Η ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΗ ΦΙΛΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗ ΑΔΕΛΦΟΤΗΣ,ΤΟ ΕΙΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΙΝ ΑΓΙΑΣΜΑ ΑΥΤΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΓΥΜΝΑΣΙΟΝ ΤΣΟΤΥΛΙΟΥ

http://silia.files.wordpress.com/2008/05/dsc00834.jpgΚατά το 1870 ο μακαρίτης Στέφανος Νούκας, ιερομόναχος, καταγόμενος από το χωρίον Δράμιστα(Δάφνη Βοΐου), όστις απέθανεν εν Θεσσαλονίκη εις ηλικίαν 105 ετών, [αυτός] εσχημάτισε την καλήν ιδέαν και ηύρεν οπαδούς καλούς τον εκ Βλάστης Κωνσταντίνον Θωμαΐδην, καπνοπώλην του τότε βασιλεύοντος Σουλτάν Αζίζ τον Μιχαήλ Παπαβασιλείου από το χωρίον Δράμιστα, τον Αρχιερέα Ιωαννίκιον τον Νικαίας, καταγόμενον από το χωρίον Ραδοβίστι(Ροδοχώρι Βοΐου) και Τοποτηρητήν του Πατριαρχείου.

Την εποχήν εκείνην ήσαν <εις Κων/πολιν> πολλοί ευκατάστατοι Ανασελιτσιώτες(Επαρχία Ανασελίτσας) (πατριώται μας) [ως] αρχιτέκτονες και άλλων επαγγέλματων <ως και> οι περισσότεροι ντoυβαρτζήδες (κτίσται), ως και εκ των πέραν του Αλιάκμονος ποταμού κωμοπόλεων, Τους επρότεινε να σχηματίσουν μίαν αδελφότητα την οποίαν ονόμασαν Φιλεκπαιδευτικήν Μακεδονικήν και όλοι ευρέθησαν σύμφωνοι και ενεργητικοί και αμ έπος και αμέσως το έργον, Ήρχισαν να συνάζoυν χρήματα και συνέθραμον αυτούς και πολλοί ξένοι και Κωνσταντινοπολίται πλούσιοι, ως και οι ενταύθα επαρχιώται και εκ των πέριξ επαρχιών Γρεβενών, Κοζάνης, Μογλενών  και Καστοριάς με μεγάλην προθυμίαν.

Εις την Κωνσταντινούπολιν εκ των πρώτων ήτο ο Μιχαήλ Παπαβασιλείου, αρχιτέκτων, και εκ των μεγάλων ευεργετών, όστις και μόνος του εσύναξεν συνδρομάς από τους επαρχιώτας ντουβαρτζήδες και γράφονταν μέλη 14 της Αδελφότητας κι επλήρωναν την ετήσια συνδρομή των.

Με τα χρήματα αυτά έκτιζαν σπίτια διά να έχει η Αδελφότης εισοδήματα και οι μεν κτίσται ηργάζοντο δωρεάν τας Κυριακάς και εορτάς, οι δε καλφάδες εσύναζαν από τους διαφόρους εμπόρους συνδρομάς, από τους ασβεστάδες ασβέστην, από τους κεραμίδια πωλούντας κεραμίδια, από άλλους καρφίτσες, από άλλους σίδερα, από άλλους κερεστέ (σανίδια και τα λοιπά) και εν γένει εύρισκαν μεγάλην ευκολίαν από όλους εις τας συνδρομάς και ο Θεός ευλογούσε το έργον.

Η Αδελφότητα ήτο προορισμένη να κτίση ένα μεγάλο σχολείο εις το Τσοτύλι, το οποίον πήραν ως καταλληλότερον μέρος της Επαρχίας και ως κέντρον, διότι όλοι αυτοί, οι περισσότεροι και καλλίτεροι της Επαρχίας μας ήσαν αγράμματοι μεν αλλ’ αγαθοί άνθρωποι και ευσεβείς χριστιανοί και διά να σπουδάσουν τα παιδιά τους, όπως και έγινε, ειργάσθησαν και δεν ωφέλησαν μόνον την Επαρχίαν μας αλλά και όλον τον Ελληνισμόν, μέχρι τα βάθη της Μικράς Ασίας. Και εις την Κωνσταντινούπολιν είχον σχηματίσει σχολείον νυκτερινόν διά να πηγαίνουν
την νύκτα να διδάσκονται τα παιδιά των ντουβαρτζήδων διάφορα σχέδια αρχιτεκτονικής, διότι την ημέραν ειργάζοντο εις τας οικοδομάς.

Μάλιστα ένας από το νυκτερινό σχολείο ήτο και ο μετέπειτα αρχιτέκτων Χρnστος Γκότζιος απο το χωρίον Κωνστάντσικον(Αυγερινός Βοΐου) (έχω στο οικογενειακό αρχείο ένα γράμμα του από το 1896), τον οποίον οι Ρώσοι καλόγεροι υπολήπτοντο και αυτός έκτισε τότε μετόχια ρωσικά εις τον Γαλατά της Κωνσταντινουπόλεως και την Μεγάλην Εκκλησίαν εις το Άγιον Όρος και άλλοι πολλοί, αλλά το σχολείον αυτό, όταν ήλθε ο Ρωσοτουρκικός Πόλεμος, έκλεισε.

Όταν ο Μιχαήλ Παπαβασιλείου εγύριζεν εις Κωνσταντινούπολιν και εσύναζεν συνδρομάς από τους ντουβαρτζήδες, ήτο και ένας ονομαζόμενος Παπαδημήτριος το επώνυμον από το χωρίον Λιμπόχοβον, τον οποίον ο Μιχαήλ είπεν: «Σύ Παπαδημήτρη, τι δύνασαι να δώσης συνδρομή διά το σχολείο το οποίο θα κάμωμε στην πατρίδα;»
Και ο Πσπαδημήτριος είπεν: «Εγώ, κυρ Μιχάλη, χρήματα δεν έχω να δώσω, είμαι πτωχός, αλλά θα σας δώσω μίαν κλώσα με τα πουλιά μαζί»
Άλλην ημέρα τον συνάντησε ο Μιχαήλ και τον ερώτησεν: «Παπαδημήτριε, είπες ότι θα μας δώσης μία κλώσα με τα πουλιά της μαζί, τι πραγμα ειναι;

Τότε ο Παπαδημήτριος λέγει: «Γνωριζω δυο Γιαννιώτες (Ηπειρώτες) οι οποίοι έχουν έναν μπαχτσέ στο Βεβά Μεϊντάν, συνοικία της Κωνσταντινουπόλεως πλησίον του τάφου του τελευταίου Αυτοκράτορος της Κωνσταντινουπόλεως Κωνσταντίνου. Εκεί εις τον μπαχτσέν (κήπον) υπάρχει ένα μικρό μέρος με Αγίασμα και βλέπω ότι τρέχουν πολλοί και Χριστιανοί και Τούρκοι ακόμα, και παίρνουν Αγίασμα και θα έχομεν ένα καλό εισόδημα εάν το αγοράση η Αδελφότης, διότι αυτούς τους Ηπειρώτας τους γνωρίζω εγώ και δυνάμεθα να το αγοράσωμεν πολύ ευθηνά, διότι αυτοί το πωλούν και θα κάμω εγώ τον » μεσιτην» .

Και αμέσως ο Μιχαήλ συνεννοήθη και με τους άλλους πατριώτες, το είδαν και εννόησαν ότι πράγματι τα λόγια του Παπαδημήτρη  ήταν σωστά και το έβαλαν το πράγμα εις ενέργειαν και το αγόρασαν, όλα τα μερίδια.
Το μεγαλύτερον ποσόν κατέθεσεν ο Μιχαήλ και το εδώρισεν εις την Αδελφότητα.
Ένα μόνον μερίδιο ήτο ενός παιδιού ραχητικού, το οποίον, επειδή ήτο ανήλικον, το πήρεν η Αδελφότης υπό την προστασίαν της. Το είχεν στείλει εις το εδώ οικοτροφείον και oνoμάζετo Ευστάθιος. Ήμεθα συμμαθηταί μαζί ένα έτος, όταν και εγώ εχρημάτισα μαθητής.
Το παιδί αυτό, ως έκλεισε το σχολείον εις τα 1877 ένεκα του Ρωσοτουρκικού πολέμου, το παρέλαβαν πάλιν εις την Κωνσταντινούπολιν, όπου και απέθανεν.

Τότε η Αδελφότης ενήργησε και παρουσίασε άλλον Ευστάθιον και με τα δώρα προς τους Τούρκους κατώρθωσε και πήρε το ικράλι (την πώλησιν) και από αυτό το μερίδιον. Κατόπιν άλλοι τους πρόδωσαν και έβαλαν φυλακή μερικούς: Τον μακαρίτην Γεώργιον Τσιόλιαν, κάλφαν από το Κριμίνι, Δαραβίγγαν από Ραδοβίστι, Καραμανλή από Βουχωρίνα και λοιπούς, οι οποίοι με τα δώρα ελευθερώθησαν.
Ο κήπος αυτός με το Αγίασμα, ευρίσκετο εις την συνοικίαν Βεβά Μεϊντάν, που εκατοικείτο όλη από τουρκικάς οικογενείας και την εποχήν εκείνη δεν εδέχοντο χριστιανούς να κατοικήσουν οι Τούρκοι.

Τώρα, πώς ευρέθη εις χριστιανικάς χείρας το Αγίασμα αυτό; Αυτή είναι η ιστορία, όπως με την διηγήθη εις την Κωνσταντινουπολιν ο ίδιος ο Παπαδημήτριος το 1887, ο οποίος είχε γεράσει αλλ’ έζη ακόμη και τον συνήντησα εις το Αγίασμα. Αυτός εγνώριζε την ιστορία από τους κατέχοντας το Αγιασμα και τον κήπον.

Προ 80 και πλέον, ίσως, ετών (δηλ. προ του 1807) εις το μέρος αυτό εκατώκει ένας ισχυρός πασάς.
Ο Πασάς αυτός είχε κτίσει ένα μέγαρον εις την θέσιν αυτήν και είχε και τον κήπον. Άμα έκτισε και κατοίκησεν εις αυτό, δεν έβλεπε υγεία η οικογένειά του και μάλιστα αποκτούσε τέκνα και απέθνησκον. Ένα το οποίον έζησε, ήτο παράλυτον επί 15 έτη. Έτρεξεν εις ιατρούς, εις χοτζάδες και εις μάγους, αλλά ουδεμίαν σωτηρίαν είδε. Ένας όμως χότζας τον είπεν [ότι]: »Ο κάλφας που σε έκαμε το σπίτι σε έβαλε τελσίμ (μάγια) στα θεμέλια και δι’ αυτό δεν βλέπεις υγείαν». Ο πασάς τότε θέλησε να συλλάβη τον κάλφαν να τον κακοποίηση. Τον κάλφαν όμως τον ειδοποίησεν κανένας φίλος κι εφρόντιζε κι εκρύβετο στην Κωνσταντινούπολιν.

Όταν πήγε κι εξομολογήθηκε στα Πατριαρχεία εις έναν γέροντα ιερέα (διότι τότε οι χριστιανοί εξομολογούντο τουλάχιστον μίαν φορά τον χρόνο), κοντά στας άλλας αμαρτίας ανέφερεν και το ζήτημα του φόβου του. Ο ιερεύς εκείνος εγνώριζε την ιστορίαν της πόλεως, όπου υπήρχαν παλαιαί εκκλησίαι υπόγειαι και ηρώτησεν τον κάλφαν μήπως είδε κανένα σημείον από αρχαία εκκλησία. Ο κάλφας όταν έσκαπταν τα θεμέλια είχεν εύρει, έναν τοίχο θολογυρισμένο ασβεστόκτιστον και για να μην ανοίξει πολλή δουλειά, δεν το μαρτύρησεν του πασά, αλλά
σκέπασε το μέρος εκείνο, που ήτο προς τον κήπον και όπου ο πασάς έρριπτε όλα τα σκουπίδια.
Ο ιερεύς είπεν εις τον κάλφαν να μεταβή εις τον πασάν και να τον αναφέρη αυτό το ζήτημα, διά να παρατηρήσουν μήπως ήτο καμία εκκλησία από τον καιρό των εικονομάχων, και ο κάλφας σκεπτόμενος το «εμπρός γκρεμός και πίσω ρέμα» – διότι κρυμμένος δεν ηδύνατο να εργασθή και δυστυχούσεν – αποφάσισε να μεταβή εις τον πασά να εξηγησή, να τον πέση αμάν στα πόδια του να τον παρακαλέση, ίσως γίνει κάνα έλεος και τον πιστεύση ότι δεν μετέχει.

Μετέβη μόνος του εις τον πασάν, πήρεν τον ουρωρόν, τον είπεν και ειδοποίησεν τον πασάν ότι ο κάλφας θέλει να -τον ιδεί και να τον ομιλήσει. Ο πασάς ερώτησε αμέσως: «Συλλάβατε τον κερατά;» -«Όχι», απεκρίθη ο θυρωρός, «μόνος του ήλθεν.» Ο πασάς, όσο και αν ήταν θυμωμένος εναντίον του, μαλάκωσε και επέτρεψε τον κάλφαν να έμβη και άμα τον είδεν (το πρόσωπον του ανθρώπου είναι σπαθί, λέγει το γνωμικόν) τον εδέχθη και τον ηρώτησεν. Ο κάλφας, αφού -τον επροσκύνησεν κατά την τότε συνήθειαν, απεκρίθη εις τας ερωτήσεις του πασά.

«Διατί, κάλφα, με έκαμες κακό και έβαλες τελσίμ στα θεμέλια του σπιτιού;» «Όχι, πασά μου, όλα αυτά είναι ψέματα. Εγώ από την αφεντιά σου είδα τόσην ωφέλειαν, εγώ ζoύσα από την εξοχότητά σας, με έδιδες τόσας εργασίας και εκέρδιζα και ζoύσα την οικογένειά μου. (Διότι η αλήθεια είναι αυτή: Οι Τούρκοι οι πλούσιοι, όταν είχαν κανένα χριστιανόν εις τας εργασίας των, το είχαν για καύχημα να τον πλουτίσουν και μάλιστα τον έλεγαν: «σεν ντε τσιράκ όλ», δηλ. γίνε και σύ τσιράκι, δηλ. πλούσιος.)
«Τι να είναι άραγε αυτό το κακό που έχω εγώ που δεν βρίσκω γιατριά;Ο κάλφας όμως εγνώριζε ότι οι Τούρκοι όσο και άν μισούσαν τους χριστιανούς και όσο φανατικοί <κι αν) ήσαν, πάντοτε τα χριστιανικά βακούφια και τα εφοβούντο και τα εσέβοντο και κηρία εις τας εκκλησίας, έδιδαν και λάδι και Αγίασμα έπαιρναν. Είπεν εις τον πασιάν: «Τελσίμ δεν σας έβαλα εγώ, αλλά μήπως εις το μέρος πλησίον του σπιτιού ήταν κανένα βακούφ ιδικό μας (οι Τούρκοι παρεδέχοντο -τα θαύματα από τα ιδικά μας βακούφια), διότι είχαμε ιδεί κάτι τείχη, όταν κτίζαμε το σπίτι». Και τον είπε να το σκάψουν να το ιδούν. Αμέσως έφεραν εργάτες και έσκαψαν στο μέρος που έριχναν τα σκουπίδια κι εφάνη ο ασβεστόκτιστος θολογυρισμένος τοίχος. Αφού έκαμαν μίαν τρύπαν, εφάνη το υπόγειον κάτωθεν και το νερό. Αφού εμέτρησαν το βάθος, κατέβη ένας εργάτης με φως και ηύρεν μίαν καμάραν εις τον τοίχον,όπου υπήρχεν μία εικόνα της Κοιμήσεως και μία κανδίλα. Τότε εγνώρισεν και ο κάλφας και ο πασάς ότι ήταν Αγίασμα και πήραν νερό και έβρεξαν το παιδί και – ω του θαύματος! – το παιδί το παράλυτο ιατρεύθη. Τότε ο πασάς αποφάσισε και έφυγε από το σπίτι αυτό και κατόπιν το επώλησε και κατώκησε εις άλλο μέρος της Πόλεως. Τον μπαχτσέ όμως και το Αγίασμα τα εδώρισεν με πώλησιν εις μίαν υπηρέτρια την οποίαν είχε, χριστιανή, από τα μέρη της Ηπείρου, με την συμφωνίαν αυτήν, να ενοικιάζη τον μπαχτσέ και με το εισόδημα αυτάτην είπεν να καίγη λάδι εις την κανδήλαν του εικονίσματος, διότι αυτό το μέρος, της είπεν, ανήκει εις σας τους χρισηανούς. Η εικών είναι η ιδία η οποία ευρίσκεται στο Αγίασμα και τώρα.

Η υπηρέτρια υποστηριζόμενη ανενόχλητος υπό του ισχυρού πασά διέδωσεν το πράγμα εις τους Χριστιανούς, όπως και ο πασάς διέταξε όλους τους Τούρκους της συνοικίας να μην ενοχλήσουν τους χριστιανούς από το προσκύνημα του Αγιάσματος και να το αναγνωρίσουν χριστιανικό μέρος κι οι Τούρκοι ακούσαντες το θαύμα της Παναγίας, άλλοι εφοβήθησαν από το θαύμα το οποίον ομολόγησεν ο ίδιος ο πασάς και άλλοι εφοβούντο τον πασάν και δεν ημπόδισαν τους Χριστιανούς διά να εμβαίνουν να παίρνουν Αγίασμα, άν και η έξω πόρτα ήτο τουρκική, αλλ’ η πόρτα της εισόδου εις τον κήπον του Αγιάσματος ήτο πάντοτε ανοιχτή και η χριστιανή υπηρέτρια ενοίκιαζεν τον μπαχτσέ εις τους κηπουρούς πάντοτε και ούτως ανεγνωρίσθη το μέρος εκείνο χριστιανικό. Η υπηρέτρια μετά πολλά έτη απέθανεν και αφήκε [τους] κληρονόμους αυτούς που είπομεν ανωτέρω και οι οποίοι το επώλησαν εις τα μέλη της Αδελφοτητος και σιγά σιγά το Πατριαρχείον και η Τουρκική Κυβέρνησις το ανεγνώρισαν ως κτήμα της Μακεδονικής Φιλεκπαιδευτικής Αδελφότητος.
Η Αδελφότης κατόπιν ανήγειρε εις το θολογυρισμένον αρχαίο κτίριον εκκλησίαν και ενώ οι Τούρκοι από τα γύρω τουρκικά σπίτια εμπόδιζαν τους εργάτας και κτίστας πολεμώντας πέτρες τους εργάτας, η Αδελφότης και τα μέλη και πάντες οι πατριώται και Χριστιανοί έβαλαν όλην την δύναμίν τους και με δικαστήρια και με ρουσφέτια (δώρα) στους Τούρκους αστυνόμους και δικαστάς κατώρθωσαν και ανήγειραν υπόστεγον και δωμάτια-οικήματα του ιερέως και λοιπών υπηρετών της εκκλησίας και πλήθη χριστιανών έτρεχον εις την εκκλησίαν, μή ούσης άλλης εκκλησίας πλησιεστέρας.
Η λειτουργία [της εκκλησίας του Αγιάσματος] Κοίμησις της Θεοτόκου όχι μόνον τας Κυριακάς και εορτάς εγίνετο αλλά και πολλάκις καθημερινώς.

Όλοι δε οι Αδελφοί και πατριώται το εθεώρουν καύχημα και αντί να πηγαίνουν εις άλλην εκκλησίαν έτρεχαν εις αυτήν από όλους τους συνοικισμούς της Κωνσταντινουπόλεως αψηφώντας τα έξοδα, μόνον και μόνον να υποστηρίξουν το έργον της Μακεδόνικης Φιλεκπαιδευτικής Αδελφότητος. Κι έτρεχαν όσοι πιστοί και έκτισαν και τα δωμάτια που συνεδρίαζεν η επιτροπή της Αδελφότητος και το εισόδημα της εκκλησίας μετά καιρόν έφθασεν άνω των τριακοσίων λιρών οθωμανικών χρυσών και ακριβώς επληρώνοντο οι μισθοί όλων των καθηγητών του Τσοτυλίου Γυμνασίου επί Τουρκοκρατίας.
PictureΗ Αδελφότης αγόρασεν εν Τσοτυλίω <οικόπεδον) εις τον λόφον όπου ευρίσκοντο άλλοτε τα ερείπια από τα κονάκια (σπίτια) του Παλαιού λεγόμενα ενός Τούρκου. Διότι το Τσοτύλιον είχεν ανέκαθεν την αγοράν κάθε Σαββάτον, όπου συνήρχοντο και ήρχοντο άνθρωποι εξ όλων των χωρίων της Επαρχίας Ανασελίτσας αλλά και εκ των πέριξ Επαρχιών.
Εις κεντρικότερον μέρος ήθελαν να κτίσουν ένα μεγάλο σχολείον <με) οικοτροφείον και να έρχονται και γονείς κάθε Σάββατον εις την αγοράν να βλέπουν και τα παιδιά τους. Αλλ οι Τούρκοι εις αυτό το μέρος δεν επέτρεψαν, διότι την τουρκικήν συνοικίαν την βλέπει όλην και διά να μην [την] βλέπουν οι χριστιανοί τα χαρέμια.
Κατόπιν αγόρασαν το χωράφιον του Βασιλείου Δούβαλη διά λίρας τέσσερας και το έκτισαν εις αυτό το μέρος χαμηλότερα. Σχέδιον πήραν από από το οικοτροφείον του Χατζή Κώφα από τας Αθήνας. Ηθέλησαν να το κάμουν μεγάλο – 40 με 40 μέτρα – αλλά εσκέφθησαν ότι θα είναι πολύ μεγάλο. «Θα μας χρειασθή τηλέγραφος από το ένα μέρος εις το άλλο!» Και έγινε μικρότερο. Τηλέγραφος τότε μόνον έως την Κοζάνην υπήρχεν.

Ένας μπέης ισχυρός, ο Αβεδίν βέης, ο οποίος είχε τσιφλίκι και το χωρίον Λοκόμι, κατ’ αρχάς εβοήθησε το έργον αλλά κατόπιν, αφού είδεν ότι δεν θα ημπορούσε να ανακατεύση χουλιάρα εις την οικοδομήν, έβαλε μερικούς Σελτσιώτας και τον έδωκαν αναφοράν ότι δεν ήτο μέρος κατάλληλον το Τσοτύλιον και [το] έπαυσε το έργον.
Ο Στέφανος Νούκας μετέβη εις την Κοζάνην, τηλεγράφησε εις την Κων/πολιν τον πρόεδρον της Αδελφότητας Κωνσταντίνον Θωμαΐδην, τον καπνοπώλην του Σουλτάν Αζίζ, όστις ενήργησεν και θα τον έστελναν τον βέην εξορίαν, εάν δεν έρχονταν τα εν Θεσσαλονίκη γεγονότα, ο φόνος των Προξένων.
Μολαταύτα ο Αβεδίν βέης ετρομοκρατήθη και έπαυσεν τας εναντίον της Σχολής ενεργείας του και οι άλλοι βέηδες και οι Τούρκοι όλοι εφοβήθησαν και ουδεμίαν ενέργειαν εναντίον έκαμαν διά το σχολείον.
Εις τα θεμέλια παρευρέθησαν46 ο Στέφανος Νούκας, ο Νικαίας με τους Αρχιερείς Σισανίου, Γρεβενών, Καστοριάς, ο Δημήτριος Κωνσταντινίδης, ο επί πολλά έτη πρόεδρος της Μακεδονικής Φιλεκπαιδευτικής Αδελφότητας, εις τον οποίον το Γυμνάσιον μας χρεωστά μεγάλην ευγνωμοσύνην διά τας πολλάς υπηρεσίας ας προσέφερεν, και άλλοι πολλοί.

Οι Αρχιερείς ούτοι μας επεσκέφθησαν εις το Μαρτσίστι, εις το σπίτι μας, διότι ο πατήρ μου ήτο ο πρώτος ταμίας του Οικοτροφείου και εγώ ήμην μικρός 7 ή 8 ετών. Με εκάλεσαν οι Αρχιερείς και με έβαλαν και τους είπα το «Πάτερ ημών» και με εδώρισαν από ένα εξάρι (νόμισμα τουρκικών γροσίων εξ). Το ενθυμούμαι σαν όνειρον.
Εις τας αρχά.ς, πρίν να τελείωση το κτίριον της Σχολής, η λειτουργία είχεν αρχίσει εις το σπίτι της Γεώργαινας θεοδωρόνυφης και μαθηταί είχαν συναχθεί ολίγοι, διότι δεν υπήρχε χώρος και τα αχούρια είχαν διορθωθεί εις δωμάτια. Άμα τελείωσεν το κτίριον, οι δύο μεγάλοι κοιτώνες επεσκευάσθησαν πρώτοι και ήρχισεν η τακτική εργασία.
Πρώτος διευθυντής ήτο ο Καραμπατσίδης εκ Κοζάνης, δεύτερος ο Τσικρίκης εκ Βλάστης και τρίτος ο γερμανομαθής Φίλιππος Σακελλαρίου, εις τον οποίον εγώ εχρημάτισα έν έτος μαθητής μόνον.
Αλλ’ ατυχώς η Σχολή έκλεισε τας πύλας το 1877, διότι εξεράγη ο Ρωσοτουρκικός πόλεμος, και μετά τρία έτη, στα 1880, άνοιξεν πάλιν [η Σχολή] με την διεύθυνσιν του εκ Σιατίστης Μολύδου.
Εις τας αρχάς εσυνάχθησαν μόνον 80 μαθηταί, οι οποίοι επλήρωνον εις το Οικοτροφείον μόνον λίρας οθωμανικάς πέντε το έτος.
Ελειτούγησε το σχολείον ως Σχολαρχείον. Συν τω χρόνω άρχισαν να έρχονται και από μακρινά μέρη μαθηταί εκ των πέριξ Επαρχιών αλλά και από την Κωνσταντινούπολιν και από την Μικράν Ασίαν.
Ως δε ανεγνωρίσθη το Γυμνάσιον τέλειον και ανεγνωρισμένον υπό του Πανεπιστημίου των Αθηνών (τότε τη ενεργεία του μακαρίτου Κωνσταντινίδου, προέδρου εκ Ραδοβιστίου), ήρχισαν να έρχονται και μαθηταί <εξ> άλλων μερών, ως εκ Κορυτσάς της Αλβανίας πολλοί, διότι τότε δεν υπήρχον άλλα Γυμνάσια, και [οι μαθηταί] επί Φιλίππου Σακελλαρίου
– Γυμνασιάρχου διά δευτέραν φοράν – [και] ταμιεύοντος του μακαρίτου παπά-Ευθυμίου εκ Κοντσκού (όστις είχεν υπηρετήσει εις το εν Κωνσταντινουπόλει Αγίασμα ως εφημέριος) είχεν φθάσει ο
αριθμός των μαθητών εις 250 και όπου έτερος χώρος εν τω Οικοτροφείω δεν υπήρχεν, άπαντες δε αυτοί οι 250 ήσαν οικότροφοι.
Η Τουρκική Κυβέρνησις επειδή υπήρχε τα έτη αυτά [ταύτα] φοβερή ληστεία, διά προστασίαν του οικοτροφείου, που ήσαν και πολλά πλουσιόπαιδα, μας έπεμψεν προς φύλαξιν πάντοτε54 ένα λοχίαν με 10 στρατιώτες φρουρά εις μικρόν δωμάτιον οποίον είχεν κτίσει η Σχολή.
Αλλ’ ευτυχώς όχι μόνον οι λησταί δεν ηθέλησαν ποτέ να βλάψουν το Σχολείον αλλά και οι εντόπιοι Τούρκοι (εκ Τσοτυλίου) το φύλαγαν σαν τα μάτια τους, διότι έζων οι περισσότεροι και εύρισκον καθημερινώς εργασίαν. Είχαν στο Τσοτύλιον οι Οθωμανοί 60 άλογα. Άλλοι έκαμναν αγώγια, άλλοι έφεραν ξύλα, άλλοι ήσαν νεροφόροι και άλλοι υπηρέται.
Τα πλατάνια εις τα οποία είναι θαμμένος ο μακαρίτης Κωνσταντίνος Μιχαήλ Παπαδόπουλος – υιός του ευργέτου Μιχαήλ Δ. Βασιλείου, τον οποίον (κ. Παπαπδόπουλον) οι Γάλλοι εφόνευσαν αδίκως το 1917, διότι τον ηύραν όπλα (καριοφίλια) τη προδοσία των Βενιζελικών – και λοιπά δένδρα τα εφύτευσεν ο ιατρός της Σχολής Κοσμάς Αγακίδης εκ Ντόλου, πλην των ακακιών, τας οποίας εφύτευσα εγώ ο ίδιος.
Στην αρχήν είχα φέρει σπόρον εκ Θεσσαλονίκης κατά το έτος 1898 και μερικά δένδρα έφερεν εκ Βογατσικού ο τότε ταμίας Παπαδήμας. Τα λευκάδια εφύτευσε ο παπα-Eυθύμιoς. Η Σχολή-Γυμνάσιον έκλεισε τας πύλας της και πάλιν άμα ήλθε η Άμυνα του Βενιζέλου με τα γαλλικά στρατεύματα και με δήμαρχον τον Πανταζόπουλον Γεώργιον, ιατρόν, προστάτην της Αμύνης και των Γάλλων μαζί με τον καπετάν Μανόλην Κρητικόν. Επώλησαν τα τρόφιμα και λοιπά πράγματα του Γυμνασίου και έβαλαν και κατοίκησεν ο γαλλικός στρατός και έγινε στρατών, οπότε πάλιν άνοιξεν ως ημιγυμνάσιον το 1920 και κατόπιν ήρχισε η λειτουργία του <ως> Γυμνασίου.

Όταν συνεστήθη η Αδελφότης και απεφάσισαν κι έκτισαν το Γυμνάσιον, είχαν σκεφθεί τα εξής: Επειδή το Τσοτύλιον ήτο μικρό χωριό και οι περισσότεροι κάτοικοι ήσαν Τούρκοι και χριστιανοί ήσαν οι ολίγοι, απεφάσισαν να συναχθούν οι καλλίτεροι από τα χωριά της Ανασελίτσας να αγοράσουν τόπον, να κτίσουν οικίας και να κατοικήσουν οικογενειακώς, διότι το Τσοτύλιον είναι μέρος κεντρικόν και πρόβλεπαν την πρόοδόν του, ώστε είχαν και σκοπόν κατόπιν να φέρουν και την Μητρόπολιν Σισανίου και τα δικαστήρια από το Λειψίστι, διότι είχαν όλα τα μέσα εις την Κωνστατνινούπολιν. Ο μεν Κωστάκης Εφένδης Θωμαΐδης, ών καπνοπώλης του Σουτάν Aζίζ, οι δε διάφοροι καλφάδες είχαν τα μέσα με τους μεγαλύτερους και και ισχυρότερους Πασάδες. Και θα γίνονταν όλα αυτά, άν δεν επήρχετο Ρωσοτουρκικός Πόλεμος, όστις τα εματαίωσεν.

Πρώτος έκαμεν αρχήν και ηγόρασεν μέρος εις το Τσοτύλιον ο Μιχαήλ  Παπαβασιλείου, του οποίου η οικογένεια μετά τον θάνατόν του έκτισε και κατώκησε <εις Τσοτύλιον), και ο εκ Σουρδανίου Δημήτριος Θωμαΐδης, όστις ήτο δωδεκάμπασης (χιλίαρχος) των εν Κωνσταντινούπολει ντoυβαρτζήδων της Επαρχίας Α νασελίσης, του οποίου – και αυτού – η οικογένεια εκατώκησεν εις Τσοτύλιον.
Ο πωλήσας το οικόπεδον εις τον Μιχαήλ Παπαδασιλείου από Δράμιστα, ήτο από τα Κατσανοχώρια της Ηπείρου, ο οποίος επροφήτευσε διά το Τσοτύλιον πριν να γίνη η Μακεδόνικη Φιλεκπαιδευτική Αδελφότης και να κτισθή το Γυμνάσιον. Έλεγε προς τον μακαρίτη πεθερόν μου Βασίλειον Νόναν, xατζήν τότε, εκ Κορυτσάς, και τον Νάσιον Σταμουλάν εκ Βλάτσης, όπως με το εδιηγείτο πολλάκις ο πεθερός μου: «Το Τσοτύλιον σα μεγαλώσει, το Τσοτύλιον σα ίδη μεγάλους ανθρώπους, να ηξεύρετε». Όπως και είδεν. Τόσους Αρχιερείς, τάσους επίσημους, τόσους γονείς που έφερναν από διάφορα μέρη τα παιδιά τους και σπoύδαζαν. Και από την Αίγυπτον ήλθεν ιατρός τις με δυο μαθητάς κι από το Εσκί Σεχίρ ήλθεν ο Τσιαλίκης με <τα) δυό παιδιά του, του οποίου ο ένας έγινε κατόπιν μηχανικός του παλατιού του Σουλτάν Χαμίτ. Τόσοι πασάδες ήρχοντο κι άλλοι πολλοί εις τας τότε επετείους και εξετάσεις  και μετά τον πόλεμον ήλθον και υπουργοί.
Αυτά ήκουσα από τον πεθερόν μου και άλλα από ένα Γεώργιον, γέροντα Σιατιστινόν, όστις είχεν εις την αγοράν εν είδος φαρμακείου,επώλει ιατρικά ιλιάτσια τουρκικά.

Είχε εργαστήρι και στο Λειψίστι, όπου είχεν <εμπορικό> και ο πατήρ μου, και έρχονταν και ομιλούσε με τον πατέρα μου διά το Τσοτύλι.
«Βλέπω και προμαvτεύω, Αθαvάσιε», έλεγεν και εγώ ήκουα, ήμην παρών, το ενθυμούμαι, «ότι το Τσοτύλιοv μίαv ημέραv σα γίvει μεγαλούπολις,αλλά με πόσα έτη, μόvοv αυτό δεv ημπορώ να μαvτεύσω».

Απο το Βιβλίο: Αφηγηματικαί Σημειώσεις: Κωνσταντίνου Αθ.Ζησόπουλου

Επιμέλεια Βιβλίου-Κειμένων:Αλέξανδρος Μπακαΐμης