Ιερά Μονή Γενέσιον της Θεοτόκου, Δρυόβουνο Βοΐου -8 Σεπτεμβρίου

Βρίσκεται στα όρια του χωριού Δρυόβουνο της επαρχίας Βοίου στο Νομό Κοζάνης και σε υψόμετρο 800 μέτρων στους πρόποδες του όρους Αη – Γιώργη.
 
Το καθολικό της Μονής της Παναγιάς, όπως την αποκαλούν οι ντόπιοι κάτοικοι του Δρυοβούνου, είναι ένας Ναός μονόχωρος με δίρριχτη επικλινή στέγη.

Σαφής και τεκμηριωμένες πληροφορίες για την ίδρυση αυτής της μονής, όπως και για πολλές άλλες, δυστυχώς σήμερα, δεν υπάρχουν. 

Πιθανολογείτε όμως ότι ιδρύθηκε κατά τον 13ο αιώνα, ότι αρχικά ήτανε μία ανδρώα Μονή και με μεγάλο μάλιστα αριθμό μοναχών οι οποίοι αποτελούσαν Πνευματική Αδελφότητα, δηλαδή ήτανε μοναχοί με ένα ιδιαίτερο πνευματικό επίπεδο γνώσεων αλλά και χαρίσματα. 

Ο μακαριστός π. Ανδρέας Λαζαρόπουλος

Η Μονή όμως παύει να λειτουργεί περίπου το 1835 όταν μέσα από τις βίαιες ταραχές και τις πολεμικές συρράξεις στην ευρύτερη περιοχή της Μακεδονίας καταστρέφεται ολοκληρωτικά και σώζεται μόνο το Καθολικό στο οποίο υπήρχαν ιδιαίτερης αξίας και σημαντικότητας βυζαντινές τοιχογραφίες στο ιερό βήμα του. 

Τελικά και το ίδιο το Καθολικό πέφτει αφού είχε αφεθεί δίχως φροντίδα για πολλά χρόνια, περίπου το 1960. 

 
Το 1969 όμως άρχισαν εργασίες ανοικοδόμησης του νέου Καθολικού από τον τότε ιερέα του χωριού Δρυόβουνο, τον αείμνηστο π. Ανδρέα Λαζαρόπουλο. 

Κατά την ανέγερση δε του νέου Ναού αυτού βρέθηκαν στην θέση του παλαιού Ναού 4 λαξευτοί τάφοι καθώς και νομίσματα του 18ου αιώνα, κάτι που πιθανολογείται ότι ήταν τάφοι σημαντικών εν γένει ανθρώπων αφού μέσα σε Ναό, ειδικά μιάς Μονής ενταφιάζονταν μόνο σημαντικοί κληρικοί, πνευματικοί άνθρωποι αλλά και άγιοι. 

 

 

 

Η καταπακτή του Κρυφού Σχολειού, σήμερα

Η παράδοση μάλιστα αναφέρει ότι ένας εκ των ενταφιασμένων εντός του Καθολικού ήτανε Δεσπότης, είτε της οικείας Μητρόπολης είτε όμως και από το φημισμένο Δεσποτάτο της Ηπείρου κάτι που αν αληθεύει αναδεικνύει και την γενικότερη μεγάλη φήμη αλλά και σημαντικότητα αυτού του μοναστηριού. 

 

Στα χρόνια της τουρκοκρατίας στην Μονή της Παναγιάς λειτουργούσε Κρυφό Σχολειό για τα ελληνόπουλα της ευρύτερης περιοχής. Μάλιστα στη τράπεζα της μονής υπάρχει ακόμη και σήμερα η καταπακτή της εισόδου μιας υπόγειας στοάς μέσα από την οποία τα ελληνόπουλα έμπαιναν στην Μονή για να μάθουν γράμματα, από μία διπλανή ρεματιά, που υπάρχει ακόμη και σήμερα. 

Η Μονή της Παναγιάς με την σημερινή της μορφή ξεκίνησε να οικοδομείτε το 1990. 

Ο θεμέλιος λίθος τέθηκε από τον μακαριστό μητροπολίτη Σισανίου και Σιατίστης κ. Αντώνιο Κόμπο, με δωρεές των κατοίκων του χωριού αλλά και των απανταχού πιστών και με πρωτεργάτη της προσπάθειας αυτής, τον σημερινό ιερέα του Δρυοβούνου και πρωτοπρεσβύτερο Στέφανο  Τσαντίρη.   

Το 1993 η Μονή της Παναγιάς ανακηρύσσεται γυναικεία και τοποθετούνται σε αυτήν 2 μοναχές, η μακαριστή σήμερα Ευγενία και η Φεβρωνία. Σήμερα στη Μονή, μετά το θάνατο της Ευγενίας που είναι ενταφιασμένη πίσω από το Ιερό του Ναού, εγκαταβιεί μοναστική αδελφότητα με δύο μοναχές, την αδελφή Σωφρονία και την Καθηγουμένη, την μοναχή Φεβρωνία.

 

 

Απο τον βορειοανατολικό τοίχο του Καθολικού

Ιδιαίτερη αξία έχει να αναφέρουμε 2 γεγονότα, όπως τα εξιστόρησε ο ίδιος ο ιερέας σήμερα του χωριού, ο πρωτοπρεσβύτερος Στέφανος Τσαντίρης, κατά την έναρξη των εργασιών ανασύστασης της Μονής της Παναγιάς το 1990 και όπως επαληθεύονται και καταμαρτυρούνται και από τούς ίδιους τους κατοίκους του χωριού:

  

α) To 1989 και ενώ ο Παπαστέφανος βρισκότανε στη μονή προσπαθώντας να βρεί τα σημεία που θα έπρεπε να χτιστούν τα κελιά και οι υπόλοιποι χώροι πλην του Ναού που υπήρχε ήδη, η κα Ανδρομάχη Νιτσιοπούλου κάτοικος του χωριού λίγα μέτρα μακρύτερα όπου είχε τον γάιδαρο της να βόσκει δεμένος, παρατηρούσε έντονα τον ιερέα κάτι που προξένησε την εύλογη απορία του. 

Μετά από ημέρες ο Παπαστέφανος την ρώτησε: τι με κοιτούσες.. ήθελες κάτι να μου πείς; η Ανδρομάχη του απάντησε: όχι, απλά εκείνος ο καλόγερος τι σου έλεγε; προφανώς επρόκειτο για τον ιερομόναχο Διονύσιο τον τελευταίο ηγούμενο της Μονής που θα αναφέρουμε πιο κάτω…
 

β) Την πρώτη ημέρα επίσης των εργασιών, το 1990, και μόλις εκείνο το πρωί οι μάστορες κατάφτασαν στη Μονή παρατήρησαν 3 κατάλευκα περιστέρια να πετάνε κυκλικά και με ιδιαίτερη χάρη γύρω και πάνω από τον Ναό ώσπου και τα 3 κάθισαν στον τρούλο του. Με το που έπεσε η πρώτη φτυαριά τσιμέντου στα θεμέλια και τα 3 περιστέρια χάθηκαν πετώντας…

 

 

ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΣ ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΕΚ ΣΙΑΤΙΣΤΗΣ
 
Η μορφή του Ιερομονάχου Διονυσίου όπως
τον είδε η κα Ανδρομάχη Νιτσιοπούλου
να συνομιλεί με τον ιερέα Στέφανο
Τσαντίρη

Ως τελευταίος ηγούμενος της Μονής της Παναγιάς αναφέρεται ο Ιερομόναχος Διονύσιος από την Σιάτιστα για τον οποίο γνωρίζουμε ελάχιστα πράγματα και αρκετά συγκεχυμένα μεταξύ τους. 

Το βαπτιστικό του όνομα ήτανε Δημήτριος και όταν εκάρη μοναχός έλαβε το όνομα Διονύσιος. 

Πιθανολογείτε ότι γεννήθηκε μεταξύ του 1750 – 1760. 

Ελαβε τα πρώτα του γράμματα στην Σιάτιστα, τόπο καταγωγής του και κατόπιν μετέβη στο Άγιο όρος όπου διάλεξε ως τόπο ασκήσεώς του, την σκήτη του Αγίου Δημητρίου της Μεγίστης Μονής Βατοπεδίου. 

Εκείνη την εποχή το Αγιον Όρος ήτανε ένα σημαντικό κέντρο Λογίων του ελληνικού γένους αλλά και φωτοβόλος πνευματική εστία της Ορθοδοξίας. Υπήρχε δε και η περίφημος Αθωνιάδα Σχολή σε κτίριο πλησίον της Μονής Βατοπεδίου.   

Σε εκείνο το περιβάλλον πήγε λοιπόν ο Διονύσιος αλλά δεν φοίτησε στη Σχολή. 

Με τα λίγα γράμματα που ήξερε επιδόθηκε στη μελέτη των συγγραμμάτων του Ιερού Χρυσοστόμου, των Γεροντικών και Ασκητικών του Εφραίμ του Σύρου και των Νηπτικών συγγραφέων. 

 
Τέτοια ήταν η πνευματική του καλλιέργεια και εξέλιξη που ανακηρύχτηκε Πνευματικός, δηλαδή εξομολόγος, εκείνη την εποχή για να ανακηρυχτεί κάποιος Πνευματικός στο Άγιο όρος έπρεπε να είναι εγνωσμένης και αναγνωρισμένης αξίας και Αρετής. 

Το  έργο του Διονυσίου, εντυπωσίασε ακόμη
και τον Αγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη.

Ο Διονύσιος λοιπόν ο οποίος «μηδέποτε εγεύθη ανθρωπίνης μαθήσεως» και όπως λέει και ο ίδιος «δι εμού του εκτρώματος του αγροίκου και αγραμμάτου», κατέστη δια της σκληρής και επίμονης μελέτης, ένας αυτοδίδακτος Σοφός αλλά και Λόγιος. 

Απέσπασε τον σεβασμό και την υπόληψη όλων τον Λογίων και των Διδασκάλων της εποχής εκείνης.

Τον εκτιμούσαν και τον σέβονταν μητροπολίτες, κληρικάρχες και ακόμα και Οικουμενικοί Πατριάρχες που συνέπεσε να βρεθούν στο Άγιο όρος εκείνη την εποχή.

Διεσώθησαν επιστολές του πατριάρχη Προκοπίου προς τον Διονύσιο όπως και του Πατριάρχη Νεόφυτου Ζ.

Ο Πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε  που έμενε 6 χρόνια μεταξύ της 1ης και της 2ης πατριαρχίας του στη μονή Ιβήρων, διένυε μάλιστα με τα πόδια του μία δύσκολη διαδρομή σε απόσταση 3 ωρών για να επισκεφτεί τον Διονύσιο στην σκήτη του έτσι ώστε να συζητήσει μαζί του και να εξομολογηθεί.

 

Επιστολή του Οικουμενικού Πατριάρχη Προκοπίου στον
Διονύσιο που τον συμβουλεύει να εκδώσει το έργο του

Ο Διονύσιος έγραψε διάφορα συγγραφικά έργα που αποτελούνται από ομιλίες, λόγους, Εγκώμια σε διάφορους Αγίους αλλά και διάφορες επιστολές. 

Το έργο του παρ όλες τις προτροπές που είχε να το εκδώσει αυτό δεν κατέστη δυνατόν καθώς δεν διέθετε τα οικονομικά μέσα και έτσι το βιβλίο του με τίτλο: ΙΧΝΟΣ ΧΡΙΣΤΟΥ έμεινε ανέκδοτο έως και το 1928 που εκδόθηκε για πρώτη φορά από κάποιον ιερομόναχο Σάββα από την εκδοτική, «Νέα Ελληνική Ηχώ». 

Το βιβλίο αυτό του Διονυσίου αποτελείτε από 42 ομιλίες, 3 λόγους και διάφορα εγκώμια σε Αγίους καθώς και διάφορες επιστολές. 

Λέγεται ότι ο Αγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης αφού μελέτησε το βιβλίο του Διονυσίου, είπε: » εύρον θεία νοήματα σύμφωνα με τας Ιεραίς γραφάς και τοίς θεοφόροις Πατράσι και εύρον λόγια όσον απλοικά άλλο τόσον πολυδύναμα και δραστικά..»

 

 

 

Το επιβλητικό βουνό Αη Γιώργης στην κορυφή
του οποίου υπήρχε φυλάκιο των Τούρκων
Στο Άγιο όρος ο Διονύσιος έμεινε για 40 ολόκληρα χρόνια και σε ηλικία περίπου 65 – 70 ετών εγκαθίσταται περί το 1810 – 1820 στην Ιερά Μονή Γενέσιον της Θεοτόκου στο Δρυόβουνο Κοζάνης ως Ηγούμενος της Μονής.
Εκεί αναπτύσσει ιδιαίτερο πνευματικό έργο και λειτουργεί Κρυφό Σχολειό κάτω από την μύτη των Τούρκων.
Η Μονή είναι χτισμένη στους πρόποδες του όρους Αη Γιώργη όπου εκείνη την εποχή στην κορυφή του υπήρχε ένα στρατιωτικό φυλάκιο των Τούρκων που έλεγχε τον δρόμο της εποχής που οδηγούσε προς τα Ιωάννινα, την Καστοριά κ.α περιοχές.

Οι Τούρκοι δεν είδαν με καλό μάτι το πνευματικό έργο του Διονυσίου αλλά ο Τούρκος φρούραρχος του έτρεφε μια ιδιαίτερη εκτίμηση και σεβασμό, ίσως να ήτανε κρυπτοχριστιανός ή και να είχε ελληνικές ρίζες όπως πολλοί Τούρκοι εκείνη την εποχή.

 

Η βελανιδιά που μαρτύρησε ο Διονύσιος
Αυτό όμως δεν το αποδέχονταν ή και να ζήλευαν ακόμη για την συμπάθεια αυτή του Φρούραρχού τους προς τον Διονύσιο, οι Τούρκοι στρατιώτες του φυλακίου και συχνά κατέβαιναν στην Μονή το βράδυ, και τον προπηλάκιζαν αλλά και τον εξευτέλιζαν.

Κάποια στιγμή λοιπόν που έλειπε ο Φρούραρχός τους, βρήκανε την ευκαιρία και κατέβηκαν στην Μονή της Παναγιάς για άλλη μία φορά να προπηλακίσουν τον Διονύσιο.
Τον βασάνισαν με ιδιαίτερα βάναυσο και άγριο τρόπο εκείνη τη φορά φτάνοντας σε σημείο να του βγάλουν τα νύχια και να του σπάσουν και τα άκρα.
Οι Τούρκοι στρατιώτες μετά από πολλές ώρες βασανιστηρίων που έκαναν στον ιερομόναχο Διονύσιο, τον κρέμασαν ημιθανή από το κεφάλι του σε μία διχάλα μιας βελανιδιάς που υπάρχει ακόμη και σήμερα μέσα στην Μονή και έτσι μαρτύρησε σε ηλικία περίπου 80 – 85 ετών.
Ήτανε άνθρωπος ιδιαίτερα πνευματικός αλλά και ένας φημισμένος Λόγιος της εποχής του και αναμφισβήτητα φωτισμένος και ευλογημένος από τον Κύριο που τόσο πιστά υπηρέτησε. 
 
Ταπεινός, αναγεννημένος εν Χριστό και πνευματοφόρος, ένας αφανής ήρωας του Ελληνικού γένους και μία Άγια μορφή της πίστης μας.

 

Η επιγραφή στα Βημόθυρα του ναού, μαρτυρά ότι είναι αφιέρωμα του Ιερομόναχου Διονυσίου.
Το σημείο που μαρτύρησε ο Διονύσιος στην Μονή
και το μικρό, λιτό παρεκκλήσι στην μνήμη του.

Τόσο η ιστορία του έθνους μας όσο και η ιερά Ορθόδοξη εκκλησία μας του οφείλει αναμφισβήτητα την αναγνώριση των έργων του και της προσφοράς του.

Αναγνώριση και ιδιαίτερη τιμή στο έργο του και την πίστη του για την οποία και μαρτύρησε κατατάσσοντας τον ανάμεσα στίς άλλες Άγιες μορφές της πίστης μας. 

Η μόνη αναγνώριση όμως που του έχει αποδοθεί έως και σήμερα είναι – μετά από προτροπή του Λαογράφου και τέως διευθυντή της Μανούσειου Δημόσιας βιβλιοθήκης Σιάτιστας, Γεώργιου Μπόντα – ο Δήμος Σιάτιστας να δώσει με επισημότητα το όνομά του σε μία κεντρική οδό της πόλης κοντά στην πλατεία της χώρας «τρία πηγάδια».

 

 



Η ΚΑΘΗΓΟΥΜΕΝΗ ΤΗΣ ΜΟΝΗΣ, ΦΕΒΡΩΝΙΑ.
 
Η Καθηγουμένη της Μονής, μοναχή Φεβρωνία

Σήμερα στη Μονή, μετά την κοίμηση της μοναχής Ευγενίας που είναι ενταφιασμένη πίσω από το Ιερό του Καθολικού, εγκαταβιεί μοναχική γυναικεία αδελφότητα δύο μοναχών με Καθηγουμένη της Μονής την μοναχή Φεβρωνία.

Η Φεβρωνία, κατά κόσμο Φεβρωνία Κερεμίδου γεννήθηκε στις 1 Ιανουαρίου του 1933 στην Δράμα με περιπετειώδη αλλά και θαυματουργό τρόπο αφού γεννήθηκε «πεθαμένη». 

Οι γιατροί αφού διέγνωσαν τον θάνατό της, αντί να την δώσουν στους γονείς της για ταφή την πέταξαν στο κάδο σκουπιδιών του νοσοκομείου όπου κάποια στιγμή όμως το κλάμα της άκουσε ένας γιατρός που περνούσε και με έκπληξη αναφώνησε: «αυτό ζωντάνεψε..»

Την πήρε στα χέρια τους οι νοσοκόμες, την τύλιξαν με βαμβάκια και την έβαλαν κάτω από σε μία ξυλόσομπα που υπήρχε τότε να ζεσταθεί και έτσι θαυματουργικά επανήλθε στην ζωή. 

 
Η Τράπεζα της Μονής

Το 1940 μετακομίζει με την οικογένειά της απο την Δράμα στην Θεσσαλονίκη ενώ σχεδόν αμέσως φεύγουν από εκεί και πηγαίνουν στο χωριό Προφήτη Ηλία της Σκύδρας, στην Πέλλα. 

 
Το 1944 επανέρχεται η οικογένειά της στη Θεσσαλονίκη όπου και αρχίζει η ίδια τις σπουδές της. 

Στην 5η δημοτικού, τόσο νωρίς, πατακολουθεί το κατηχητικό του Ιερού Ναού Αγίου Αθανασίου επί της Εγνατίας οδού όπου και εκεί γνωρίζει μέσα απο την Κατήχηση τον Θεό και τάσσει από μικρή τον εαυτό της να μείνει κοντά του, να τον υπηρετήσει και να τον νυμφευθεί. 

Η μικρή Εκθεση της Μονής
Το 1961 πηγαίνει στην Αίγινα στην αγιοποίηση του Αγίου Νεκταρίου και στον γυρισμό της ανακοινώνει στον πατέρα της την επιθυμία της να γίνει μοναχή και αυτός της εκμυστηρεύεται ότι την είχε τάξει στην υπηρεσία του Θεού λόγω των δύσκολων αλλά και θαυματουργών συνθηκών γέννησής της.

 

Μοναχή έγινε στις 17 Ιανουαρίου του 1991 με την λειτουργία της κουράς να πραγματοποιείται από τον μακαριστό μητροπολίτη Σισανίου και Σιατίστης κ. Αντώνιο και τοποθετείται στην Ιερά μονή. Το 1993 γίνεται μεγαλόσχημη μοναχή παίρνοντας το Αγγελικό Σχήμα και το 1994 ανακηρύσσεται Καθηγουμένη της Μονής όπου και εγκαταβιεί μέχρι και σήμερα προσφέροντας απλόχερα την Αγάπη, την καλοσύνη και υπηρετώντας τον Θεό.
 
Η πρόσβαση στην Μονή γίνεται με καλό ασφαλτοστρωμένο δρόμο ακόμη και για πούλμαν ενώ πανηγυρίζει στο Γενέσιον της Υπεραγίας Θεοτόκου στις 8 Σεπτεμβρίου. 

 

πηγή: μαρτυρίες των κατοίκων του Δρυοβούνου, της Ηγουμένης Φεβρωνίας και του ιερέα, πρωτοπρεσβύτερου, του χωριού Στέφανου Τσαντίρη

http://greekorthodoxreligioustourism.blogspot.gr/

 

Η ερμηνεία της εικόνος του Γενεθλίου της Παναγίας μας.

 Λίγες ἡμέρες μετὰ τὴν ἔναρξη τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἔτους, τὴν 8η Σεπτεμβρίου, ἡ Ἐκκλησία μᾶς πανηγυρίζει «τὸ Γενέθλιόν της Ὑπεραγίας Δεσποίνης ἠμῶν Θεοτόκου καὶ ἀειπαρθένου Μαρίας». Διὰ τὸ γεγονὸς αὐτὸ τὰ Εὐαγγέλια σιγοῦν. Ἡ ἴδια ἄλλωστε σιγῆ ἁπλώνεται γύρω ἀπὸ τὸ μεγαλύτερο μέρος τῆς ζωῆς τῆς Θεοτόκου. Ἐλάχιστοι εἶναι καὶ οἱ λόγοι της, ποὺ διεσώθησαν. Ἀρκεῖ νὰ σημειωθεῖ, ὅτι ἡ προτροπὴ πρὸς τοὺς ὑπηρέτες κατὰ τὸ θαῦμα ἐν Κανὰ τῆς Γαλιλαίας «ὅ,τι ἂν λέγη (ὁ Χριστὸς) ὑμίν, ποιήσατε» (Ἰω. 2, 5) εἶναι οἱ τελευταῖοι της λόγοι, ποὺ ἀναφέρουν τὰ Εὐαγγέλια. Ἀπὸ τότε (τὸ θαῦμα ἔγινε στὶς ἀρχὲς τοῦ πρώτου ἔτους τῆς δημοσίας δράσεως τοῦ Κυρίου) καὶ στὸ ἑξῆς ἡ Θεοτόκος παρακολούθησε μὲ σιωπὴ τὴν δράσι τοῦ Υἱοῦ της καὶ σιωπηλὴ ἔπνιξε τὸν πόνο τῆς κάτω ἀπὸ τὸν Σταυρό Του. Τὰ κενὰ τῶν Εὐαγγελίων περὶ τοῦ βίου τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου συμπληρώνουν οἱ ἀπόκρυφοι διηγήσεις. Αὐτές, γραμμένες ἀπὸ εὐσεβεῖς συγγραφεῖς καὶ πλουτισμένες ἀπὸ τὴν φαντασία τῶν, δίδουν πληροφορίες διὰ τὴν Γέννησή της, τὴν παιδική της ἡλικία, τὴν Κοίμησή της. Ἡ Ἐκκλησία πῆρεν ἀπὸ τὰ κείμενα αὐτὰ τὶς παραδόσεις, ποὺ θεώρησε ἀληθινὲς καὶ τὶς διεφύλαξε στὶς ἑορτές, τοὺς ὕμνους, τὶς εἰκόνες, ποὺ ἔγιναν μὲ τὸ ὑλικὸ τῶν. Μία ἀπὸ τὶς ἀπόκρυφες διηγήσεις εἶναι…τὸ «Πρωτευαγγέλιον τοῦ Ἰακώβου», τὸ ὁποῖο διηγεῖται μεταξὺ ἄλλων καὶ τὰ τῆς Γεννήσεως τῆς Θεομήτορος. Ἀπὸ αὐτὸ μανθάνομε τὰ ὀνόματα τῶν γονέων της, ποὺ εἶναι Ἰωακεὶμ καὶ Ἄννα, τὴν ἀτεκνία τῶν, τὴν καταγωγὴ τοῦ Ἰωακεὶμ ἀπὸ τὸ βασιλικὸ γένος τοῦ Δαβὶδ κ. α. Ἐδῶ βλέπομε τὴν θλίψη καὶ τὰ δάκρυα τοῦ ἀνδρογύνου διὰ τὴν ἀτεκνία του, καθὼς καὶ τὶς προσευχὲς καὶ τὶς νηστεῖες τοῦ διὰ τὴν ἀπόκτηση τέκνου.
Διὰ νὰ κατανοήσωμε τὰ εἰκονιζόμενα στὴν παράσταση τῆς Γεννήσεως τῆς Θεοτόκου,πρέπει νὰ παραθέσωμεν μερικὰ ἀποσπάσματα ἀπὸ τὴν διήγηση τοῦ Ἰακώβου: «Καὶ ἰδοὺ ἄγγελος Κυρίου ἐπέστη λέγων αὐτή· Ἄννα Ἄννα, ἐπήκουσε Κύριος της δεήσεώς σου, καὶ συλλήψει καὶ γεννήσεις, καὶ λαληθήσεται τὸ σπέρμα σου ἐν ὅλη τὴ οἰκουμένη…Καὶ ἰδοὺ ἦλθον ἄγγελοι δύο λέγοντες αὐτή· Ἰδοὺ Ἰωακεὶμ ὁ ἀνήρ σου ἔρχεται μετὰ τῶν ποιμνίων αὐτοῦ. ἄγγελος γὰρ Κυρίου κατέβη πρὸς αὐτὸν λέγων· Ἰωακεὶμ Ἰωακείμ,ἐπήκουσε Κύριος ὁ Θεὸς τῆς δεήσεώς σου· καταβηθι ἐντεῦθεν· ἰδοὺ γὰρ ἡ γυνή σου Ἄννα ἐν γαστρι λήψεται… Καὶ ἰδοὺ Ἰωακεὶμ ἦκε μετὰ τῶν ποιμνίων αὐτοῦ, καὶ ἔστη Ἄννα πρὸς τὴν πύλην καὶ εἶδε τὸν Ἰωακεὶμ ἐρχόμενον, καὶ δραμοῦσα ἐκρεμάσθη εἰς τὸν τράχηλον αὐτοῦ… Ἐπληρώθησαν δὲ οἱ μῆνες αὐτῆς· ἐν δὲ τῷ ἐνάτω μηνὶ ἐγέννησεν Ἄννα.Καὶ εἶπεν τὴ μαία· Τιεγέννησα; Ἡ δὲ εἶπεν· Θῆλυ· Καὶ εἶπεν Ἄννα· Ἐμεγαλύνθη ἡ ψυχή μου ἐν τὴ ἡμέρα ταύτη· καὶ ἀνέκλινεν αὐτήν. Πληρωθεισῶν δὲ τῶν ἡμερῶν ἀπεσμήξατο Ἄννα, καὶ ἔδωκεν μασθὸν τὴ παιδί, καὶ ἐπωνόμασε τὸ ὄνομα αὐτῆς Μαριάμ». Ὅπως βλέπομε στὴν διήγηση, ἡ Γέννησις τῆς Παναγίας ἀναγγέλλεται ὑπὸ τοῦ ἀγγέλου ὕστερα ἀπὸ μακρὰν περίοδον ἀτεκνίας τῶν γονέων της. Ἄγγελος ἀναγγέλλει τὴν γέννηση καὶ ἄλλων βιβλικῶν προσώπων: τοῦ Σαμψῶν, τοῦ Σαμουήλ, τοῦ Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου. Ἡ Γέννησις ὅμως τῆς Παναγίας διαφέρει, διότι εἶναι «τοῦ Ἀδὰμ ἡ ἀνάπλασις καὶ τῆς Εὔας η ἀνάκλησις· τῆς ἀφθαρσίας ἡ πηγὴ καὶ τῆς φθορᾶς ἀπαλλαγῆ, δί? ἢς ἠμεῖς ἐθεώθηεν καὶ τοῦ θανάτου ἐλυτρώθημεν…» (Δοξαστικόν της Λιτῆς του πλ. δ’ ἤχου). Τὴν σύγκριση μεταξύ της μητρὸς τῆς Παναγίας καὶ ἄλλων ἀτέκνων γυναικὼν τῆς Ἁγίας Γραφῆς κάνει ὡραιότατα τὸ γ’ Στιχηρὸν τοῦ Ἑσπερινοῦ της ἑορτῆς τοῦ πλ. β’ ἤχου: «Εἰ καὶ θείω βουλήματι περιφανεῖς στεῖραι γυναῖκες ἐβλάστησαν, ἀλλὰ πάντων ἡ Μαρία τῶν γεννηθέντων θεοπρεπῶς ὑπερέλαμψεν· ὅτι καὶ ἀγόνου παραδόξως τεχθεῖσα μητρός, ἔτεκεν ἐν σαρκὶ τῶν ἁπάντων Θεόν, ὑπὲρ φύσιν ἐξ ἀσπόρου γαστρός…». Ὅπως βλέπομε σὲ ὅλα σχεδὸν τὰ τροπάρια τῆς ἱερᾶς Ἀκολουθίας τοῦ Γενεθλίου της Ὑπεραγίας Θεοτόκου, οἱ ἱεροὶ ὑμνογράφοι τονίζουν, παραλλήλως πρὸς τὴν Γέννηση τῆς Παναγίας, καὶ τὸν ρόλο της ὡς Μητρὸς τοῦ Θεοῦ. Ἀκόμη στὴ λύση τῆς στειρώσεως τῆς Ἄννης διαβλέπουν -κατὰ τὴν διδασκαλίαν τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας- τὴ λύση τῆς στειρώσεως τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως, ἡ ὁποία θὰ ἀπολαύσει τοὺς καρποὺς τῆς θείας Χάριτος. Ἡ Χάρις αὐτὴ «καρπογονεῖν λαμπρῶς ἀπάρχεται» μὲ τὴν Γέννηση τῆς Θεοτόκου. 

Ἑρμηνεία τῆς εἰκόνας (Τοῦ Χρήστου Γ. Γκότση)       Oβυζαντινὸς ἁγιογράφος τῆς εἰκόνος τῆς Γεννήσεως τῆς Θεοτόκου ἀκολουθεῖ στὴν ἔνταξη τῶν σχετικῶν σκηνῶν τὸ ἀπόκρυφο Πρωτευαγγέλιο τοῦ Ἰακώβου διὰ νὰ ὑπογραμμίσει τὴ θαυματουργικὴ Γέννησι τῆς Θεοτόκου. Ταυτοχρόνως ὅμως μένει πιστὸς στὴ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως τὴν βλέπομε στὰ τροπάρια τῆς ἑορτῆς. Διὰ τοῦτο ἐνῶ εἰκονίζει τὴν Θεοτόκο ἐντὸς λίκνου, ὡς βρέφος ἐσπαργανωμένον, δὲν παραλείπει νὰ ἐπιγράψει ὑπεράνω της κεφαλῆς τῆς τὰ συνήθη συμπιλήματα ΜΡ – ΘΥ (Μήτηρ Θεοῦ).  Σὲ ὅλα σχεδὸν τὰ τροπάρια τόσον τῆς ἑορτῆς τῆς Γεννήσεως τῆς Θεοτόκου, ὅσον καὶ τῆς Συλλήψεως τῆς Ἁγίας Ἄννης (9 Δεκεμβρίου), τονίζεται ὅτι ἡ γεννηθεῖσα ἢ συλληφθεῖσα παιδίσκη εἶναι Μητέρα τοῦ Θεοῦ.
Στὴν εἰκόνα, δεσπόζει ἡ μορφὴ τῆς Ἁγίας Ἄννης, ποὺ εἰκονίζεται μισοκαθισμένη στὸ κρεββάτι. Μὲ τὴν ἀριστερά της χείρα, ποὺ μόλις προβάλλει ἀπὸ τὸ ὁλοκόκκινο μαφόριό της, στηρίζει τὴν κεκλιμένη κεφαλή της. Οἱ εὐσεβεῖς σκέψεις, στὶς ὁποῖες ἔχει βυθισθεῖ, λόγω τοῦ παραδόξου θαύματος, διαβάζονται στὴν ἔκφραση τοῦ προσώπου της.
Στὸ μέσον της εἰκόνος εἰκονίζονται οἱ ὑπηρέτριες, αἳ «παιδίσκαι», ποὺ σπεύδουν νὰ δώσουν φαγητὸ στὴ λεχῶ καὶ νὰ τὴν περιποιηθοῦν. Ἡ μεσαία ἴσως νὰ εἶναι ἡ Ἰουδίθ,τὴν ὁποία κάτ? ὄνομα ἀναφέρει τὸ Πρωτευαγγέλιο τοῦ Ἰακώβου. Μία ἀπὸ τὶς ὑπηρέτριες μεὲ ριπίδιο κάμνει ἀέρα στὴν Ἄννα.
Ἡ σκηνὴ στὸ ἄνω ἀριστερὸ μέρος τῆς εἰκόνος ἔχει ἐμπνευσθεῖ ἀπὸ τὴν συνάντηση τοῦ Ἰωακεὶμ καὶ τῆς Ἄννης μετὰ τὴν ἀναγγελία ὑπὸ τοῦ ἀγγέλου περὶ ἀποκτήσεως τέκνου. Οἱ δύο εὐτυχισμένοι γονεῖς ἐναγκαλίζονται καὶ ἀσπάζονται στὴν πύλη τοῦ σπιτιολυ τῶν (ἢ στὴν Χρυσὴ πύλη τῆς πόλεως). Ἡ Ἁγία Ἄννα λέγει στὸν ἄνδρα της, κατὰ τὸ Πρωτευαγγέλιο: «Νῦν οἶδα ὅτι Κύριος ὁ Θεὸς εὐλόγησε μὲ σφόδρα…».
Στὸ δεξιὸ μέρος τῆς εἰκόνος εἰκονίζεται ὁ Ἰωακεὶμ σὲ στάση προσευχῆς. Σὲ αὐτὴ τὴν ἱερὴ στιγμὴ τὸν εὐρῆκε ὁ ἄγγελος, ποὺ τοῦ μετέφερε τὴν χαρμόσυνη εἴδηση. Ὁ Ἰωακεὶμ εὑρίσκεται ἀπέναντι ἀπὸ τὴν Θεοτόκο, ἔχει στραμμένο τὸ βλέμμα του πρὸς αὐτὴν καὶ συνομιλεῖ μαζί της.
Πλησίον της νεογεννήτου Παναγίας κάθεται γνέθουσα μία παιδίσκη.  Στὴν ὅλη εἰκόνα κυριαρχεῖ ὁ τόνος τῆς χαρᾶς. Τὰ χρώματα τῶν ἐνδυμάτων καὶ τῶν ἀρχιτεκτονημάτων εἶναι ζωηρά, τὰ πρόσωπα φωτεινά, ὅπως ἄλλωστε ταιριάζει στὴ γέννηση τέκνου ὕστερα ἀπὸ πολλὰ χρόνια ἀναμονῆς.
Κλείνομε τὴν ἀνάλυση τῆς εἰκόνος τῆς Γεννήσεως τῆς Θεοτόκου μὲ ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸν λόγο τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ «Εἰς τὸ Γενέσιον τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου»:
«Ὢ ζεῦγος λογικῶν τρυγόνων Ἰωακεὶμ καὶ Ἄννα τὸ σωφρονέστατον. Ὑμεῖς τὸν τῆς φύσεως νόμον, τὴν σωφροσύνην, τηρήσαντες τῶν ὑπὲρ φύσιν κατηξιώθητε· τετόκατε (=ἔχετε γεννήσει) γὰρ τῷ κόσμω Θεοῦ μητέρα ἀπείρανδρον. Ὑμεῖς εὐσεβῶς καὶ ὁσίως ἐν ἀνθρωπίνη φύσει πολιτευσάμενοι, ὑπὲρ ἀγγέλους καὶ τῶν ἀγγέλων δεσπόζουσαν νῦν θυγατέρα τετόκατε. Ὢ θυγάτριον ὡραιότατον καὶ γλυκύτατον· ὢ κρίνον ἀναμέσον τῶν ἀκανθῶν ἐκφυὲν ἐξ εὐγενεστάτης καὶ βασιλικωτάτης ρίζης δαβιτικῆς… Ὢ ρόδον ἐξ ἀκανθῶν τῶν Ἰουδαίων φυὲν καὶ εὐωδίας θείας πληρῶσαν τὰ σύμπαντα. Ὢ θύγατερ Ἀδὰμ καὶ μήτηρ Θεοῦ.Μακαρία ἡ ὀσφὺς καὶ ἡ γαστὴρ ἐξ ὧν ἀνεβλάστησας· μακάριαι αἳ ἀγκάλαι αἳ σὲ ἐβάστασαν καὶ χείλη τὰ τῶν ἁγνῶν φιλημάτων σου ἀπολαύσαντα, μόνα τὰ γονικά, ἴνα ἢς ἐν πάσιν ἀειπαρθενεύουσα». 

Ἀπολυτίκιο τῆς ἑορτῆς Ἦχος δ’ Ἡ γέννησίς σου Θεοτόκε, χαρὰν ἐμήνυσε πάση τὴ οἰκουμένη· ἔκ σοὺ γὰρ ἀνέτειλεν ὁ ἥλιος τῆς δικαιοσύνης, Χριστὸς ὁ Θεὸς ἠμῶν, καὶ λύσας τὴν κατάραν, ἔδωκε τὴν εὐλογίαν·καὶ καταργήσας τὸν θάνατον, ἐδωρήσατο ἠμὶν ζωὴν τὴν αἰώνιον.

Προσεγγίσεις στὴν ἑορτὴ.

      Εἰκοστὸς τρίτος ἀπὸ τοῦ γένους τοῦ Δαυὶδ εὑρίσκεται ὁ Ματθᾶν, ὁ ὁποῖος ἐνυμφεύθη τὴν Μαρία ἐκ τῆς φυλῆς τοῦ Ἰούδα. (Ὁ Ματθᾶν ὑπῆρξε ἱερεὺς ἐπὶ τῆς βασιλείας Κλεοπάτρας καὶ Σαπώρου ἢ Σαβωρίου, βασιλέως Περσῶν & τῆς βασιλείας Ἡρώδου τοῦ Ἀντιπάτρου). Ἀπὸ τὴν ἕνωσή τους, γεννήθηκαν 3 θυγατέρες, ἡ Μαρία, ἡ Σωβὴ& ἡ Ἄννα & 1 υἱός, ὁ Ἰακώβ, ὁ πατέρας τοῦ Ἰωσὴφ τοῦ τέκτονος. Ἡ Μαρία ἐγέννησε τὴ Σαλώμη τὴ μαμή, ἡ Σωβὴ τὴν Ἐλισσάβετ (τὴ μητέρα τοῦ Ἄγ. Ἰωάννου τοῦ Πρόδρομου) & ἡ Ἄννα ποὺ ἦλθε εἰς γάμου κοινωνία μὲ τὸν μεγαλοκτηματία Ἰωακείμ,τὴ Θεοτόκο Μαρία, στὴ Ναζαρὲτ (χωριὸ τῆς Παλαιστίνης). Τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἑορτάζει ἡ ἁγία Ἐκκλησία πανηγυρικῶς τὴν 8 ἡ Σεπτεμβρίου κάθε ἔτους. Ἡ Παναγία ἔχει κεντρικὴ θέση στὴν θεία Λατρεία. Τὸ ἐκκλησιαστικὸ ἔτος πλαισιώνεται μὲ θεομητορικὲς ἐορτές• ἀρχίζει μὲ τὸ «Γενέσιον τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου», ἐνῶ τελειώνει μὲ τὴν «Κατάθεσιν τῆς Τιμίας Ζώνης τῆς Θεοτόκου». Αἰτία πνευματικῆς χαρᾶς καὶ ἀγαλλιάσεως εἶναι ἡ σημερινὴ ἡμέρα, γιατί σήμερα ἑορτάζομε τὴν γέννηση τῆς ἀειπαρθένου καὶ Θεοτόκου Μαρίας, τοῦ εὐωδεστάτου ἄνθους ποὺ βλάστησε «ἐκ τῆς ρίζης Ἰεσσαί». Ἑορτάζομε «παγκοσμίου εὐφροσύνης γενέθλιον», ποὺ καθίσταται «ἡ εἴσοδος ὅλων τῶν ἑορτῶν καὶ τὸ προοίμιο τοῦ μυστηρίου τοῦ Χριστοῦ»,κατὰ τὸν ἅγιο Ἀνδρέα Κρήτης. Γέννηση, ποὺ ἔγινε πρόξενος τῆς ἀναγεννήσεως, ἀναπλάσεως καὶ ἀνακαινίσεως τῶν πάντων. Σήμερα γεννιέται Αὐτὴ ποὺ θὰ γεννήσει ἐν χρόνω,κατὰ ἀνερμήνευτο καὶ παράδοξο τρόπο, τὸν ἄχρονο καὶ προαιώνιο Θεὸ Λόγο, τὸν Δημιουργὸ καὶ Σωτήρα τοῦ κόσμου. Ὁλόκληρο πλῆθος ἀπὸ προεικονίσεις, προτυπώσεις καὶ προφητεῖες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης σὲ Αὐτὴν ἀναφέρονται. Ἀποτελεῖ τὴν ἀποκορύφωση, τὴν ὁλοκλήρωση τῆς παλαιοδιαθηκικῆς παιδαγωγικῆς προετοιμασίας τῆς ἀνθρωπότητος γιὰ τὴν ὑποδοχὴ τοῦ σαρκωθέντος Σωτῆρος Θεοῦ. Τὴν Παναγία μᾶς προεικόνιζαν ἡ ἄφλεκτος βάτος στὸ ὅραμα τοῦ Μωυσῆ, οἱ θεογραφὲς πλάκες καὶ ἡ κιβωτὸς τοῦ Νόμου, τὸ οὐράνιο μάννα καὶ ἡ χρυσὴ στάμνα, ἡ λυχνία καὶ ἡ τράπεζα, ἡ ράβδος Ἀαρῶν ἡ βλαστήσασα, ἡ κλίμακα τοῦ Ἰακώβ, ὁ πόκος τοῦ Γεδεῶν, τὸ ἀλατόμητον ὅρος τοῦ Δανιήλ, ἡ κάμινος ποὺ μὲ τὸ πῦρ δρόσιζε τοὺς Τρεῖς Παῖδες, ἀλλὰ καὶ αὐτὰ τὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων της σκηνῆς τοῦ μαρτυρίου. Ἡ Θεοτόκος εἶναι τὸ μεταίχμιο μεταξὺ Παλαιᾶς καὶ Καινῆς Διαθήκης. Γιὰ τὴν Παλαιὰ ἀποτελοῦσε τὸ κήρυγμα τῶν προφητῶν, τὴν προσδοκία τῶν δικαίων• ἐνῶ γιὰ τὴν Καινὴ Διαθήκη γίνεται ὁ γλυκασμὸς τῶν ἀγγέλων, ἡ δόξα τῶν ἀποστόλων, τὸ θάρρος τῶν μαρτύρων,τὸ ἐντρύφημα τῶν ὁσίων, τὸ καύχημα τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, γι’ αὐτὸ καὶ μακαρίζεται ἀπὸ «πάσα γενεά». Ὅλη ἡ δημιουργία περίμενε τὴν γέννησή της.

     Ἡ Παναγία μᾶς εἶναι «ὁ καρπὸς τῶν κτισμάτων» κατὰ τὸν ἅγιο Νικόλαο Καβάσιλα, δηλαδὴ τὸ σημεῖο ἐκεῖνο στὸ ὁποῖο κατατείνει ὁλόκληρη ἡ κτίση. Ὅπως τὸ δένδρο ὑπάρχει γιὰ τὸν καρπό, ἔτσι ἡ κτίση ὑπάρχει γιὰ τὴν Παρθένο καὶ ἡ Παρθένος γιὰ τὸν Χριστό. Ὅπως τονίζουν οἱ Πατέρες ὄχι μόνον οἱ ἄνθρωποι, ἀλλὰ καὶ ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ, ὅλη ἡ ὁρατὴ καὶ ἀόρατη κτίση δημιουργήθηκαν γιὰ τὴν ἄχραντο Παρθένο. Ὅταν ὁ Θεὸς στὴν ἀρχὴ τῶν αἰώνων ἀτενίζοντας πρὸς τὰ δημιουργήματά του, εἶπε ὅτι εἶναι «καλὰ λίαν», οὐσιαστικὰ ἔβλεπε μπροστά του τὸν καρπὸ ὅλης της δημιουργίας, τὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο, καὶ ὁ ἔπαινός του ἦταν στὴν πραγματικότητα «εὐφημία τῆς Παρθένου». Κατὰ τὴν σημερινὴ ἡμέρα εὐεργετεῖται ὅλη ἡ κτίση ἀπὸ τὴν γέννηση τῆς πανάμωμης Δέσποινάς μας. «Τὸ καινότατον αὐτὸ δημιούργημα» δὲν ἦταν ἁπλὰ ἡ καλύτερη γυναίκα στὴν γῆ,οὔτε ἡ καλύτερη γυναίκα ὅλων τῶν ἐποχῶν, ἀλλὰ ἦταν Αὐτὴ ἡ μοναδικὴ ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ κατεβάσει τὸν οὐρανὸ στὴν γῆ, νὰ κάνει τὸν Θεὸ ἄνθρωπο. Ὁ δημιουργὸς Θεὸς Λόγος ἔπλασε τέτοια τὴν ἀνθρώπινη φύση, ὥστε ὅταν θὰ χρειαζόταν νὰ γεννηθεῖ, νὰ λάβει ἀπὸ αὐτὴν τὴν μητέρα του. Ὁ ἀόρατος καὶ ἀθέατος Θεὸς ἔρχεται δὶ’ Αὐτῆς ἐπὶ γὴς καὶ γίνεται ὀρατός• ἑνώνεται καὶ κοινωνεῖ μὲ τὴν κτίση μὲ ἕναν οὐσιαστικότερο καὶ πιὸ ἐνοειδὴ τρόπο. Ἑνώνει διὰ τῆς ἀνθρωπίνης φύσεώς του ὅλη τὴν κτίση στὴν ὑπόστασή του καὶ τὴν θεώνει. Ὁ ἀνείδεος καὶ ἀπερίγραπτος Θεὸς λαμβάνει «δούλου μορφὴν»(Φιλιπ. 2,7), ἀνθρώπινη σάρκα καὶ λογικὴ ψυχή, συναναστρέφεται μὲ τοὺς ἀνθρώπους καὶ περπατᾶ πάνω στὴν γῆ. Ὁ «ἀχώρητος παντὶ» θὰ χωρέσει στὴν παρθενικὴ μήτρα τῆς Θεοτόκου, ὥστε ἡ Παναγία μητέρα του νὰ καταστεῖ ἡ «χώρα τοῦ Ἀχωρήτου».
 Σήμερα λύνεται ἡ στειρότητα τῆς Ἄννας καὶ γεννᾶται «τὸ κειμήλιον τῆς Οἰκουμένης», κατὰ τὴν ἔκφραση τοῦ ἁγίου Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας. Παρόμοιο θαῦμα ἔκανε ὁ Θεὸς πολλὲς φορὲς στὴν Παλαιὰ Διαθήκη στὴν Σάρρα τὴν σύζυγο τοῦ πατριάρχου Ἀβραάμ, στὴν Ρεβέκκα τὴν σύζυγο τοῦ Ἰσαάκ, στὴν Ἄννα τὴν μητέρα τοῦ προφήτου Σαμουήλ, στὴν Ἐλισάβετ τὴν μητέρα τοῦ προφήτου Προδρόμου. Ὅμως διαφέρει κατὰ πολὺ τὸ σημερινὸ θαῦμα.Μπορεῖ τὰ τέκνα τῶν παραπάνω μητέρων, τῶν ὁποίων ἡ μακροχρόνια στειρότητα λύθηκε θαυματουργικά, νὰ ἦταν ἐνάρετα καὶ ἅγια, ἀλλὰ μόνον ἡ Μαρία -τὸ τέκνο τῆς Ἄννας καὶ τοῦ Ἰωακεὶμ- ἦταν «ἡ κεχαριτωμένη» καὶ κατέστη -τὸ ἀκατάληπτο γιὰ τοὺς ἀνθρώπους καὶ τοὺς ἀγγέλους- ἡ μητέρα τοῦ Θεοῦ. Ἡ Παναγία μας δὲν γεννήθηκε ἀπὸ ἄσπιλη ὑπερφυσικὴ σύλληψη, ὅπως λανθασμένα πιστεύουν οἱ Ρωμαιοκαθολικοί, ἀλλὰ μετὰ ἀπὸ τὴν φυσικὴ συνάφεια τοῦ Ἰωακεὶμ καὶ τῆς Ἄννας.Λύθηκε δὲ ἡ φυσικὴ στειρότητα τῆς Ἄννας χάρις στὴν ἄμεση παρέμβαση τοῦ Θεοῦ ὡς ἀπάντηση στὶς προσευχὲς τῶν δικαίων Θεοπατόρων.

     Οἱ γέροντες Ἰωακεὶμ καὶ Ἄννα συνῆλθαν χωρὶς καμμία σαρκικὴ ἕλξη, ἡδονή, ἀλλὰ μόνο ἀπὸ ὑπακοὴ στὸν Θεό. Ἐπεσφράγισαν καὶ μὲ αὐτὴν τὴν πράξη τοὺς τὴν σωφροσύνη τους. Κατὰ αὐτὸν τὸν τρόπο ἡ Παρθένος συνελήφθη «σωφρόνως ἐν τὴ νηδύι τῆς Ἄννας ἐξ Ἰωακείμ». Τὸ ὅτι συνελήφθη σωφρόνως σημαίνει ὅτι ὁ τρόπος τῆς συλλήψεως ἦταν ἁγνός. Γιὰ νὰ ἦταν ὅμως ἡ Παρθένος ἀπαλλαγμένη ἀπὸ τὸ προπατορικὸ ἁμάρτημα, δηλαδὴ νὰ εἶχε ἄσπιλη σύλληψη, ἔπρεπε νὰ εἶχε γεννηθεῖ παρθενικῶς ὅπως καὶ ὁ Χριστός. Γιὰ νὰ ἀποκτήσουν ὅμως τέτοιο τέκνο οἱ δίκαιοι Θεοπάτορες ἔδειξαν πίστη ἀδίστακτη, ὑπομονὴ ἀλύγιστη, ἔτρεφαν τὴν ἐλπίδα ποὺ δὲν καταισχύνει, εἶχαν μεγάλη καρτερία στὶς προσευχὲς τους• ὅτι ὁ Θεὸς θὰ ἐκπληρώσει τὸ αἴτημά τους. Καὶ δὲν ὑπόμειναν τὴν ἀτεκνία τους γιὰ λίγο μόνο διάστημα. Ἡ παράδοση λέγει ὅτι μετὰ ἀπὸ πενήντα χρόνια στειρότητας ἀπέκτησε ἡ Ἄννα τὴν Θεοτόκο. Αὐτὴ ἡ στάση τῶν Θεοπατόρων πρέπει νὰ παραδειγματίζει ὅλους μας.

(Περιοδικὸ»Πεμπτουσία» τεῦχος 21)  http://www.in-agiounikolaoutouneou.gr/

 

Εναέρια Λήψη Ιερά Μονή Γενεθλίου της Θεοτόκου Δρυόβουνο Βοΐου