ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ: ΑΡΙΔΑΣ Ο ΑΓΩΓΙΑΤΗΣ ΑΠΟ ΤΗ ΣΙΑΤΙΣΤΑ(ΤΟΥ ΠΑΡΑΣΚΕΥΑ ΜΗΛΙΟΠΟΥΛΟΥ)

Μακεδονικός Αγώνας:Ο Αρίδας ο Αγωγιάτης από τη Σιάτιστα.(Του Παρασκευά Μηλιόπουλου)

Σφύριζε ο βοριάς και δάγκανε, λυσσασμένο αγρίμι, στους στενούς δρόμους της Σιάτιστας. Μόλις είχε γυρίσει από μακρινό ταξίδι ο αγωγιάτης Αρίδας(1)

και ζέσταινε τα ξυλιασμένα χέρια του σ

το τζάκι, που μια θεόρατη φωτιά το λαμπάδιαζε και το πύρωνε. Η μάνα του είχε καταπιαστεί να βολέψει τα ζωντανά στο αχούρι.
Τότε ήρθε ένα παιδί από το γιατρό και βρόντηξε την ξώπορτα μ’ όλη τη δύναμή του, γιατί αυτός ο βοριάς έκοβε την ανάσα και ρήμαζε τις πλάτες!

Γρήγορα γρήγορα πήγε η μάνα και άνοιξε.
– Εδώ είναι ο Αρίδας; τη ρώτησε.
– Μόλις κόνεψε …
– Έρχομαι απ’ το γιατρό να του πω κάτι …
– Τράβα γρήγορα μέσα, καψοπαίδι, μελάνιασες!

Λοιπόν, ο Αρίδας ο αγωγιάτης που ήξερε πιθαμή προς πιθαμή τον τόπο και ήταν σύνδεσμος κι οδηγός στο Μακεδονικό Αγώνα, θα έπρεπε να ξεδιπλωθεί αμέσως, ν’ αφήσει
τη ζέστα του τζακιού του, πριχού πάρει μια ανάσα ξαποσταμού, και να βγει στο δρόμο για το σπίτι του γιατρού προς ώρας κι ύστερα βλέπουμε …

Τι και πώς, καμιά φορά δεν ήξερε να σου πει αυτός που ερχόταν από μέρους του γιατρού, πάρεξ:
– Έλα! Σι θέλ’ ου γιατρός!
Μόνο αυτό. Και σήμαινε: «τσακίσ’ κι κάνι γρήγουρα, γιατί για να σι θέλ’ου γιατρός, που είνι πρόιδρους της επιτροπής Μακεδονικού Αγώνα
του χωριού(2), θα ‘νι σουβαρή ανάγκ»‘.

Έτσι, ο Αρίδας πετάχτηκε αμέσως ορθός, χαμήλωσε για να βγει απ’ την πόρτα του «νουντά» κι άρχισε να κρούγεται στο δρόμο απ’ τον τρελό αγέρα.
Περασμένη η ώρα, όλα κατάκλειστα και φως πουθενά. Τα κοκαλιασμένα απ’ την παγωνιά χοντροπάπουτσα του Αρίδα ηχούσαν με τις πρόκες
τους στα καλντερίμια της Σιάτιστας, που σιδερένια τα φκιάνει κάθε χρονιά ο μαστροχειμώνας. Με την πρώτη χτυπιά η πόρτα του γιατρού άνοιξε καρτερούσαν.
Τράβηξε ολόισα στο «μουσαφίρ οντά» (δωμάτιο υποδοχής ξένων), στο επάνω πάτωμα, κι εκεί ο Αρίδας είδε το γιατρό κι έναν ξένο, με γενειάδα
κι αρματωμένον. Ήταν περήφανος ο ξένος. Χούι (συνήθειο) θα το ‘χει να διατάζει, σκέφτηκε ο Αρίδας μόλις τον είδε. Το πού θα ‘ταν καπετάνιος, δεν ήθελε ρώτημα.
 Άσε που ο Αρίδας έβλεπε μονάχα σαν τον έλεγαν ν’ ακούσει.

Ας έβλεπαν τα μάτια του και μέσα στο σκοτάδι της Κόλασης. Ας άκουγε το πέταγμα και του γκιόνη, αυτός έτσι φέρνονταν.
– Ετούτος είναι ο Αρίδας, είπε ο γιατρός στον ξένο. Αποφασίστε τι θα κάμετε.
– Ξέρεις τον τόπο καλά, παλικάρι μου; τον ρώτησε με ύφος προστατευτικό.
Κι ο Αρίδας βαθιά απορημένος:
– Τα μέρη γύρω και πέρα από τη Σιάτιστα;
– Ναι!
– Εγώ ξέρω τον τόπο πιθαμή προς πιθαμή, ως πέρα στο Μοναστήρι και
τα Τίρανα!
– Τότε φεύγουμε αμέσως! …


Στο κάτω πάτωμα του σπιτιού του γιατρού μια ομάδα Μακεδονομάχων μόλις απόσωνε το φαΐ  της. Κατεβαίνοντας τους πήρανε μαζί τους.
Μπροστά ο Αρίδας, καταπόδι ο καπετάνιος και πίσω απλωτοί κι αραδιασμένοι οι άλλοι. Σα φίδι γλιστρούσε απ’ ανάμεσά τους
ο βοριάς κι ανέμιζε τις κάπες τους. Βγήκανε έξω από τη Σιάτιστα.
Βλέπει ο Αρίδας απ’ τα υψώματα κάτω στον κάμπο φωτιές γύρω γύρω. Και λέει:
– Βλέπεις, καπετάνιε, κείνες τις φωτιές;
– Τις βλέπω. Τσομπαναραίοι θα ‘ναι …
– Όχι! Τι να κάμουν οι τσομπαναραίοι στον κάμπο τέτοια εποχή; Είναι κλεισμένοι στα μαντριά. Και τόσοι τσομπαναραίοι, πάλι;
Τούρκοι είναι καπετάνιε, στρατός. Μόνο ακολουθάτε …
Δώθε μπροστά έπρεπε να κάμουν.
– Κατά κει πέφτει, καπετάνιε, το χωριό που λέτε …
– Ναι, βέβαια, το ξέρω από το χάρτη!
– Περπατάτε! Περπατάτε! λέει ο Αρίδας και κάνει σε αντίθετη μεριά,
σε μια πλαγιά, πέφτει σε ρέμα, σκαρφαλώνει σε όχτη(3) – κι οι άλλοι ακολουθούν.
Μετά κάμποσες ώρες:
– Μπας κι έχασες το δρόμο; ρωτάει ο καπετάνιος άγρια. Πάλι γίνονται
ένα κουβάρι τα λόγια στο λαρύγγι του Αρίδα και σταματούν αυτού.
– Τι δε μιλάς, ωρέ; σκούζει ο καπετάνιος.
– Περπατάτε, περπατάτε, πριν ξημερώσει, καπετάνιε, να βγούμε από δω.


        – Ε! «τσ’ απεθαμένοι σου!». Μια ώρα είναι ο δρόμος για το χωριό, κάναμε τρεις, και λες φόβος να- μας ξημερώσει και να μη φτάσουμε; Και του δίνει μια με το μαστίγι!

Τον Αρίδα ούτε μικρόν δεν τον έκρουξε κανείς. Σ’ όλους τους δρόμους, σ’ όλα τα χάνια, Ρωμιοί και Τούρκοι κι Αρβανίτες ξέρανε την παλικαριά
του και οι πιο παλικαράδες φίλο ήθελαν να τον έχουν.


 Σαν αγρίευε μπροστά σε κάνα άδικο, όλοι παραμερνούσανε. Τώρα, θα πεις πώς τα πόρευαν μαζί του κείνοι που τους καβγάδες και
τα αίματα δεν αγαπούσαν; Που ήταν άκακοι σαν τ’ αρνιά κι ανήμποροι σαν τα μυρμήγκια;
Τούτοι ακόμα καλύτερα. Γιατί ο Αρίδας, σαν όλα τ’ αληθινά παλικάρια, είχε στην τιμιότητα σέβας, αγάπη στην αλήθεια και το δίκιο του άλλου το
προσκυνούσε σα Θεό. Κι ήταν ολότελα θαρρετοί μαζί του. Ο Αρίδας, σαν του ‘ρθε το μαστίγι στο παγωμένο πρόσωπο, στάθηκε μια κι έκαμε:
– Αααα!
Κι έπειτα, δίχως να νοιάζεται που τον πήραν τα αίματα, λέει:
– Βάρα, καπετάνιε, μα ακολούθα!
Τούτο πείσμωσε ‘κόμα περισσότερο τον καπετάνιο:
– Κοπρόσκυλο, λεφούσι(4) πού μωρέ στο διάβολο μας πας; Άλλη χτυπιά!
– Χτύπα, καπετάνιε! …. Όμως, μια χάρη να μου κάμεις, αν είσαι χριστιανός.
– Ποια μωρέ;
– Ν’ ακολουθάτε!
Όλος ο δρόμος του Αρίδα ήταν ξύλο και βρισιές. Ο Αρίδας μονάχα έλεγε:
– Βάρα, καπετάνιε! Μα ακολούθα …
Προτού χαράξει, βγήκανε σ’ ένα ψήλωμα. Εκεί ξαπόστασαν. Τους είχε κουράσει πολύ με τις «αρίδες» του (ποδάρες του), περνώντας τους
από κακοποτοπιές κι από χαλίκια στεγνού χείμαρρου, όπου ήταν άμαθα και άβολα τα πόδια τους.
Πήρε να φέγγει …
Ο καπετάνιος με τα κιάλια του κοίταξε κατά τον κάμπο, εκεί που φαίνονταν τη νύχτα οι φωτιές! Ήτανε όλος ο τόπος ζαπωμένος από τούρκικο
στρατό. Πώς θα μπορούσαν να περάσουν απ’ ανάμεσά τους;
– Δίκιο είχες, παλικάρι μου, είπε ο καπετάνιος στον Αρίδα. Συμπάθα με για το άπρεπο φέρσιμο!
Ήταν πολύ ταπεινωμένος και δεν κρυβόταν αυτό στον περήφανο καπετάνιο.
Μα στον Αρίδα, στο ματωμένο πρόσωπό του, ένα φως έφεγγε και μια περηφάνια όρθωνε το λευκαδίσιο(5) κορμί του ακόμα πιο πολύ.
Είχε νικήσει τον ίδιο τον εαυτό του, φάνηκε πιο παλικάρι απ’ την «παλικαριά».
Γιατί κάθε παλικαριά του ανθρώπου είναι παλικαριά της καρδιάς, ανθρώπινη παλικαριά.
Της ψυχής η παλικαριά είναι παλικαριά ηρώων και Θεών. Ταπεινά ταπεινά μίλησε:
– Τώρα, καπετάνιε, δε λέω άλλο «ακολούθα». Μπορείτε να πηγαίνετε, όπως το θέλει η αφεντιά σου …

Σημειώσεις:

1.Αρίδας ο αγωγιάτης: Το παρατσούκλι του απ’ τις μεγάλες «αρίδες» (ποδάρες) κι απ’ το επάγγελμά του.
Γεώργιος Κουτσώνας το όνομα και το επίθετό του, από τη Σιάτιστα της Δυτικής Μακεδονίας.
2. Η Σιάτιστα είναι κωμόπολη, όχι χωριό.
3. όχτη: όχθη, όχτος, μικρό ύψωμα γής.
4. λεφούσι: πολύς και συνθήθως άτακτος στρατός, άτακτο πλήθος.
5. λευκαδίσιο: ψηλό και λεπτό σαν λευκάδι.

Από το Βιβλίο:Παρασκευάς Μηλιόπουλος Ο Ασυμβίβαστος- Ο Παραμυθάς του Βοΐου.
Επιμέλεια Βιβλίου:Αλέξανδρος Μπακαΐμης