ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΝ ΛΕΙΨΙΣΤΙΩ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ (ΤΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΑΘ.ΖΗΣΟΠΟΥΛΟΥ)

Ιερος Ναός Αγίου Πνεύματος

Προ εκατόν ετών, ίσως και πλέον, η πέτρα η μεγάλη η οποία ευρίσκεται εις την εκκλησίαν του Αγίου Πνεύματος υπήρχεν εις την
θέσιν της και ήτο σκεπασμένη με μικράν τινα πτωχικήν στέγην και μίαν κανδήλα και κηρία άναπταν οι τότε ολίγοι

χριστιανοί.

Ολίγα βήματα προς το κατηφορές μέρος, νοτίως, ευρίσκοντο τα μεγάλα κονάκια και σπίτια του Ντεμίρ βέη oνoμαζόμενoυ. Εκ
παραδόσεως και διαδόσεως λέγουν ότι ο βέης και η οικογένειά του έβλεπαν άσχημα ονείρατα και συχνά έπασχαν από ασθενείας και ως
φανατικοί οι Τούρκοι xoτζάδες του ενέπνευσαν την ιδέαν ότι αιτία είναι αυτή η πέτρα την οποίαν έχουν οι χριστιανοί.
(Σημ. Π. Ζησοπούλου: Αυτήν την πέτρα, που βρίκεται ακόμη εκεί, την έχω επισκεφθεί προ 5-6 ετών. Πολλά από τα μεταλλικά νομίσματα
που ακουμπούν επάνω της οι πιστοί, κρατιούνται από μια μαγνητική δύναμη κολλημένα στην επιφάνειά της).

Ο Ντεμίρ Βέης τότε, ως διηγούντο οι γεροντότεροι προς τους γονείς μας, διέταξεν τας αμάξας του και πήραν την πέτραν και πήγαν και
την έρριψαν εις τον Αλιάκμονα ποταμόν, αλλ’ η πέτρα, πριν να επιστρέψη η άμαξα, ήλθεν εις την θέσιν της. Τούτο επανελήφθη τρεις
φοράς και η πέτρα ήλθε πάλι όπου ήταν.

Ο Ντεμίρ βέης ήτο ο ισχυρότερος βέης της Επαρχίας Ανασελίτσης και συνάμα [και] διοικητής αυτής (μουδίρης)(2).
Άμα είδεν ο Ντεμίρ βέης ότι είναι πλέον αδύνατον να γίνη εκείνο πουήθελεν και από φόβον κινούμενος χάλασεν τα κονάκια και τα σπίτια
του και τα μετέφερεν εις το απέναντι μέρος του λάκκου, εκεί που ευρίσκονται τα λεγόμενα σπίτια του Αλβανού Xαμζά βέη.

Τα σπίτια αυτά, όταν παρεδόθη η Θεσσαλία(3) και ήλθε ο στρατός εις Λειψίστι, [και] επειδή ήσαν ακατοίκητα, τα διόρθωσαν και τα
ενοικίασαν οι απόγονοι του Ντεμίρ βέη εις τον Pετζέπ πασάν και διέμεναν(4) τα στρατιωτικά γραφεία.

Σημειώσατε δε ότι κανείς από την οικογένειαν του Ντεμίρ βέη δεν είχενμείνει παρά μόνον ένας ανεψιός του, Χα’ίδάρ βέης oνoμαζόμενoς, όστις
τελευταίως είχεν γίνει και υπουργός των στρατιωτικών της Τουρκίας(5).

Κατά τα 1878-80 ήλθεν πρώτην φοράν τακτικός στρατός τουρκικός εις την Επαρχίαν μας μετά τον Ρωσοτουρκικόν Πόλεμον, ενώ πριν δεν
εγνώριζαν οι άνθρωποι και τα μέρη μας τι είδος ήταν ο στρατός, διότι μόνον στίφη Αλβανών βασιβoζoύκων(6) διά πλιάτσικα εγνώριζoν.



Άμα ήλθεν ο στρατός με την αρχηγίαν ενός Μπίνμπαση (χιλιάρχου)(7) Σιακίρ Εφένδη oνoμαζόμενoυ [και], επειδή δεν υπήρχαν οικήματα να
διαμείνη, έστησαν τας σκηνάς εις τον αναμεταξύ8 χώρον του Αγίου Πνεύματος και <της> εκκλησίας Αγίου Νικολάου, τους δε αποπάτους
του στρατού έκαμαν πλησίον του Αγίου Πνεύματος. Ταύτα εγένοντο το 1880-1881, οπότε [και] είχεν ο πατήρ μου μαγαζί εις Λειψίστι και
ευρισκόμην εκεί και είδον τα εξής: Ο μακαρίτης Παπαγεώργιος(9) Βλάχος, αντιπρόσωπος του Μητροπολίτου Σισανίου, και ο Νικόλαος
Παπαδάκης από τον Ντόλον, αγάς τότε (μέλος του συμβουλίου εις τον καϊμακάμη), ήλθον και και πήραν και τον μακαρίτην πατέρα μου,
όστις ήτο και αυτός αγάς, δηλ. μέλος του συμβουλίου του Ειρηνοδικείου, και μετέβησαν να επισκεφθώσιν τον Σιακίρ εφέντηνμπίνμπασην(10).
Ήτο δε ώρα μετά μεσημβρίαν κλίνουσα προς το εσπέρας. Εγώ έμεινα μόνος στο μαγαζί. Μετά μίαν και ημίσειαν ώραν βλέπω να έρχεται ο πατήρ μου μόνος
έντρομος και αρxίζει να με διηγείται: » Μετέβημεν εις την σκηνήν του μπίνμπαση, εκαθήσαμεν, μας προσέφεραν καφέ κτλ. και εκεί όπου ομιλούσαμεν
έρχεται μία λάμψις σαν αστραπή άνευ κρότου και όλοι πέσαμεν κάτω από τα καθίσματα έντρομοι θαυμάζoντες τί θα γίνη και ευθύς η λάμψις εχάθη.
Αμέσως σηκωθήκαμεν, εβγήκαμεν έξω της σκηνής, παρετηρήσαμεν όλον» τον oρίζoντα και είδομεν ότι ουδέν σύννεφον υπήρχεν. Ο ουρανός<ήτο>
καθαρότατος και μετ’ ολίγον <εθεάθησαν> θαυμάζoντες, ως και ημείς, και τινες αξιωματικοί οι οποίοι ευρέθησαν εκεί.»

Μετ’ ολίγας ημέρας είδομεν καπνούς από το Άγιον Πνεύμα, όπου έκαιγεν εκείνο το υπόστεγον οπού εσκέπαζεν την πέτραν. Διεδόθη δε
το εξής: Εις τον μπίνμπαση Σιακίρ εφέντην εις το όνειρον εφάνη ότι απένταντι από τον λόφον και απέναντι του ποταμού Αλιάκμονος παρά
το χωρίον Βρατίνι(11) είχεν παρουσιασθεί εχθρικός στρατός δεκάκις περισσότερος από τον ιδικόν του και έπεμψεν απεσταλμένον και
επληροφορήθη ότι θα αρχίση ο πόλεμος, να είναι έτοιμος. Ως ερώτησαν τον εχθρικόν στρατόν ποία είναι η αιτία του πολέμου, τον
εβεβαίωσαν ότι αιτία είναι οι απόπατοι του στρατού και, άν θέλουν την ειρήνην, να τους σηκώσουν από εκεί. Ο Σιακίρ εφέντης ο μπίνμπασης θα το εδιηγήθη εις τους
περί αυτόν και από λόγον σε λόγον το έμαθαν οι φανατικοί xoτζάδες κι έβαλαν κι έκαυσαν το Άγιον Πνεύμα. Κατόπιν, μετά ένα έτος, παρεδόθη η Θεσσαλία στην Ελλάδα
και ο θεσσαλικός τουρκικός στρατός μετεφέρθη εις Λειψίστι (νυν Νεάπολις) με αρχηγόν τον Pετζέπ πασάν. Ο δε πολιτικός πασάς μουτεσαφίρης(12), ο οποίος ελέγετο Χαλίλ πασάς
μετέφερεν τας πολιτικάς αρχάς της Λαρίσης εις τα Σέρβια. Οι δύο αυτοί αρχηγοί ηθέλησαν να ευπρεπίσουν και τας δύο κωμοπόλεις, και το Λειψίστι και τα Σέρβια.

Εφρόντισαν διά σχολεία, τα οποία δεν είχον ως τότε οι Τούρκοι, διά καλλωπισμόν και δι’ άλλα καλά πράγματα. Ηθέλησαν να μεγαλώσουν τας πόλεις, διά να προσελκύσουν
να κατοικήσουν και χριστιανοί καλών οικογενιών, να μεταφέρουν στο Λειψίστι και την Μητρόπολιν.

Ο Δεσπότης και οι παρευρεθέντες χριστιανοί εφάνησαν πρόθυμοι, με την διαφοράν, όμως είπεν ο Μητροπολίτης εις τους δυο πασάδες, ότι οι χριστιανοί [διά] να κατοικήσουν
εις το Λειψίστι είναι πρόθυμοι, αλλά πρέπει να έχουν και εκκλησίαν να εκτελούν τα θρησκευτικά τους καθήκοντα. Διότι Δεσπότης χωρίς εκκλησιάν γίνεται;
Τότε οι πασάδες είπον εις τους βέηδες του Λειψιστίου: Ν α [τους] παραχωρήσετε <εις) τους χριστιανούς <χώρον) δι’ εκκλησίαν.

Επειδή εντός πόλεως δεν ήθελον οι xoτζάδες και οι φανατικοί βέηδες, απεφάσισαν και τους υπέδειξαν το μέρος του Αγίου Πνεύματος. Αν και δεν ήτο πολύ κατάλληλον, οι χριστιανοί
το εδέχθησαν ως πλησιέστερον από την εκκλησίαν του Αγίου Νικολάου που ήτο 15 λεπτά έξω από την πόλιν. Τούτο πληροφορηθέντες και υποκινούμενοι από τους
φανατικούς μπέηδες οι xoτζάδες αμέσως συνήθροισαν άτακτα στοιχεία και φανατικούς xoτζάδες και μετέβησαν εις το Άγιον Πνεύμα, συνήθροισαν πέτρες και ξύλα και
ήρχισαν να Kτίζoυν τζαμί, λέγοντες [ότι]: «Τούτο το μέρος είναι ιδικόν μας και το είχαμεν τζαμί, δεν επιτρέπομεν εκκλησίαν». Και ο Δεσπότης, ο οποίος είχε μεταφέρει την Μητρόπολιν αρκετό διάστημα εις το Λειψίστι, την μετέφερεν και πάλιν εις την Σιάτισταν. Όταν δε συνάχθηκαν οι Τούρκοι εις το Άγιον Πνεύμα και, κτίσαντες κάτι το πρόχειρον, ανέβη ο υιός του Μέρκα Tερζί
ο οποίος ως πρώτος xότζιας εφώνησεν επάνω εις την πέτραν του Αγίου Πνεύματος το Αλάιχπερ(13) (προσευχή τουρκική) και έβαλε το δεξί χέρι στο αυτί, όπως βάζoυν
οι xoτζάδες όταν φωνάζoυν το Αλάιχπερ, έπεσεν ο χότζας κάτω.

Αμέσως τον πήραν, τον μετέφεραν στο σπίτι του και έκτοτε, όταν έβγαινε έξω και περπατούσε, το χέρι του το είχε πάντοτε σηκωμένο και
ακουμπούσε στο αυτί του και έτρεμε με τον λαιμό του στραβωμένον, σαν να ήταν στον μιναρέ να φωνάζη το Αλάιχπερ.
Τον Xότζα τον γνωρίζω κάλλιστα’ [όστις] αφού έκαυσαν στο Λιαψίστι τα σπίτια, πήγε(14) στα Γρεβενά και κατοίκησε <εκεί) μέχρις ότου έγινε
η ανταλλαγή κι έφυγε.

Τούτα έγιναν επί των ημερών μου, τα οποία είδον με τα μάτια μου, τα θαύματα. Διότι οι Τούρκοι του Λειψιστίου δεν επέτρεπον πλησίον της πόλεως εκκλησίαν
ούτε <και) σήμαντρον ακόμη. Μόνον ο Δεσπότης Σισανίου, ο Αλέξανδρος(15), αυτός ήτο το φόβητρον εις τους τότε φανατικούς Τούρκους.
Ισχυρός -και μόνον αυτός- ενόσω έζη εκρέμασεν σήμαντρον εις τον Άγιον Νικόλαον του Λειψιστίου, άν και μακράν, και αυτός μόνος συναθροίσας από τα χωρία
πολλούς χριστιανούς ετέλεσεν λειτουργίαν και φορεμένος τα ιερά του άμφια και ακολουθούμενος από πλήθος χριστιανών απέρασεν σχίσας τα σοκάκια του Λειψιστίου
και εστάθη εις το μεγάλο τζαμί εμπροστά και εδεήθη υπέρ του Σουλτάνου και οι Τούρκοι δεν ετόλμησαν τίποτε. Μάλιστα δε ένας, ονομαζόμενος Βελής Πετσίλης, τον οποίον
ενθυμούμαι, γέρων φανατικός, εκάθητο έμπροσθεν της πόρτας του κονακίου Κερίμ βέη και απερνούσε ο Αλέξανδρος φορεμένος με την πομπήν, και δεν
εσηκώθη, ο Βελής, και ο Δεσπότης τον έδωκεν κάνα δυό τρεις με την ράβδον και τον ανάγκασε να σηκωθή. Οι δε άλλοι Τούρκοι εσιωπούσαν
από τον φόβον τους.
Σημειώσατε δε ότι τον Δεσπότην, τον Αλέξανδρον, τον φαρμάκωσαν εις Σιάτισταν.


Σχόλια του κειμένου

1. Ο 1. Ναός Αγίου Πνεύματος βρίσκεται στο ΒΑ άκρο της Ν εαπόλεως (σε μικρή απόσταση από τα τελευταία σπίτια).

2. Ο διοικητής του καζά (Επαρχίας) λεγόταν επί τουρκοκρατίας καϊμακάμης.Ο μουδίρης ήταν μικρότερος στο αξίωμα.Τουρκ. mϋdίr: διοικητής ναχιέ (nahiye)
Nahiye: δήμος, κοινότης

3. Η Θεσσαλία ελευθερώθηκε το 1881. Τότε οι υπηρεσίες που είχαν την έδρα τους στη Θεσσαλία (Λάρισα κ.α.) μεταφέρθηκαν στα Σέρβια (έδρα σαντζακίου) και
στο Λειψίστι, που ήταν έδρα του καζά Ανασελίτσας. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να αναβαθμιστούν οι δύο αυτές πόλεις.

4. διέμεναν τα στρατιωτικά γραφεία: στεγάστηκαν, εγκαταστάθηκαν τα στρατιωτικά γραφεία.

5. Προφανώς είναι αυτός προς τιμήν του οποίου ο σιδηροδρομικός σταθμός στην Ασιατική Κωνσταντινούπολη φέρει το όνομά του. Όπως και η γύρω περιοχή.

6. βασιβοζούκοι: άτακτοι «στρατιώτες» (τουρκ. bazibozuk = άτακτος, πολιτικός, μη στρατιωτικός)

7. μπίμπασης (τουρκ. binbazi) = χιλίαρχος, ταγματάρχης

8. ορθότερα: εις τον μεταξύ των εκκλησιών Αγίου Πνεύματος και Αγίου Νικολάου χώρον.

9. Αντί του ορθού παπα-Γεώργιος, αφού ήταν ιερέας.

10. binbazi (μπίνμπασης): χιλίαρχος, ταγματάρχης (τουρκ. bin = χίλια).

11. Βρατίνι: το σημερινό χωριό Αλιάκμονας κοντά στη Νεάπολη Βοιου, δίπλα στον ποταμό Αλιάκμονα. Από Βρατίνι μετονομάστηκε σε Παλιούρι και αργότερα
σε Αλιάκμονα.

12. μουτεσαρίφης: διοικητής σαντζακίου (τουρκ. mutasauif: διοικητής σαντζακίου ή μουτεσσαριφλικίου, αντιστοιχεί προς το νομάρχη· mutasauiflik = σαντζάκιον).

13. Αλάιχπερ: αντί του ορθού Allah vere: ο θεός να δώσει, μακάρι

14. Στο χφ.: είχε πηγαίνει

15. Ο Μητροπολίτης Σισανίου και Σιατίστης Αλέξανδρος Λάσκαρις καταγόταν
από τα Ψωμαθειά (Υψωμάθεια) της Κωνσταντινουπόλεως. Ήταν πτυχιούχος της Θεολογικής Σχολής Χάλκης, μετεκπαιδεύτηκε επί τετραετία στη Ρωσία και διατέλεσε καθηγητής
και διευθυντής της Πατριαρχικής Μεγάλης το Γένους Σχολής.

Ήταν επίσης από τα ιδρυτικά μέλη του εν Κωνσταντινουπόλει Ελληνικού Φιλολογικού Συλλόγου (1861). Το 1864 εκλέχτηκε Μητροπολίτης Σισανίου και Σιατιστης.
Υπήρξε δυναμικός και ιδιαίτερα δραστήριος Αρχιερεύς με πλούσια εκπαιδευτική, κοινωνική και εθνική δράση. Επί των ημερών του χτίστηκε στη Λειψίστα (Νεάπολη Βοΐου)
κωδωνοστάσιο και τοποθετήθηκαν καμπάνες παρά τις αντιδράσεις των μπέηδων της Ανασελίτσας. Επίσης, και το κωδωνοστάσιο στην Κάτω Σιάτιστα (Γεράνεια) ολοκληρώθηκε το 1865, επί αρχιερατείας Αλεξάνδρου.
Η πολυσχιδής δράση και γενικά η δυναμικότης και το θάρρος του εξήγειραν τους Τούρκους της περιοχής με αποτέλεσμα να τον δηλητηριάσουν το 1869 σε ηλικία μόλις 40 ετών. (Βλ. σχετικά Αναστασίου Ν. Δάρδα, Η Επισκοπή-Μητρόπολη Σιανίου και Σιατίστης, Θεσσαλονίκη 2006, σ. 86 κ.ε.).


Από το Βιβλίο:Αφηγηματικαί Σημειώσης Κωνσταντίνου Ζησόπουλου

Επιμέλεια Βιβλίου:Αλέξανδρος Μπακαΐμης