσαν δίπλα από μια ομάδα αιχμάλωτων Ελλήνων στη Μερζιφούντα, ένας από τους αιχμαλώτους φώναξε στη σοβιετική αντιπροσωπεία ότι ήταν και αυτοί ένοχοι γιατί ενίσχυαν τον Κεμάλ και τους Τούρκους. Το συναίσθημα αυτό των ανταρτών του δυτικού Πόντου ήταν εξαιρετικά έντονο. Ο οπλαρχηγός Κισά Μπατζάκ (Κοντοπόδης) διακύρησσε: «… oι Ρώσοι κομμουνιστές δώσανε όπλα στον Κεμάλ για να χτυπήσει εμάς, του έδωσαν υποστήριξη, απελευθέρωσαν όλους τους Τούρκους στρατιώτες που είχαν συλλάβει αιχμαλώτους όταν μπήκαν στην Τραπεζούντα». Υποστήριζε ότι οι κομμουνιστές κατέδιδαν τις προσπάθειες προμήθειας οπλισμού των ανταρτών από τη Ρωσία και παρέδιδαν Πόντιους στους Τούρκους.

Ο Φρούνζε έγραφε τα εξής για την πολιτική του Τοπάλ Οσμάν: «…όλη αυτή η πλούσια και πυκνοκατοικημένη περιοχή της Τουρκίας, ερημώθηκε σε απίστευτο βαθμό. Απ’ όλο τον ελληνικό πληθυσμό των περιοχών της Σαμψούντας, της Σινώπης και της Αμάσειας απόμειναν μόνο μερικές ανταρτοομάδες που περιπλανιόντουσαν στα βουνά. Εκείνος που έγινε περισσότερο γνωστός για τις θηριωδίες του ήταν ο αρχηγός των Λαζών Οσμάν Αγάς, ο οποίος πέρασε δια πυρός και σιδήρου με την άγρια ορδή του όλη την περιοχή.»

Ο Αράλοβ, σοβιετικός πρέσβης στην Άγκυρα, ενημερώθηκε στη Σαμψούντα από τον αρχιστράτηγο Φρούνζε. Ο Φρούνζε του είπε ότι είχε δει πλήθος Έλληνες που είχαν σφαγιαστεί, «βάρβαρα σκοτωμένους Έλληνες -γέρους, παιδιά, γυναίκες». Προειδοποίησε επίσης τον Αράλοβ για το τι επρόκειτο να συναντήσει πτώματα σφαγιασμένων Ελλήνων τους οποίους είχαν απαγάγει από τα σπίτια τους και είχαν σκοτώσει πάνω στους δρόμους.
Για το θέμα αυτό ο Αράλοβ είχε ιδιαίτερη συνομιλία με τον Κεμάλ. Αναφέρει ο ίδιος: «Του είπα (του Κεμάλ) για τις φρικτές σφαγές των Ελλήνων που είχε δει ο Φρούντζε και αργότερα εγώ ο ίδιος. Έχοντας υπ’ όψη μου τη συμβουλή του Λένιν να μην θίξω την τουρκική εθνική φιλοτιμία, πρόσεχα πολύ τις λέξεις μου…» Ο Κεμάλ απάντησε ως εξής στις «επισημάνσεις» του Φρούνζε: «Ξέρω αυτές τις βαρβαρότητες. Είμαι κατά της βαρβαρότητας. Έχω δώσει διαταγές να μεταχειρίζονται τους Έλληνες αιχμαλώτους με καλό τρόπο… Πρέπει να καταλάβετε τον λαό μας. Είναι εξαγριωμένοι. Ποιοι πρέπει να κατηγορηθούν για αυτό; Εκείνοι που θέλουν να ιδρύσουν ένα «Ποντιακό κράτος» στην Τουρκία…»

Ο Φρούνζε στο βιβλίο του «Αναμνήσεις από την Τουρκία» γράφει: «Από τους 200.000 Έλληνες που ζούσανε στη Σαμψούντα, τη Σινώπη και την Αμάσεια έμειναν λίγοι μόνο αντάρτες που τριγυρίζουν στα βουνά. Το σύνολο σχεδόν των ηλικιωμένων, των γυναικών και των παιδιών εξορίστηκαν σε άλλες περιοχές με πολύ άσχημες συνθήκες. Πληροφορήθηκα ότι οι Τσέτες του Οσμάν Αγά (σ.τ.σ. Τοπάλ Οσμάν) έσπειραν τον πανικό στην πόλη Χάβζα. Έκαψαν, βασάνισαν και σκότωσαν όλους τους Έλληνες και Αρμένιους που βρήκαν μπροστά τους. γκρέμισαν όλες τις γέφυρες. Παντού υπήρχαν σημάδια γκρεμίσματος. Η διαδρομή από την πόλη Καβάκ προς το πέρασμα Χατζηλάρ θα μείνει για πάντα στη μνήμη μου όσο θα ζω. Σε απόσταση 30 χιλιομέτρων συναντούσαμε μόνο πτώματα. Μόνο εγώ μέτρησα 58. Σ’ ένα σημείο συναντήσαμε το πτώμα μιας ωραίας κοπέλας. Της είχανε κόψει το κεφάλι και το τοποθέτησαν κοντά στο χέρι της. Σε κάποιο άλλο σημείο υπήρχε το πτώμα ενός άλλου ωραίου κοριτσιού, 7-8 χρονών, με ξανθά μαλλιά και γυμνά πόδια. Φορούσε μόνο ένα παλιό πουκάμισο. Απ’ ότι καταλάβαμε, το κοριτσάκι καθώς έκλαιγε, έχωσε το πρόσωπό του στο χώμα, δολοφονημένο από το κάρφωμα της λόγχης του φαντάρου.»

Η τελευταία πράξη του δράματος γράφτηκε στη Σμύρνη, την πρωτεύουσα της Ιωνίας, τον Σεπτέμβριο του 1922, κάτω από τα απαθή βλέμματα των συμμάχων μας και ενώ ο ελληνικός στρατός είχε αποχωρήσει, εγκαταλείποντας τους Έλληνες της Ιωνίας στο έλεος των κεμαλικών στρατευμάτων. Όπως γράφει ο Γουίνστον Τσόρτσιλ: «Ο Κεμάλ γιόρτασε τον θρίαμβό του με τη μεταβολή της Σμύρνης σε τέφρα και την τεράστια σφαγή τού εκεί χριστιανικού πληθυσμού».

Η γενοκτονία των Ελλήνων στον Πόντο υπήρξε το αποτέλεσμα της απόφασης των Τούρκων εθνικιστών για επίλυση του εθνικού προβλήματος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με τη φυσική εξαφάνιση των γηγενών εθνοτήτων. Το φυσιολογικό μέλλον της Αυτοκρατορίας αυτής το είχε περιγράψει γλαφυρά η Ρόζα Λούξεμπουργκ: «Η Τουρκία δεν μπορεί να αναγεννηθεί σαν σύνολο γιατί αποτελείται από διαφορετικές χώρες. Κανένα υλικό συμφέρον, καμιά κοινή εξέλιξη που θα μπορούσε να τις συνδέσει δεν είχε δημιουργηθεί! Αντίθετα, η καταπίεση και η αθλιότητα της κοινής υπαγωγής στο τουρκικό κράτος γίνονται όλο και μεγαλύτερες! Έτσι δημιουργήθηκε μια φυσική τάση των διαφόρων εθνοτήτων να αποσπασθούν από το σύνολο και να αναζητήσουν μέσα από μια αυτόνομη ύπαρξη το δρόμο για μια καλύτερη κοινωνική εξέλιξη. Η κρίση της Ιστορίας για την Τουρκία είχε πια βγει: βάδιζε προς την διάλυση.»

Με το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, η ήττα της οθωμανικής αυτοκρατορίας προοιωνίζεται την αντικατάστασή της από έθνη-κράτη (Τουρκία στο μεγαλύτερο μέρος της Μικράς Ασίας, Ιωνία και Ανατολική Θράκη ενωμένα με την Ελλάδα, Αρμενία, Κουρδιστάν και πιθανόν ανεξάρτητος Πόντος) με βάση τους πληθυσμούς. Οι Έλληνες, οι οποίοι ήταν περισσότεροι από το ένα τέταρτο του συνολικού οθωμανικού πληθυσμού, με τη Συνθήκη των Σεβρών βρέθηκαν να ελέγχουν το ένα έκτο του οθωμανικού εδάφους, ενώ εξαιρέθηκε το έδαφος του Πόντου. Η προοπτική αυτή, που διασφάλιζε εν μέρει τους πληθυσμούς από την πλήρη εξόντωση, δεν υλοποιήθηκε τελικά. Η ελλαδική παρουσία στην Ιωνία την περίοδο 1919-1922 ουδόλως ανέτρεψε τα όσα είχαν δρομολογηθεί από το 1908. Ο τουρκικός εθνικισμός, με την ηγεσία του Κεμάλ Ατατούρκ, έδωσε την ύστατη μάχη του, βοηθούμενος από τους μπολσεβίκους, τους Ιταλούς, τους Γάλλους, τον μουσουλμανικό κόσμο και τον ελληνικό διχασμό. Οι Αμερικανοί υποστήριζαν την ακεραιότητα της Τουρκίας προσβλέποντας σε ένα μελλοντικό προτεκτοράτο…

Απόσπασμα από το βιβλίο «‘Ελληνες του Πόντου» του Βλάση Αγτζίδη.

Πηγή: http://www.pontos-news.gr/