Οι Μάστορες και η συντεχνιακή συνθηματική γλώσσα τους: Τα Κουδαρίτικα


http://t1.gstatic.com/images?q=tbn:ANd9GcQyZQcntMsbyYHMNosJCdLE3lBihlKtnwUee5c9FhdeJP0uZ3Nk  Στη συνθηματική γλώσσα των κουδαραίων «αγκίδα» είναι η νεαρή, ωραία
γυναίκα (πιθανόν επειδή «αγγίζει» και τρυπάει τις αντρικές καρδιές η
ομορφιά της). Κουδαραίοι ονομάζονταν (από τους ίδιους) οι κτίστες και οι
τεχνίτες της πέτρας από τα ορεινά της Δυτικής Μακεδονίας και της
Ηπείρου-αυτοί που με τις κομπανίες τους έφταναν ώς τα πιο μακρινά μέρη
της Ελλάδας κι έχτιζαν σπίτια, σχολεία και εκκλησίες στα πέρατα της
Βαλκανικής.Τα Κουδαρίτικα (κούδα=πέτρα)
είναι η συνθηματική γλώσσα των “κουδαραίων” δηλαδή των κτιστών και των
Μαστόρων της πέτρας,τόσο στον Πεντάλοφο Βοΐου και γενικά στην περιοχή του Βοΐου , αλλά και στα άλλα
Μαστοροχώρια της Ηπείρου. Κουδαρίτικα με διαφορές απαντώνται και στα
Μαστοροχώρια της Κόνιτσας. Συναντώνται επίσης στους κτίστες των
Τζουμέρκων καθώς και στην Μακεδονία και στην Θράκη. Μετά τις απόκρεως
της Μεγ. Τεσσαρακοστής οι μαστόροι της Ηπείρου και των άλλων περιοχών
έφευγαν από τα χωριά τους για να βρούν εργασίας, ως επί το πλείστον κατά
“μπουλούκια”, ή “παρέες”.Στον
ανταγωνισμό τους με την κοινωνία, την εξουσία και το αφεντικό επινόησαν
τη συνθηματική γλώσσα, σα μέσο αμυντικό συγχρόνως και επιθετικό. Η
ανάγκη ενός γλωσσικού οργάνου για τις ιδιαίτερες συνεννοήσεις τους και
για τη λήψη αποφάσεων από κοινού για θέματα που τους αφορούσαν, αλλά και
σε κάποιες περιπτώσεις οι δέουσες συμβουλές και υποδείξεις του
πρωτομάστορα προς αυτούς που παρέβαιναν τους κανόνες της κτιστικής,για
διόρθωση κάποιου τεχνικού σφάλματος, παράλειψης ή κακοτεχνίας, που για
ευνόητους λόγους δεν έπρεπε να λάβει γνώση ο ιδιοκτήτης ή η απόκρυψη
επαγγελματικών μυστικών, αλλά και τα κοινά συμφέροντα, οι κοινοί μόχθοι
και τα κοινά βάσανα διαμόρφωσαν τις προϋποθέσεις και το κλίμα μέσα στο
οποίο αναπτύχθηκε ο μυστικός κώδικας επικοινωνίας, τα «κουδαρίτικα» ή
«μαστορι­κά».«Κούδα» στην επαγγελματική γλώσσα των πλανόδιων χτιστών
είναι η πέτρα και «κούδαρης» ο άνθρωπος της πέτρας, ο μάστορας, ο
χτίστης.



Τη
γλώσσα αυτή χρησιμοποιούσαν οι μάστορες για να  να συνεννοούνται μεταξύ
τους και να μην τους καταλαβαίνουν οι εκάστοτε εργοδότες και για  να
κρατούν στα κλειστά όρια της κοινωνίας τους την τέχνη τους.Τα
κουδαρίτικα  εκτός από τις αναγκαίες λέξεις περιέχουν και αρκετές  τις
οποίες χρησιμοποιούσαν για σάτιρα.Οι
συνθηματικές γλώσσες ήταν γνωστές και στην αρχαιότητα ανάμεσα στους
μύστες των Ελευσίνιων μυστηρίων, στους Ορφικούς και στους Πυθαγόρειους
φιλοσό­φους. Στην επανάσταση του 1821 και η Φιλική Εταιρεία
χρησιμοποίησε συνθηματική γλώσσα.Επίσης
οι γλώσσες αυτές γίνονται εργαλεία επικοινωνίας από μέλη διαφό­ρων
συντεχνιών και επαγγελματικών τάξεων (αρτοποιών, ραπτών, καλαντζήδων
κ.λπ.) φαίνεται δε ότι αναπτύχθηκαν κατά την Τουρκοκρατία και κοιτίδα
είχαν κατά το πλείστον την Ήπειρο. Γνωστοί εξάλλου είναι οι εμπειρικοί
γιατροί του Ζαγορίου, οι Κομπογιανίτες, που χρησιμοποιούσαν συνθηματική
γλώσσα.
Πρέπει
να αναφέρουμε εδώ ότι το αφεντικό τις περισσότερες φορές παρευρισκό­ταν
στο χώρο της δουλειάς και αυτό έκανε επιτακτική την ανάγκη
χρησιμοποίησης συνθηματικής γλώσσας. «Ο σφέλ’ς σταμεύει όλ’ τη ντένα στη
ράπου, δεν ξισέριτ’, γυαλίζει τους κουδαραίους, αν φοραδίζουν όρματ’
πραχάλα», δηλαδή: το αφεντικό κάθεται όλη την ημέρα στη δουλειά, δε
φεύγει, βλέπει τους μαστόρους αν κάνουν καλή δουλειά.


Συνέβαινε όμως κάποιες φορές το αφεντικό να γνωρίζει τα «μαστορι­κά» κι αν λέγανε
κακό λόγο γι’ αυτόν ή για την οικογένειά του κινδύνευαν να χάσουν τη
δουλειά και τα χρήματα.Χαρακτηριστικά
ήταν των μαστόρων τα πειράγματα, η ευφυολογία, η χονδρή σάτιρα και η
σκωπτική διάθεση στα οποία υπήρξαν αμίμητοι. Ακόμη μιλούσαν για τα
κορίτσια («αγκίδες») του χωριού ή και για τους συγγενείς («ανταμησάδια»)
του αφεντικού. «Φουράει όρματ’ η αγκίδα» λέγαν και εννοούσαν: είναι
όμορφη η κοπέλα και για κάποια άσχημη, αλλά πλούσια: «Τα κράνια
ορματέβουν την αόρματ’ αγκίδα», δηλαδή: τα χρήματα ομορφαίνουν την
άσχημη κοπέλα ή «Η μπαρέσιου δεν ξέσυρε μάνεμα για κουντό» όταν η κυρά
δεν έφερνε φαγητό για κολατσιό.Δεν
μπορούσαν βέβαια να κρύψουν και τις πονηρές σκέψεις για τα ωραία
κορί­τσια: «Φορούσε όρματ’ γκουζβίτσες η αγκίδα» που σήμαινε ότι η
κοπέλα είχε προκλη­τικά στήθη, έλεγε ο ένας και συμπλήρωνε ο άλλος:
«Μπέτζιο που φορούσε», δηλαδή ότι είχε καλίγραμμα οπίσθια, και ο πιο
χωρατατζής πρόσθετε: «Να μανέψουν σαρά­ντα κουρούτοι», να φάνε σαράντα
βλάχοι.Στο
σύνολό τους οι συνθηματικές γλώσσες είναι ένα περιορισμένο σύνολο
λέξεων, που συναποτελούν μια συμβατική φρασεολογία με τοπικές παραλλαγές
και με το συνοπτικό τηλεγραφικό τους ύφος δυναμώνει ο συνθηματικός τους
χαρακτήρας.Έτσι
και τα «κουδαρίτικα» είναι μια γλώσσα με φτωχό λεξιλόγιο, με λέξεις
που στο σύνολό τους δεν ξεπερνούν τις 500 και που αναφέρονται κυρίως
στις έννοιες του χρήματος, της τροφής, στις σχέσεις μαστόρων-ιδιοκτήτη,
στα οικοδομικά υλικά που χρησιμο­ποιούν καθημερινά καθώς και στη γυναίκα
και στις σεξουαλικές σχέσεις. Ήταν όμως υπεραρκετές για να συνθέσουν
φράσεις χρήσιμες για τη δουλειά τους, χωρίς να γίνονται αντιληπτοί από
τα αφεντικά τους έστω και αν παρίστανται στην ομιλία.Οι
κτίστες έγιναν γλωσσοπλάστες. Βρήκαν λέξεις, κυρίως ουσιαστικά και
λιγότερα ρήματα που μένουν στάσιμα σε πλήθος, πλουταίνουν όμως σε
νοήματα και έτσι ένα ρήμα το μεταχειρίζονται για να εκφράσουν πολλές
έννοιες. Επίθετα χρησιμοποιούν ακόμη λιγότερα, με βασικό το «όρματος»,
εκφράζοντας έτσι όλα τα επίθετα εκείνα που έχουν την έννοια του καλού.Σε
καθεμιά απ’ αυτές τις λέξεις έδωσαν την προσήκουσα έννοια,
χρωματίζοντάς την με διαφορετική σημασία απ’ αυτή του λεξι­λογίου,
δηλαδή συνθηματική, που εννοούσε άλλα απ’ αυτά που προφέρονταν. Οι
λέξεις περνούν από στόμα σε στόμα και ξεκαθαρίζουν. Θα γίνουν κοινό
κτήμα μόνο εκείνες που θα αστράψουν από δύναμη για να βαστάξουν γερά
κρυμμένη την έννοια που θέλουν.Έτσι
έχουμε δημιουργία λέξεων με μεταφορά. Παίρνουν μια λέξη από την
καθο­μιλουμένη που της δίνουν όμως άλλη σημασία, που έχει κάποια
ομοιότητα και αναλο­γία μακρινή με την κύρια σημασία ή εκφράζει κάποια
ιδιότητα της αρχικής λέξης π.χ. η λέξη «αγουγιάτες» είναι τα πόδια,
γιατί μεταφέρουν το σώμα, το βούτυρο το λένε «απαλούδ’», γιατί είναι
απαλό στην αφή, η νύχτα εκφέρεται ως «καλόηρους», γιατί είναι μαύρη σαν
τα ράσα του καλόγηρου, το κεφάλι το αποκαλούν «κουρφιάρ’ς», γιατί
βρίσκεται στην κορυφή του σώματος κ.λπ.Ακόμη
εντάσσονται λέξεις στο λεξιλόγιο των μαστόρων σα δάνεια από άλλες
συνθηματικές γλώσσες. Κάποια στιγμή ίσως, που άκουσαν τα μέλη μιας άλλης
συντε­χνίας να χρησιμοποιούν κάποια λέξη που δεν περιεχόταν στα
«κουδαρίτικα», τη δανείστηκαν και την ενσωμάτωσαν στο δικό τους
εκφραστικό μέσο, π.χ. ο «μπαρός» δηλ. ο αφέντης, ο νοικοκύρης πιθανόν να
προήλθε από το τσιγγάνικο baro = μεγάλος.Επίσης
παρατηρούμε αυθαίρετη γλωσσοπλασία με άγνωστη ετυμολογική ρίζα, π.χ.
«σφέλ’ς» = νοικοκύρης κ.ά. ή νεολογισμούς, π.χ. «αγκίδα» = κοπέλα ή
ακόμη και δανεισμό λέξεων από άλλα κράτη της Βαλκανικής, π.χ. «βόντα» =
νερό, «ζένα» = γυναίκα, «κόσβας» = παπάς κ.λπ. Σε κάποιες άλλες
περιπτώσεις έχουμε αντικατά­σταση αρκετών λέξεων που από την πολλή χρήση
τρίβονται, ξεθυμαίνουν και χάνουν τη συνθηματικότητά τους, με κάποιες
άλλες καινούργιες και φωτεινές.Στα
«κουδαρίτικα» βέβαια βρίσκονται σε χρήση και λέξεις της κοινής λαλιάς,
με την πραγματική τους σημασία, κυρίως άρθρα, επιρρήματα και αριθμητικά.Όσον
αφορά στη γραμματική και στο συντακτικό, η γλώσσα των μαστόρων
υπα­κούει γενικά στους νόμους της γλώσσας που χρησιμοποιείται στην
περιοχή. Σχετικά με το φθογγολογικό παρατηρούμε την αποβολή ατόνων
καταλήξεων π.χ. «κούδαρ(η)ς», «αβδάλ(ι)», «μανέψ(ει)», την
αποβολή των ενδιάμεσων ατόνων φωνηέντων, π.χ. «κουδαρίτ(ι)κα»,
«καρόφ(υ)λλου» και συχνή τροπή του ατόνου ε και αι σε ι, π.χ.
«αγουγιάτις», «ξισέρνιτι» κ.λπ.Σήμερα
τα οργανωμένα «μπουλούκια» των μαστόρων έχουν εξαφανιστεί και τα
«κουδαρίτικα» βρίσκονται σε αχρηστία, αφού οι λόγοι και οι συνθήκες που
τα επέβα­λαν σαν ανάγκη δεν υπάρχουν πια.
Στη συνέχεια παραθέτουμε ενδεικτικά ελάχιστο δειγματολόγιο από τον κρυπτογραφικό κώδικα των μαστόρων:

Λέξεις
αβδάλ’, το = το τυρί
αράζου = δίνω
ασπρούδ, το = το γάλα
βαλαζόν’, το = το πρόβατο
βλαστάρ’, το = ο αδελφός
γκαβιάζου = κτυπώ
γκουλιάτ’ς, ο = ο χωροφύλακας
θόδου, η = η ρακή
κάλου, η = η ασβέστη
καντζιουμέν’, η = η έγκυος
καρόφ’λλου, το = το τσιγάρο
καψάλα, η = η φυγή
κλωνάρια, τα = τα χέρια
κούφιου, το = το σπίτι
κράνια, τα = τα χρήματα
λαγός, ο = το παιδί
μάνο, το = το ψωμί
μακρινίτσα, η = δρόμος
μαλέτσ’κους, ο = ο μικρός
μπαζμάδ’, το = το γαϊδούρι
ντάρους, ο = ο γάμος
ξισέρουμι = έρχομαι, πηγαίνω, φεύγω
ράικους, ο = ο ήλιος
σαλούτου, η  = η δραχμή
στήσους, ο = ο τοίχος
στουρνάρια, τα = τα αυγά
τσλίζου = ομιλώ, γνωρίζω
φουράου = έχω, είμαι
Φράσεις
 
 
– Τσλίζεις τα κουδαρίτ’κα;
-Τα τσλίζου
-Φουράν ράπου οι κουδαραίοι στου σέλου σ’;
-Φουράν λίγ’ στ’ μακρινίτσα, οι άλλ’ σταμεύ’ν.
-Τι ντινιάτ’κου φουράτι;
-Ουγδοήντα σαλούτις τ’ ντένα.
-Τι μανεύιτι;
-Μανεύουμι μανό, μίχου, κούκκ’ς, νιρουπούλια κι τς πιρσότιρις ντένις πρασνάδια κι φουσκοκοίλια.
-Φουράτι όρματου μπαρό;
-Φουράμι πουλύ όρματον κι γι’ αυτό τ’ πραβίζουμι όρματον στήσου.
-Πότε θα καψαλίσουμι για του σέλου;
– Άμα σταμέψουμι, θα καψαλίσουμι δίχους άλλου, γιατί τώρα η ντένα μίκρινι κι όλου ταμπακίζ’.
-Θα ξισυρθώ στου σέλου να πραβίσου τα μαυρούδια μ’.
 
– Ξέρεις τα μαστορικά;
-Τα ξέρω
-Έχουν εργασία οι μαστόροι στο χωριό σου;
-Έχουν λίγη στο δρόμο, οι άλλοι κάθο­νται.
 
-Τι ημερομίσθιο παίρνετε;
-Ογδόντα δραχμές την ημέρα.
-Τι τρώτε;
-Τρώμε ψωμί, κρέας, κουκιά, ψάρια και τις περισσότερες μέρες λάχανα και φα­σόλια.
 
-Έχετε καλό αφεντικό;
-Έχουμε πολύ καλό και γι’ αυτό του φτιάχνουμε καλόν τοίχο.
 
-Πότε θα φύγουμε για το χωριό;
 
-Άμα τελειώσουμε, θα φύγουμε δίχως άλλο, γιατί τώρα μικραίνει η ημέρα και όλο βρέχει.
-Θα πάω στο χωριό να φτιάξω τα χωρά­φια μου.
 

Πυρσογιαννίτικο μπουλούκι στα Πωγώνια το 1932

Βιβλιογραφία

 
Οικονομίδης Δημ., «Τα κουδαρίτικατου Πετροβουνίου», περ. ΑΘΗΝΑ, τ. 64, (1960), σσ. 169-180.
 
Ρέμπελης Χαρ., «Κονιτσιώτικα», Αθήνα 1953, σσ. 350-356.
 
Σάρρος Δημ., «Περί των συνθηματικοί γλωσσών», Λαογραφία, (1923), σσ. 530-534.
 
Σούλης Χρ.. «Τα κουδαρίτικα των Χουλιαροχωρίων της Ηπείρου», Ηπειρώτικα Χρονικά, τ. 5 (1930), σσ. 161-168.
 
Πηγή: 
Συγγραφέας:
Γιάννης Καραμπούλας. Δημοσιεύτηκε στην «τρίμηνη πολιτιστική έκδοση Χάος
και Όψη», Ιούλιος, Αύγουστος, Σεπτέμβριος 1995, τεύχος 9, του Συλλόγου
Κυψελιωτών Άρτας (στην Αθήνα), «Ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός». 
Eνα ακόμα άρθρο που βρήκαμε σήμερα και κάνει αναφορά στην γλώσσα των μαστόρων .Οι μυστικες γλωσσες – τα κουδαριτικα

Τα κουδαριτικα


Η κ. Αντιγονη Τριγκα
Όταν τηνε γνωρισα εγω ηταν κιολας εξηνταρα, ωστοσο θελκτικη γυναικα και προπαντος επικινδυνα καλλιεργημενη.
Ζουσε
περιορισμενη ζωη στην Αριστη του δυτικου Ζαγοριου, οπου υπηρετησε επι
τριαντα χρονια ο αντρας της, ο γιατρος Αναστασης Τριγκας αλλα δεν
φαινονταν να ζηταει και κατι περισσοτερο από τη ζωη.
Της αρκουσε η
βιβλιοθηκη της, τα υγρα πρωϊνα στα μονοπατια της Πινδου και η γαληνη των
κορυφογραμμων. Τη γνωση που με τοση επιμελεια συνελεγε, την θεωρουσε ως
ειδος πρωτης ψυχικης αναγκης και δεν εδινε δεκαρα αν θα μπορουσε να
χρησιμευσει σε κατι πιο πρακτικο.
Πολύ απλα, ηταν γεννημενη για να μαζευει λεξεις, όπως τα εντομα είναι καμωμενα για να μαζευουν νεκταρ.
– Εγω ειμαι σαν τις μελισσες που, αν δεν φτιαξουν μελι, πεθαινουν

Η
κ. Αντιγονη Τριγκα καταγονταν από τη Βιβιανη της Κονιτσας. Ειχε
δουλεψει για ένα διαστημα ως δασκαλα, σ’ ένα από τα ονομαστα ιδιωτικα
σχολεια της Θεσσαλονικης αλλα μετα που παντρευτηκε τον Αλεξανδρο Τριγκα,
παρατησε τη δουλεια της και τον ακολουθησε στην Αριστη, για να ζησει
δια παντος στη σκια του.
Στο χωριο, την αποκαλουσαν: η Αντιγον’ τ’Τριγκα – ή απλως: η χηρα του γιατρου.

Ο λογος που με εφερε κοντα της, ηταν η εμμονη μου με τις μυστικες γλωσσες.
Απ’
ότι με ειχαν πληροφορησει συνταξιουχοι εκπαιδευτικοι των Ζαγοριων, η
Αντιγον’ τ’ Τριγκα ηταν η μονη ισως σε ολο το Ζαγορι, που ειχε ασχοληθει
συστηματικα με δαυτες και προφανως η πιο καταλληλη για να λυσει τις
αποριες μου.

«Τα μαστορικά ή κουδαριτικα», λεει η Αντιγονη, «ηταν η μυστικη γλωσσα των μαστορων της πετρας.
Κουδαρ΄ς ονομαζεται ο μαστορας και κουδα είναι η πετρα.
Τον
παλιο καιρο οι κουδαραιοι αποτελουσαν ένα ειδος συντεχνιας. Οι
κουδαραιοι της Ηπειρου, που ησαν οι πιο ονομαστοι μαστοροι της πετρας,
σε όλα τα Βαλκανια, οργανωναν ομαδες, τα μπουλουκια ή παρεες και εφευγαν
απ τα χωρια τους μετα το τελος της Αποκριας, για να παν’ να σηκωσουν
γεφυρια, εκκλησιες και κουφια οπουδηποτε τους πληρωναν.
Κουφια ονομαζονται στα κουδαριτικα, τα σπιτια.

Η
περιπλανηση των μαστορων βαστουσε ως τον Νοεμβριο περιπου, οποτε
επεστρεφαν στις εστιες τους, κουβαλωντας δωρα για τις οικογενειες τους,
χρυσαφι για τους ιδιους και πολλες ιστοριες που ειχαν μαζεψει οσον καιρο
τριγυριζαν εδώ κι εκει. Αλλωστε το φθινοπωρο η ντενα μικραινει και οι
μεγαλες νυχτες του χειμωνα προσφερονται για ονειρα και για παραμυθια.
Ντενα είναι στα μαστορικα, η μερα…»

 
Οι μυστικες γλωσσες
«Ζουμε
σε μια εποχη οπου το μυστικο, το ανειπωτο, το ιερο εχουν πλεον
εξαφανιστει από την καθημερινοτητα μας. Τα παντα προσφερονται σε κοινη
θεα. Αισθηματα, ενοχές, επιθυμιες, ποθοι, ιδεες, ψυχες και σωματα,
εκτιθενται στα ματια ολλωνων, όπως τα προϊοντα στα ραφια των σουπερ
μαρκετ. Ακομα και οι πιο μυχιες, οι πιο ανομολογητες πλευρες της ζωης
μας, πωλουνται κοψοχρονια στις τηλεοπτικες υπεραγορες
Ζουμε στον καιρο της Μεγαλης Βιτρινας…

Εμενα
όμως μ’ αρεσουν οι μικρες διαστασεις. Τα μικρα σπιτια, οι μικροι κηποι,
οι κρυφες γωνιες, το σκιερο περιστυλιο της πραγματικοτητας. Αγαπω τους
ανθρωπους που είναι δυσευρετοι, σπανιοι, δυσαναγνωστοι. Με ελκουν τα
προσωπα που ξερουν να κρυβουν τα μυστικα τους, τα ματια που υποσχονται
διαρκεις εξερευνησεις σε αχαρτογραφητες ηπειρους.
Και αναζητω τις μυστικες γλωσσες.
Τα κρυφα περασματα της Ιστοριας, τις υποσχεσεις για μια μυστικη Ενωση που δεν πραγματοποιηθηκε ποτε…

Γι
αυτό ισως και να δειχνω τετοια εμμονη στο να ερευνω τις κρυφες γλωσσες
των ανθρωπων, τις ιδιολεκτους που δεν λαλουνται πια, τις νεκρες
προσδοκιες.
Τα μαστορικά ηταν μια τετοια γλωσσα.
Υπαρχουν όμως και άλλες.
Για
παραδειγμα, τα μπουκουραιϊκα, που ηταν η συνθηματικη γλωσσα των
ραφταδων της Ηπειρου ή τα ρομκα, που ηταν η συνθηματικη γλωσσα των
γυφτων.

Παντου οπου αναπτυχθηκε μια
συνεκτικη κοινωνικη ομαδα, που για τον αλφα ή βητα λογο αναγκαστηκε να
ζει στο περθωριο μιας κοινωνιας, υπο συνεχη επιτηρηση και ενδεχομενως
υπο κατατρεγμο, θα δεις ότι γεννηθηκε και μια συνθηματικη γλωσσα, που
μιλιοταν από τα μελη της περιθωριακης ομαδας, ερημην των ξενων.

Οι
κουδαραιοι ησαν αναγκασμενοι να διαβιουν το μεγαλυτερο μερος της ζωης
τους ως ξενοι και μαλιστα υπο επιτηρησιν ξενοι. Αναζητουσαν δουλειες σε
όλα τα Βαλκανια και τα αφεντικα σπανιως εδειχναν απολυτη εμπιστοσυνη,
τοσο για την ποιοτητα της δουλειας οσο και για την υπακοη τους στα ηθη
και στα εθιμα της κάθε περιοχης.
Τα μπουλουκια ησαν πολυπληθεις ομαδες.
Εξον
από τον πρωτομαστορα και τους μαστορους, που αναλαμβαναν το σχεδιο και
την οικοδομηση του κτισματος, υπηρχαν στην ομαδα και οι καλφες, δηλαδη
οι μαθητευομενοι, οι φουραδιαρ΄δες δηλαδη οι ξυλουργοι, οι
μαρμαρογλυπτες και ένα σωρο αλλες ειδικοτητες.
Οι περισσοτεροι απ
αυτους ησαν νεοι και ακμαιοι ανδρες, που φυσικα αποτελουσαν θανασιμο
κινδυνο για την αρετη των εντοπιων γυναικων και για την τιμη των συζυγων
τους. Τα αφεντικα ή οι επιστατες τους, τους ειχαν υπο διαρκη
επιτηρησιν, με συνεπεια οι επιτηρουμενοι να αναπτυξουν τη δικια τους
μυστικη γλωσσα, όπως μυστικα κρατουσαν και τα ονειρα τους…»

 

Η τροφη

«Η
γλωσσα των μαστορων ηταν καταρχην μια γλωσσα αναγκης, συνεπως περιειχε
λιγες σχετικα λεξεις, γυρω στις 500, που εστιαζονταν κυριως στις τρεις
βασικες αναγκες της ζωης.
Την τροφη, την εργασια και τον ερωτα…


Εξον από το ντ’νιατικου δηλαδη το ημερομισθιο, που το αφεντικο ειχε την
υποχρεωση να το πληρωνει σε νομισμα, οι μαστοροι δικαιουνταν και την
καθημερινη τους τροφη
Το μαγειρεμα το αναλαμβανε συνηθως η μπουρεσιου, δηλαδη η αφεντικινα, μαζι φυσικα με τις υπολοιπες γυναικες του σπιτιου.

Οι
μαστοροι ειχαν τη φημη ανθρωπων που ετρωγαν πολύ, γι αυτό και στα μερη
μας μπορεις ακομα να ακουσεις την παροιμια: «τρωγει σαν μαστορας».
Η
καλωσυνη και η γενναιοδωρια του αφεντικου κρινονταν και από την ποιοτητα
της τροφης που προσφερε στο μπουλουκι, οσον καιρο θα εργαζονταν για να
ολοκληρωσουνε το εργο.

Μια από τις
πρωτες ερωτησεις των κουδαραιων, προς αλλους μαστορους, όταν
επισκεπτονταν έναν τοπο, ηταν “Τι μανο φουραει ο μπαρος, στου σελου?”
που σημαινει τι σοϊ φαγητο προσφερει ο αφεντικος στο χωριο σας?
Αν τα
γευματα αποτελουνταν κυριως από νιρουπουλια κι μιχου δηλαδη ψαρια και
κρεας, τοτε ελεγαν ότι “φουραει ορματ’ ο μπαρος” δηλαδη είναι σωστος ο
αφεντικος.
Αν όμως “η μπαρεσιου φουραει ολου κουκ΄ς, πρας΄ναδ΄ς κι
φουσκοκοιλια” δηλαδη αμα η αφεντικινα εφερνε ολο κουκια, λαχανα και
φασολια, τοτε κι οι μαστοροι αρχιζανε τα τσιρικουμα και τα πασαρια ηγουν
τις κλεψιες και τα ψεμματα…

Ο
προπαππος μου, ο Αθανασιος Κουδαρης, από τη Σιατιστα, εργαζονταν σε
τετοια μπουλουκια μαστορων και ειχε οργωσει τα Βαλκανια, τον καιρο ακομα
που δεν ειχαν οριοθετηθει συνορα μεταξυ των εθνικων κρατων αλλα
ολοκληρη σχεδον η χερσονησος του Αιμου, πλην από το νεαρο Ελληνικο
κρατος, ανηκε στην Οθωμανικη αυτοκρατορια.
Μπορω να σου δειξω ένα
σημειωματαριο που κρατουσε από μνημης ο Αθανασιος Κουδαρης και που όταν
επεστρεφε στη Σιατιστα, εβανε τον γκοτβα δηλαδη τον παπα να του το
γραφει καθ’ υπαγορευσιν, επειδη ο ιδιος δεν ηξευρε γραμματα.
Σε σχεση
με την τροφη, ο προπαππος μου εχει σωσμενον ένα διαλογο, που μπορεις να
τον παραθεσεις κι εσυ στο κεμενο σου, αν σου αρεσει.
Ο διαλογος
προφανως ελαβε χωρα όταν ο Αθανασιος σε καποιο από τα ταξιδια του,
συναντησε εναν συντοπιτη του μαστορα και οπως το συνηθιζαν στα σιναφια,
ζητησε να παρει πληροφοριες, για το τι καπνο φουμαριζαν τα εκει
αφεντικα.

 
Ρωταει λοιπον ο Αθανασιος τον συμπατριωτη του.
– Φουραει ορματ’ ο μπαρος, κουδα μ’
[μτφρ. Εχετε καλον αφεντικο μαστορα?]

Α, μπα… Βασμενους μας εχει ου τσιρκουματης. Ολο ραπου και κουλουβο
τιποτις. Κι η μπαρεσου δεν αραζι ντιρλικωμα. Κραβισι μουρη λιγου
μισσιους, μιαν ασπρουδα, κανα νιρουπουλ, έναν τροχο…Μονε πρασ’ναδες κι
δρουτσιλες κι φουσκοκοιλια, η νιθερου. Μας παει το καριεβουνου,
συννιφου…
[μτφρ. Α, μπα… Του θανατα μας εχει ο αρχιτσιγγουναρος.
Ολο δουλεια κι από μεροκαματο τιποτα. Κι η αφεντικινα δεν μας διδει να
φαγωμε, σωστα. Φερε μωρη λιγο κρεας, λιγο γαλα, κανα ψαρι, κανα κρασι…
Μονο χορταρικα και φακες και φασολια, η μουλαρα. Μας παει το κλασιμο
συννεφο…]
– Αμ ιγω ξισερνω πισου στου σελλου, κουδα μ’ να μανουριασου
στουρναρις κι μπουλοβουκαντζια, να γυαλισ’ και την πιλικουδα μ’ που χου
να την μπραχαλιασω, ενινηντα καλογηρους
[Αμ’ εγω γυρναω πισω στο
χωριο μου, μαστορα. Να φαγω κοκκορους και βοϊδοκοίλια και να δω και την
κοπελα μου, που εχω να την χαϊδεψω ενενηντα νυχτες…]

Η
κοπελα του ηταν η προγιαγια μου, η Ισμηνη Ντρουνια η οποια εζησε μια
ζωη στη σκια του αντρα της, ακουοντας τα παραμυθια που τις εφερνε από
τις μεγαλες περιπλανησεις του, όπως κι εγω εζησα δια παντος στη σκια του
γιατρου Αλεξανδρου Ντρινια, του αντρα μου.
Δεν το μετανοιωσα.
Δεν ξερω αν το ειχε μετανοιωσει η Ισμηνη…»

Αν δεν με ξεγελουσε η καχυποψια μου, ενα βαρυ συννεφακι σκεπασε αιφνης το τοσο καθαρο προσωπο της κας Αντιγονης Τριγκα….
 
 
Ο Ερωτας

Ο ερωτας στον καιρο των μαστορων
«Ο
ερωτας» λεει η κ. Αντιγονη Τριγκα, «διαδραματιζε καιριο ρολο στη ζωη
αυτων των περιπλανωμενων τεχνιτων, όπως φαινεται και από τον πλουτο των
συνθηματικων λεξεων, που ειχαν επινοησει για να εκφραζουν τους ποθους
τους, χωρις να τους παιρνουνε ειδηση οι νομιμοι κατοχοι των γυναικων.

Ένα προχειρο γλωσσαρι, που μπορω εδώ να σου δωσω από μνημης, είναι γεματο από τετοιες απαγορευμενες λεξεις…
Αγκιδα
ονομαζονταν η γυναικα. Αν ηθελαν να πουνε για καποιαν πως ηταν ομορφη,
χωρις να τους καταλαβει ο αντρας της, ελεγαν “φουραει ορματ’ η αγκιδα”.
Τα πλουσια στηθη τα αποκαλουσαν γκουζβιτσια ή μπουκλις
Και τα ωραια οπισθια ντιαντιους
Τα ρηματα σκαπιζου και τρουγγιζου σημαινουν τα γενετησια πραξη, τη συνουσια.
Καντζιου ειναι το γκαστρωμα.
Το
να κατζιωσεις την κορη του μπαρου, δεν ηταν κι ότι καλυτερο μπορουσε να
συμβει σ΄έναν κουδα και συχνα τα μελη της συντεχνιας ειχαν να διαλεξουν
αναμεσα στο να παντρευτουν την εγκυμονουσα ή να εξαφανιστουν.
Συνηθως
διαλεγαν το δευτερο αλλα μετα δεν θα ξαναπατουσαν <στου σελου>
δηλαδη στο χωριο, ουτε αυτοι, ουτε κανενας άλλος από το ενοχο σιναφι.
Ο ερωτας των περιπλανωμενων ηταν κατά κανονα εξοριστος.

Συνδεμενος με την ερωτικη ζωη των κουδαραιων ηταν και ο θεσμος των νυμφων της μιας νυχτας.
Οι
νυμφες της μιας νυχτας ησαν ορφανες κοπελες, που στερουνταν προστασιας.
Ζωντας κι αυτές στο περιθωριο της κοινωνικης τους ομαδας, προσφεραν τον
εαυτο τους σε περιπλανωμενους μαστορους, πραματευταδες και παζαρτζηδες,
για οσον καιρο αυτοι επρεπε να παραμεινουν στον τοπο. Μετα το περας της
εργασιας, που μπορουσε όμως να κρατησει για μηνες, ο αντρας εφευγε
πληρωνοντας στην κοπελα την εκ των προτερων καθορισμενη αμοιβη.
Δεν
προκειται ακριβως για πορνεια, αφου οι νυμφες της μιας νυχτας
αναλαμβαναν όλα τα χρεη μιας καλης συζυγου, επλεναν, σιδερωναν και
μαγειρευαν για τον προσκαιρο συζυγο τους, απλως η γαμηλια σχεση τους
ειχε ημερομηνια ληξεως.
Εξον αυτου, ο θεσμος ηταν ευρεως
αναγνωρισμενος τουλαχιστον στη βορεινη Ελλαδα και στις νοτιοσλαβικες
χωρες, οι περισσοτερες δε από τις κοπελες αυτές ησαν Βουλγαρες ή
Ρουμανες, που ζουσαν τοτε στη Μακεδονια, στην Ηπειρο και στη Θρακη.
Όταν
συγκεντρωναν το ποσο που τους χρειαζονταν για να φτιαξουν μια μικρη
προικα, συνηθως παντρευονταν και ζουσαν ως κανονικες κυριες, αν
θεωρησουμε βεβαια ότι η ζωη μιας κυριας, είναι η ζωη της παντρεμενης…

Στα
σημειωματαρια του προπαππου μου, υπαρχει μια πολύ γαργαλιστικη ιστορια,
για έναν νεαρο μαστορα που αφησε εγκυο μια τουρκοπουλα.

– Τι πραβιζ’ς κουδα μ’
[μτφρ. Πως τα πας μαστορα?]
– Ξισερνου στα Ντουκανα, να μανεψου τα κρανια
[μτφρ. Πηγαινω στα Γιαννενα, να φαω τα λεφτα που μαζωξα]
– Ιγω νταρευουμι
[μτφρ. Εγω παντρευομαι]
– Αμαν!
[μτφρ. Αμαν!]
– Καντζιωσα μια μιλιοπουλα και μ΄εβανε ο μιλιους την κουφιογιαννουλα στου κορφιαρ’ Τι ξιφλας, μ’ λεει: Νταρεμενους ή βασμενους?
[μτφρ. Γκαστρωσα μια τουρκοπουλα και μου εβανε ο Τουρκος το μαχαιρι στο κεφαλι. Τι λες, μου λεει: παντρεμενος ή πεθαμενος?]
– Φουραει ορματ’ η πιλικουδα?
[μτφρ. Είναι τουλαχιστον ομορφη η κοπελα?]

Μωρε φουραει μπουκλις να μανεψουνε σαραντα κουδες αλλα ιγω ειμι να
ξισερνου με το σ΄ναφι στ’ μακρινιτσα και να χου φανουρου του βλαχ’κου
[μτφρ.
μωρε εχει κατι βυζακια να φανε σαραντα μαστόροι αλλα εγω ειμαι για να
γυρναω στους δρομους με το σιναφι και να εχω για λαμπα το φεγγαρι]
– Ετσι π’ τα καμες ωρε μπορνοβουλου, σταμιβε τωρα στου κουφιου, να μανουρευεις τα λαγουλια.
[μτφρ. Ετσι που τα καμες ωρε βοϊδοπουλο, κατσε τωρα στο σπιτι, να ταϊζεις τα παιδια σου]
– Αχχχχ
[αμεταφραστο σε ολες τις γλωσσες του κοσμου]

 
 
Η μυστικη ζωη της Αντιγονης
Μιλωντας
για την ερωτικη ζωη των μαστορων, η Αντιγονη φαινονταν ελαφρως
συγχισμενη. Δεν ηταν λιγες οι στιγμες, οπου διεκοπτε τη ροη του λογου
της, για να κρυφοκοιταξει εξω από το παραθυρο, εκει οπου απλωνονταν τα
μυστηριακα οροπεδια της Βορειας Πινδου.

«Ζαγορι», μουρμουρισε «είναι σλαβικη λεξη. Σημαινει: τοπος πισω από τα βουνα.
Τα
μερη εδώ, εκπεμπουν μια παραξενη ενεργεια. Σαν να μην εχει πεθανει
εντελως το παρελθον. Οι ιστοριες των περασμενων ανθρωπων, οι τρομοι
τους, οι ερωτες τους, τα φαντασματα τους, δεν χανονται ποτε
ολοκληρωτικα. Είναι σαν οι ψυχες των ανθρωπων να χωνευονται μεσα στο
απεραντο στομαχι των βουνων και να ζουν μια άλλη ζωη, εγκλωβισμενες στα
σκοταδια της γης. Καπου-καπου όμως ξαναβγαινουν στην επιφανεια…

Τον
αντρα μου τον αγαπησα οσο πιο βαθεια μπορει ν αγαπησει ανθρωπος, τον
ανθρωπο. Του αφοσιωθηκα εξ ολοκληρου. Μπορω να σου πω ότι εζησα ως ένα
κομματι από το πλευρο του.
Ωστοσο υπηρξαν στιγμες που…»

Σηκωνεται
από τον σοφα, οπου συζητουσαμε ηρεμα ως τοτε, πινοντας τα καφεδακια
μας και αφηνει την ψυχη της ελευθερη να σεργιανισει στα βουνα.

«Θα σε παραξενεψει» μουρμουριζει «το τι εννοω εγω προδοσια…»
Και μετα σκαει στα γελια.
«Θα σου πω τωρα μια ιστορια. Μια ιστορια που εχει να καμει με το δικο μου μυστικο
Πριν
γνωρισω τον Αλεξανδρο Τριγκα, ημουν δασκαλα. Μαυρουδιαρα στη γλωσσα των
μαστορων. Μονο που τα μαυρουδιαρικα δηλαδη τα βιβλια και οι ιστοριες
που γραφονταν μεσα στα βιβλια, ηταν για μενα οι άλλες κορυφογραμμες της
ζωης.
Ο Αλεξανδρος, όπως και ο προπαππος μου ο πρωτομαστορας
Αθανασιος αντιλαμβανονταν τη ζωη μεσα σπο την προσωπικη τους δραση μεσα
στον κοσμο. Εγω αντιλαμβανομουν τη ζωη μεσα από την εξιστορηση της
δρασης αλλων ανθρωπων. Η σχεση μου με τα βιβλια ηταν η σχεση ενός
αναπηρου πρωην χορευτη, με τον χορο.
Εβλεπα τις περιπετειες τους και τις ζουσα δι αντιπροσωπου.
Αυτό όμως το φευγιο από τον αληθινο κοσμο, με ειχε τρομαξει.
Ποια
ημουν εγω, που αρμενιζα τις Νοτιες θαλασσες διαμεσου του Ρομπερτ Λιουϊς
Στηβενσον, που εγκληματουσα διαμεσου του Ντοστογιεφσκυ και που ανεβαινα
τον ρου του Αξιου, διαμεσου των μυστικων περασματων των καραβανιων?
Τι
νοημα ειχε η ζωη μου, όταν εχτιζα πετρινα γεφυρια παρεα με τα
σημειωματαρια του προπαππου μου, αντι πραγματικα να ματωνω τα χερια μου
στις πετρες?

Ξερεις, πως οι πρωτομαστορες,
προκειμενου να στεριωσει το κτισμα, θυσιαζαν ένα ζωντανο πλασμα. Αλλοτε
εθαβαν στα θεμελια έναν <στουρναρη> δηλαδη εναν κοκκορα και αλλοτε
την αγαπημενη τους γυναικα, αναλογα ισως με το ποσο σημαντικο ηταν το
εργο για τους ιδιους.

Ο τροπος που πηγαινα εγω να χτισω τη ζωη μου ητανε περα για περα λαθος.
Δεν ζεις δι’ αντιπροσωπων.
Ενιωθα
λοιπον ότι κατι θα επρεπε να θυσιασω για να στεριωσω τα γεφυρια μου
μεταξυ της φαντασιας και της πραγματικοτητας. Κι αυτό που οφειλα να
θυσιασω ηταν ότι αγαπουσα περισσοτερο – εκεινη τη νεραϊδογεννημενη
Αντιγονη.

Όταν γνωρισα τον αντρα μου, θαυμασα τη ρωμαλεα βουληση
του για Ζωη. Ο Αλεξανδρος Τριγκας, δεν ηταν ενας απλος γιατρος που
φιλοδοξουσε να καμει καριερα.
Ηταν ενας ιεραποστολος της Ζωης.
Αν
εγω ως τοτε, ακροβατουσα με το ένα ποδι μου χωμενο περαγια περα στη
φατνασια, αυτος πατουσε και με τα δυο του ποδια γερα στην
πραγματικοτητα.
Στο
Συμπαν, ελεγε ο Αλεξανδρος, υπαρχει μονο μια σταθερα – η ταχυτητα του
φωτος. Στο ανθρωπινο συμπαν όμως, η μονη σταθερα που μπορει να
αναγνωρισει κανεις είναι η Ζωη.
Οτι προωθει τη ζωη είναι καλο.
Οτι την αντιμαχεται είναι σκαρτο…

Αγαπησα
τη βουληση του για ζωη, την απλοτητα των αξιων του και την δυναμη του
να ξεπερνα κάθε αντιξοοτητα προκειμενου να πραξει ότι πιστευε πως ηταν
σωστο να πραξει.
Σ’ αυτόν θυσιασα την Αντιγονη μου.
Στα δικα του θεμελια, εθαψα έναν εαυτο που με τρομαζε.
Τον εκαμα το γεφυρι μου για να σεργιανισω στον κοσμο.
Και ξερεις, δεν το μετανοιωσα.
Το γεφυρι μας στεριωσε…

Γνωριζεις
όμως οτι στους θρυλους των μαστορων λεγεται και κατι ακομα. Λεγουν πως
αν θαψεις στα θεμελια ένα αγαπημενο πλασμα, στεριωνει μεν το γεφυρι αλλα
ο θρηνος του θαμμενου μπορει καποιες νυχτες να ξεφυγει από τα βαθη της
πετρας.
Και να σε ξαναβρει!
Τον αντρα μου τον αγαπησα με παθος και, συμφωνα με τους νομους των ανθρωπων, ισως και να μην τον προδωσα ποτε.
Όχι όμως με τους νομους των φαντασματων…
Αυτή η νεαρη και νεραϊδογενητη μαυρουδιαρα, που καποτε εθαψα βαθεια στα θεμελια της νεας μου ζωης, δεν ειχε πεθανει εντελως.
Καποιες
νυχτες ξετρυπωνε από τα εγκατα της γης και ερχονταν να μου θυμισει τις
μυστικες γλωσσες που τοσο ευσυνειδητα ειχα προσπαθησει να αφησω πισω
μου…

Θυμαμαι μια τετοια νυχτα, λιγο καιρο μετα που ειχα γεννησει το δευτερο μας παιδι.
Ο Αλεξανδρος κοιμοτανε αμεριμνος, όπως και το μικρο μας βρεφος, που η ανασα του ακουγονταν γαληνια πλαϊ στο συζυγικο κρεβατι.
Εγω όμως δεν ειχα γαληνη.
Εξω
από το γλυκο μας κουκουλι, λυσομανουσε η ανοιξιατικη εκρηξη των βουνων.
Η τσουχτερη ψυχρα δεν ηταν ερκετη για να καταλαγιασει τη ζωϊκη ζεστα,
που ειχε αρχισει να τσουρουφλιζει τα ζουζουνια και τα σωματα των
κοριτσιων. Ηταν σαν να ακουγα κρυφα μεσα στο σκοταδι, τον θορυβο που
καμουν τα νυχτοπουλια όταν ζευγαρωνουν. Και παραπερα, πισω από τα αρχαια
περασματα των βουνων, ακουα τις αλλοτινες κραυγες των καραβαναρηδων,
καθως οδηγουσαν τα αλογα τους, φορτωμενα υφασματα και ποθους, στα χανια
της Βοσνιας…
Η θαμενη Αντιγονη, η ερωμενη των ξωτικων, αποκτησε
αξαφνα σαρκα και αιμα. Κι ηρθε να μου ξυπνησει τους ποθους που νομιζα
από καιρο καταλαγιασμενους.

Το
κορμι μου καιγονταν. Μου ηταν αδυνατο να επιβληθω σε κεινη τη ρωμαλεα
ανοιξη των χυμων και να παραμεινω ησυχη διπλα στον αντρα μου και στα
παιδια μου, ωσοτου να ξημερωσει και να ξεχαστουν τα τρομερα φαντασματα
του σκοταδιου.
Βγηκα από τα ζεστα και ασφαλη μας σκεπασματα, αθορυβα σαν νυχτεριδα.
Παρα το ανοιξιατικο κρυο, ημουνα μουσκεμα στον ιδρωτα.
Εριξα
προχειρα πανω μου ένα πανωφορι και πεταχτηκα εξω από τους τοιχους του
σπιτιου μας,ποιυ ξαφνικα μου φαινονταν σαν τοιχοι φυλακης.
Εστησα αυτι να ακουσω τις μακρινες μου φωνες.
Ναι, ημουνα σιγουρη – κι ακομα ειμαι, πως όλα αυτά δεν ησαν καθολου ένα παιχνιδι των αισθησεων.

Λιγο
πιο περα από τις καθημερινες μας ζωες, στα παλαια μονοπατια των
καραβανιων και των μαστορων, μια άλλη ζωη λαβαινε χωρα. Μια αγρια και
ιερη τελετη της Ανοιξης, στη οποια συμμετειχαν οι σκιες ολων αυτων των
προσωπων και των ποθων και των χαμενων οραματων, που οι ανθρωποι θαβουμε
βαθεια μεσα μας, για να μην μας καταπιουν.
Και τοτε ητανε σαν να κοπηκε ο νους μου.
Δεν υπηρχε πια η κυρια Αντιγονη του Τριγκα.
Δεν
υπηρχε κανενα ονομα, κανενας προσδιορισμος. Ημουνα ολοκληρη σαρκα.
Ημουνα το ιδιο φασματικη και απροσδιοριστη, όπως η νεαρη δασκαλα που
ζουσε τη ζωη μεσα από τα φαντασματα της.
Οι αξονες που με κρατουσαν δεμενη στην καθημερινοτητα, διερραγησαν.

Αρχισα
να τρεχω μουγκριζοντας σαν μαιναδα, προς την κατευθυνση οπου ακουγονταν
οι φωνες των καραβαναρηδων. Δεν ειχα βανει ουτε παπουτσια και τα γυμνα
μου πελματα ξεσχιζονταν στις αγριαδες του δρομου. Αλλα δεν καταλαβαινα
ουτε πονο, ουτε κουραση, ουτε τιποτα. Ουρλιαζα και αλυχτουσα σαν
ξαναμενη σκυλα.
Πρεπει να εφτασα ως τη γεφυρα, κατω στο ποταμι.
Κι εκει αναμεσα στους βαρεις κορμους των πλατανων, ξεκρινα τις φωτιες και τους χορους.
Ανθρωποι
χωρις προσωπα, ανδρες και γυναικες, αγωγιατες, μαστοροι της πετρας,
νεραϊδες, παραγιοι και τραγουδισταδες αγκαλιαζονταν και ενωνονταν σε μια
περαν κάθε λογικης ιεροτελεστια, σε έναν βεβηλο και κτηνωδικο χορο,
οπου τα σωματα ειχαν τον πρωτο και τον μοναδικο λογο.
Κανεις δεν
ηξερε ποιος ή ποια ηταν διπλα του, κανεις δεν ανανγνωριζε ποια χερια
εγδερναν μανιασμενα τη σαρκα του. Ηταν σαν να ειχαν διαλυθει τα ορια του
Χρονου και να ενωνονται εναλλαξ οι ζωντανοι με τους πεθαμενους, οι
παρακατιανοι με τους κυριους, οι κακομουτσουνοι με τους ομορφους. Ηταν
σαν κάθε τι που ειχε ζησει μια φορα απανω σ αυτή τη γη, να ξαναζουσε για
παντα.
Μυριζες φωτια, σπερμα και λιβανι.
Ηταν η μαγικη και Υπερτατη στιγμη μιας αλλης παρουσιας, οπου η ζωη εγκαθιδρυε οριστικα τη Νικη της απανω στον θανατο.
Πεταξα το πανωφορι μου και ετσι γυμνη από ονοματα και από προσδιορισμους ριχτηκα στο Ιερο Οργιο.
Δεν ημουν πια μια μυστικη γλωσσα.
Ημουν
η ιδια η γλωσσα μου και όλα τα πλασματα γυρω μου, ηξεραν παλι να
μιλησουν αυτή τη μια και μοναδικη λησμονημενη γλωσσα, που μιλιοτανε στην
Πλαση πριν από τον καιρο της Βαβελ…

Με βρηκανε το πρωί μισολιποθυμη, να σερνομαι στις οχθες του Βοϊδοματη.
Τα
ποδια μου και ολο το κορμι μου ηταν γεματο μελανιες κα;ι
γραντζουνισματα. Σαν να με ειχαν δαγκωσει εκατονταδες στοματα. Σαν να με
ειχαν ρουφηξει εκατονταδες χειλη. Σαν να ειχα απεκδυθει οσα ημουν πριν
και οσα θα ημουν μετα.
Με περιεθαλψε ο αντρας μου, που απεφυγε να καμει το παραμικρο σχολιο.
Πολυν
καιρο μετα και αφου πια ειχα ξαναγυρισει στην γνωστη Αντιγονη του
Τριγκα και όλα πηγαιναν ρωλοϊ στην καθημερινη συμβιωση μας, εκαμε μονο
μια αοριστη παρατηρηση, ότι υπαρχουν στιγμες στη ζωη ολωνων μας, που
αναζηταμε απεγνωσμενα έναν ευρυτερο εαυτο…
Αλλα απεφυγε να το συζητησει άλλο μαζι μου.
Το
αντιλαμβανονταν κι αυτος, όπως το αντιλαμβανομουν κι εγω, ότι επροκειτο
για μια προδοσια αλλα ποιος από μας μπορει να θαψει εντελως έναν
αρχεγονο εαυτο και να μην τον αφησει να ξαναβγει, εστω και για μια φορα,
εστω και για μια νυχτα?
Οι σκιες μας είναι καπου εκει και μας
περιμενουν, μιλωντας ακομα τις μυστικες γλωσσες που εμεις προσπαθουμε να
τις λησμονησουμε…»

 


Η αλληλεγγυη των μυστικων
Στα
σημειωματαρια του πρωτομαστορα Αθανασιου Κουδαρη, του προπαππου της
Αντιγονης, υπηρχε καταγραμμενη μια πολύ περιεργη φραση, διατυπωμενη
φυσικα στη μυστικη γλωσσα των μαστορων
Τη φραση αυτή την ειχανε
χαραξει σε μαρμαροπλακες, το <ισναφι>, δηλαδη η παρεα του
Αθανασιου, σε διαφορα σημεια του δρομου, που οδηγουσε από τα Γιαννινα
στα Πραμαντα – ένα από τα μεγαλυτερα ορεινα χωρια των Τζουμερκων.

«Ιδω στη μακρινιτσ’ του Αη Στρατη, εβανε ραπου του μπουλουκ’ τ’ Αθανασιου, από Σιατιστα και στησαμεν γιοφυρι
Δικα
οκτω κουδαραιοι ημασταν και εξι κουδαροπ’λα αλλα τα μανουριασανε τα
ντινιατ’κα μας, οι φαγανες κι οι γκουλιατ’δες κι ου γκοτβας και
ξεμειναμεν βασμενοι. Ουλοι οι κουδαραιοι να μανθανουν αυτά και να
φουραν’ καψαλα, αμα τις τσιφλιαζουν για ραπου, ηυτουνοι ιδω οι
τσιρκουματ’δες…»

Η μεταφραση, όπως μου την
εκαμε η Αντιογονη, εχει ως εξης: Εδώ, στον δρομο του Αη Στρατη, εκλεισε
δουλεια το σιναφι του πρωτομαστορα Αθανασιου, από τη Σιατιστα και
χτισαμε γεφυρι. Δεκαοκτω μαστοροι ημασταν και εξη μαστοροπουλα αλλα μας
τα μασησανε τα μεροκαματα οι δημοσιοι υπαλληλοι και οι επιστατες και ο
παππας και ξεμειναμε παμπτωχοι. Ολοι οι μαστοροι να τα μαθαινουν αυτά
και να φευγουνε αμα τους μιλανε για εργασια αυτοι εδώ οι κλεφτες…

Τα
μπουλουκια των μαστορων που οργωναν τις δημοσιες των Βαλκανιων,
προκειμενου να χτισουνε πετρινα γεφυρια ή εκκλησιες ή σπιτια, δεν ειχαν
κανενα επισημο μεσο προστασιας.
Ειτε επι Βυζαντιου, ειτε επι
Οθωμανικης αυτοκρατοριας, ειτε και αργοτερα επι του νεοσυστατου
Ελληνικου κρατους, ο ελεγχος της κεντρικης εξουσιας, στις απομακρυσμενες
περιοχες ηταν εντελως ανεπαρκης εως και ανυπαρκτος.

Τον
καιρο εκεινο αλλωστε δεν υπηρχαν κλαδικες συμβασεις, ουτε άλλες
νομοθετικες ρυθμισεις προστασιας της εργασιας, πλην από το γενικο
πλαισιο των συντεχνιων, που όμως λειτουργουσε αποτελεσματικα μονο στις
μεγαλες πολεις.
Εν ολιγοις, οι συμφωνιες μεταξυ των μπουλουκιων και
των εργοδοτων τους κλεινονταν κυριως βασει της καλης πιστης. Αν ο
εργοδοτης, που συχνα μπορει να ηταν ενας ισχυρος αγας ή καποιος
προεστος, δεν γουσταρε να πληρωσει τους μαστορους και ειχε αρκετους
κατσαπλιαδες για να τον προστατευσουν, ηταν σχεδον αδυνατον οι
αδικημενοι να βρουν το δικιο τους.
Στην πραξη ωστοσο αναπτυχθηκε ένα
πολύ αποτελεσματικο συστημα προστασιας των περιπλανωμενων μαστορων, που
στηριζονταν στην αλληλεγγυη των μπουλουκιων.

Η
φραση που η ομαδα του πρωτομαστορα Αθανασιου φροντισε να χαραξει σε
διαφορα ευδιακριτα σημεια του δρομου, απευθυνονταν ακριβως σε αλλα
μπουλουκια μαστορων και προειδοποιουσε ότι στα μερη εκει, οι δημοσιοι
υπαλληλοι, οι αρχοντες και οι λογης αφεντικοι ησαν παρ’ τον έναν και
βαρα τον αλλον.

Συμφωνα με τους αγραφους
αλλα απαραβατους νομους των μαστορων, όταν ένα ισναφ’ εμενε απληρωτο και
δεν αποτελειωνε το εργο, κανενας άλλος συναδελφος τους δεν αναλαμβανε
να το αποτελειωσει!
Οι αδηφαγοι αφεντικοι που θα επιχειρουσαν να
ξεγελασουν ένα μπουλουκι και να τους αφησουνε νηστικους ή να τους
γελασουνε στα χρηματα, επρεπε να γνωριζουν ότι δεν θα εβρισκαν κανεναν
συναδελφο τους, για να τους τελειωσει τη δουλεια – ή, αν το εργο ειχε
αποπερατωθει, δεν θα εβρισκαν αλλους μαστορους στο μελλον, για να τους
φτιαξουν ουτε καμπαναριο!

Η αλληλεγγυη των μαστορων, που διατηρηθηκε σε ισχυ κοντα δεκαπεντε αιωνες, φαινεται ότι δεν διεραγη ποτε!
Τα
μπουλουκια πηγαινοερχονταν στα Βαλκανια σηκωνοντας αξιοθαυμαστα
κτισματα, τοσο στον καιρο των Ισαυρων, οσο και στην εποχη του Αβδουλ
Χαμιτ και μετα, επι Οθωνος και επι Βενιζελου.
Η αλληλεγγυη των
ανθρωπων αυτων, που συνδεονταν με μια μυστικη γλωσσα και με έναν
ιδιομορφο κωδικα τιμης, ισως να ητανε η βασικη αιτια που τους κρατησε
ζωντανους, απεναντι στη βουλιμια των αφεντικων και στην αρπακτικοτητα
των υπαλληλων τους.
Αξιζει να σου πω ότι το συστημα των συντεχνιων,
που προσφερε στα μελη του ένα σεβαστο ποσοστο ασφαλειας σε μια διαρκως
απειλουμενη και μεταβαλλομενη κοινωνια, διατηρηθηκε σχεδον αναλλοιωτο,
σε ολη τη διαρκεια της Βυζαντινης αυτοκρατοριας και κατοπιν στο
μεγαλυτερο μερος της Οθωμανικης, μεχρι τουλαχιστον τον καιρο του
τανζιματ, δηλαδη του εξευρωπαϊσμου της Τουρκιας, που ξεκινησαν οι
σουλτανοι του 19ου αιωνα.

Ο
θεσμος των συντεχνιων εχει κατασυκοφαντηθει στις μερες μας, κυριως
διοτι αντιμαχεται τον βασικο πυρηνα του καπιταλιστικου συστηματος, που
απαιτει τον απολυτο ατομικισμο και την πληρη εξαφανιση κάθε εννοιας
συλλογικοτητας, ετσι ώστε ο ανθρωπος να καταντησει μια απροστατευτη,
μικρη και ευκολα χειραγωγισιμη παραγωγικη μοναδα, στα νυχια των
εκμεταλλευτων του.
Η αλληλεγγυη των παλιων μαστορων, να εισαι βεβαιος
ότι θα φανει εξωπραγματικη σε έναν συγχρονο βουλιμιαιο επιχειρηματια, ο
οποιος θεωρει ως το πρεπον σστημα για τον ανθρωπο, την κατασταση της
αγριας ζουγκλας.
Λαβε μονο υποψη σου ότι σε κάθε γωνια της λεγομενης
ελευθερης αγορας, επιτιθενται διαρκως νεοι αδηφαγοι γραβατοπειρατες, που
κατεβαζουν επιτηδες τις τιμες, ώστε να εξοντωσουν τους ανταγωνιστες
τους και να αρπαξουν αυτοι το μονοπωλιο του προϊοντος τους, με
απακολουθο τον γενικο εξευτελισμο τοσο των προϊοντων, οσο και του ιδιου
του ανθρωπου, που εθιζεται στην υπερμετρη καταναλωση του ατελευτητου
σκουπιδαριου, που ονομαζουνμε σημερα πληθωρα υλικων αγαθων και
υπηρεσιων!. Η περιφημη αυτορυθμιση της ελευθερης οικονομιας, δεν είναι
τιποτε άλλο από μια εφιαλτικη συρρικνωση της ανθρωπινης αξιοπρεπειας της
αξιας της εργασιας και της σημασιας του ιδιου του εμπορευσιμου αγαθου.
Όχι
μονο δεν υφισταται κανενος ειδους αλληλεγγυη μεταξυ των παραγωγικων
ομαδων που δημιουργουν τον πλουτο, οπως στον καιρο των παλαιων μαστορων
αλλα αντιθετως εχει επιβληθει σε όλα τα παραγωγικα στρωματα ο κοινωνικος
αυτοματισμος, ενώ ο ανθρωπος κατηντησε να καμει σημαια του, το ο
θανατος σου η ζωη μου.

Η μυστικη γλωσσα των μαστορων της πετρας,
όπως ολες σχεδον οι μυστικες γλωσσες, εξασφαλιζαν σε κεινους που τη
λαλουσαν, τη βεβαιοτητα ότι δεν είναι μοναχοι τους στον κοσμο. Ότι ο
ανθρωπος δεν ηρθε σ αυτόν τον κοσμο με σκοπο να παραξει οσο το δυνατον
περισσοτερα φτηνοπραγματα, τα οποια δεν τα χρειαζεται κανενας, πλην
εκεινων που πλουτιζουνε από δαυτα.
Και, πανω απ’ όλα, ότι ο
πολιτισμος, η εργασια και η παραγωγη των πνευματικων και των υλικων
αγαθων είναι υποθεση μιας ευρυτερης συλλογικοτητας.
Κανενας δεν δημιουργει από μονος του Πολιτισμο.
Το
συνδρομο του Μογλη, σημαινει απλως ότι ένα πλασμα αποκομμενο από μια
ευρυτερη πολιτισμικη, παραγωγικη και οικονομικη μοναδα, δεν θα είναι
ικανο να αρθρωσει ουτε γλωσσα.

Σε
αντιθεση με τον σημερνο κοσμο της ζουγκλας, οπου ο καθενας από μας
νιωθει ξεκομμενος και μετεωρος τοσο στην κοινωνια του, οσο και στην
ιστορια του, που ισως και γι αυτό να παρατηρειται μιαν ολοενα αυξανομενη
γλωσσικη υποβαθμιση, σε άλλες εποχες οι παραγωγικες ομαδες ειχαν τη
δυναμη να εμπλουτιζουν τις συνειδησεις των μελων τους, με μια διακριτη
ταυτοτητα, που τους επετρεπε να αναγνωριζουν το προσωπικο τους χναρι
μεσα στον κοσμο και την Ιστορια.
Για να εχουμε συνειδηση του τι
ειμεθα εμεις οι ιδιοι, πρεπει να διαθετουμε, πρωτα μια συλλογικη
συνειδηση για να το προσδιορισουμε μεσα στον Χρονο και στον Χωρο και
ακολουθως μια γλωσσα, για να το εκφρασουμε, στον εαυτο μας και στους
γυρω μας.
Μετεωροι μεσα στο Μηδεν της αρπαχτης μας, δεν ειμαστε παρα φτηνοπραμματειες
που συντομα θα πεταχτουν στα σκουπιδια…”

 
 
προχειρο γλωσσαρι
Αιδοιον = τσαφκι
[Η λεξη εννοει το θηλυ γεννητικον οργανον, ηγουν το μουνι. Το αρσενικο γεννητικο οργανον αποκαλειται: παλιος]
*
Τα κουδαραιϊκα είναι δημιουργημα αποκλειστικως αρρενων γλωσσοπλαστων,
καθοτι τον καιρο εκεινον, οι γυναικες καθοντουσαν στα σπιτια τους και
δεν ανακατευοντουσαν στις δουλειες των ανδρων. Συνεπως προκειται για
γλωσσα αμιγως φαλλοκρατικη…

ακουω = τσιλιζου
αργια, καθισιο = σταμιμα
αργω, καθομαι, αραζω = σταμεβου
αφεντικος, κυριος, αρχοντας = μπαρός
αφεντικίνα = [η] μπαρέσιου
άντρας = ντατ’ς
 
Βυζακια [θηλεως προφανως] = γκουζβιτσα ή μπουκλις
[συνανταται
κυριως σε φρασεις με σεξουαλικο περιεχομενο, π.χ. φουραει γκουζβιτσα η
αγκιδα = εχει ωραια βυζακια η κοπελα, μπουκλις για πραχαλτζ’μα = βυζακια
για χαϊδεμα]

βιβλια = μαυρουδιαρ’κα
[Από το ουσιαστικο μαυρουδια, που σημαινει: τα γραμματα]
*
Στη συντριπτικη τους πλειοψηφια οι κουδαραιοι, ησαν εντελως
αναλφαβητοι. Μιας και δεν ηξεραν λοιπον να ξεχωρισουν το κάθε γραμμα, τα
αποκαλουσαν όλα μαζι, μαυρουδια διοτι ετσι τα αντιλαμβανοντουσαν.
Είναι, σαν να λεμε το συνδρομο του Κινεζου. Μιας και δεν εχουμε
συνηθισει τις φατσες τους, τους βλεπουμε ολους ιδιους και τους
αποκαλουμε κιτρινιαρηδες ή σχιστοματες…

βλεπω = βιζιωνου ή γυαλιζου
βοδι = μπουλοβου
βοϊδακι = μπουλοβακι
βρακι = καστελ’ ή σακους
βροχη = ταμπακου
βρεχει = ταμπακιζει
βρυση = η κατουρου
 
Γάμος = νταρους
γαλα = ασπρουδ’
γαμπες γυναικειες = αγουγιατ’ς ή τσερα [π.χ. βιζιωνω τσ’ αγουγιατ’ς = παιρνω ματι τις γαμπες της]
γαϊδουρα = μπασμαδου
γέρος = κρουτους
γνωριζω = τολιζου [π.χ. τολιζεις τα κουδαραιϊκα = γνωριζεις τα μαστορικά?]
γρια = κουρτσα ή κρουτσου, σταμου [εχει και τη σημασια της μανας]
γυαλια = τζαμια
γυναικα = αγκιδα ή ζιενα [π.χ. φουραει ντιοντιους η ζιενα = εχει έναν κωλο, η γυναικα…]
γυφτος = μπαγγους
γυφτοπουλα = μπαγκοπουλα
γκαστρωνω = καντζιενου
γραμματα = μαυρουδιαρ’κα
 
Δασκαλα = μαυρουδιαρα
δασκαλος = μαυρουδιαρ’ς ή μαυρουδης
διδω = αραξω [π.χ. αραξι μια φουντιαρα = δωκε μου ένα τσιγαρο]
δικηγορος ή δημοσιος υπαλληλος = φαγανα
* Μελετωντας τις παλαιες ιδιολεκτους, διαπιστωνει κανεις ότι στον τοπον αυτόν, μερικα πραγματα παραμενουν ιδια…
δουλειά, εργασια = [η] ραπου
δραχμη = ραλουτου
δρομος = μακρυνιτσα
δρουτσιλου = η φακη
 
εγκυος = καντζιουμεν’
εργασια = ρουπου
ερχομαι
= ξεσερνου [το ρημα εχει και τη σημασια του πηγαινω ή φευγω, π.χ. που
ξισερν’ς = που πας, ξισερν’ η νιθερου = ερχεται η φοραδα…]

ερχομος = ξεσυρμα
εχω,
ειμαι, φερω, διαθετω = φουραου [το φουραω χρησιμοποιειται συχνοτατα και
ως βοηθητικο, π.χ. φουραει ορματ’ η μπαρεσιου = είναι ομορφη η
αφεντικινα, φουραει τσεπους ο μπαρός = εχει φραγκα ο αφεντικος]

 
Ημερα = ντένα
ημερομισθιο = ντινιατ’κου, κουλουβο
ηλιος = ρανους ή ραϊκους
 
Ιωαννινα
= Ντουκανα [η λεξη εχει και τη σημασια του μεγαλου. Χρησιμοποιειται για
τα Ιωαννινα επειδη ηταν η μεγαλη πολη της Ηπειρου]

 
Καμω
= πραβιζω [συχνα με την εννοια του φτιαχνω ή του διαγω, π.χ. τι
πραβιζ΄ς κουδα μ’ = τι καμεις μαστορα? Τι φτιαχνεις τωρα μαστορα?]

καταβρεγμα = ταμπακιασμα [χρησιμοποιειται και επι τιμωριας, π.χ. μι καταβρεξ’ η νιθερου = με εκαμε μουσκεμα η μουλαρα]
κατουραω = μοντσεβου
κατουρο = μουτσιμα
κεφαλι = κουρφιαρ’
κλεβω = τσιρικανου
κλοπη = τσιρικουμα
κλεπτης = τσιρκουματης
κοιλια = καντζιου
κοτα = στουρναρα [μεταφορικα και επι γεννας, π.χ. στουρναρισ’ η στουρναρα = γεννησε η κλωσσα]
κοκκορας = στουρναρας
κρασι = τροχος
κρεας = μισιου
κωλος = ντιαντιους [π.χ. τ’ ντιαντιου τα εννιαντενα = του κωλου τα εννιαμερα]
*
Επαναλαμβανω εδώ ότι τα μαστορικα είναι γλωσσα εξοχως φαλλοκρατικη.
Συνεπως βριθουν από λεξεις και από φρασεις, που διαθετουν σεξιστικο
περιεχομενο και αντιμετωπιζουν τη γυναικα, κυριως ως σεξουαλικο
αντικειμενο. Τωρα βεβαια, κατά ποσον είναι καλυτερα τη σημερον ημερα,
που οι κυριες αντιμετωπιζονται από τους κυριους ως απλοι συναδελφοι στο
γραφειο, αποτελει ένα ζητημα…

 
λαμπα = φανουρου
λαχανικα = πρασ’ναδια
 
Μαλλια = απαλουδια
μαστορας = κουδαρ’ς [πληθ. κουδαραιοι] ή κουδας
μαχαιρα = κουφιουγιαννουλα
μουστακι = βουτ’
μεγαλος, Τρανος, Προεστος = γκουλεμους
μικρος = μολετσ’κους
μπατσος, χωροφυλαξ, επιστατης και αλλα κακα συναπαντηματα = γκουλιατ’ς
 
Ντροπη = μανουρου [π.χ. δε φουραει μανουρου = δεν ντρεπεται]
νυχτα = καλογηρους
 
Ομιλω = ξιφλιαου π.χ. τι ξιφλιας ισυ ωρε ασακουτι? = τι μιλας εσυ, ρε αβρακωτε?
ομιλια = ξεφλιασμα
ομορφος, καλος = ορματος [συχνα και περιφραστικα: π.χ. φουραει ορματ’ = είναι
ομορφη]
 
Παιδια
= λαγουλια [εχει και τη σημασια των μικρων βοηθων στο μπουλουκι, π.χ.
Ημαστε τρεις κουδαραιοι και δυο λαγουλια = ειμαστε τρεις μαστοροι και
δυο παιδια/βοηθοι]

παντρευομαι = νταρεύουμι
παπας = κοδβας
παπαδια = κοδβινα
πεθαινω = βαζου
πεθαμενος [ενιοτε και ο παμπτωχος] = βασμενους
πεος = [ο] παλιος
περδομαι = καριευου
πινω [αλκοολ] = τροχευου
πληρωνομαι = κρανιαζου
πουτανα = κουφαλα
 
Ρουχα = ξουλια
 
Σεξ [συνουσια] = σκαπους ή τρουγγους
σιωπη, σκασμος = μουκου
σπιτι = κουφιου
συγγενης = ανταμηδους
συνουσιαζομαι
= σκαπιζου ή τρουγγιζου [π.χ. σκαπισε τη κουδβινα κι μανουρεψε τον
κουρφιαρ’ του = πηδηξε την παπαδια κι εφαγε την κεφαλη του]

 
Τουρκος = μιλιους
Τουρκοπουλα = μιλιοπουλα
τσιγαρο = καροφυλλου ή φουντιαρα
τροφη = μανου ή ντιρλικ
τρωγω = μανευου ή ντιρλικωνου
 
Υπνος = γκιμος ή ζαπους
Υπνωττω = ζαπευου
 
Φασολια = φουσκοκοιλια
φευγω [την κοπαναω] = καψαλιζου, φουραω καψαλα
φοραδα = νιθερου [εχει και τη σημασια της μουλαρας]
φτιαχνω = κραβιζου
 
Χαϊδευω = πραχαλιτζιου
χαδι = πραχαλιτζ’μα
χερια = κλωναρια
χρηματα = κρανια
χτυπω = γκαβιαζου
χωριο = σελλου
 
Ψαρι = νιρουπουλ’
ψειρα = κοζα
ψεμματα = πατσαρια
ψωμι = μανο
 
 
Να σημειωσω εδω δυο πραγματα.
Πρωτον,
τα μαστορικα αναπτυχθηκαν στις περιοχες της Ηπειρου, και της Δυτικής
Μακεδονίας,  οπου ηκμασαν σπουδαιοι μαστορες της πετρας.
Γι
αυτο και εμφανιζονται καποιες διαφοροποιησεις αναμεσα σε φρασεις και
λεξεις των μαστοροχωριων του Βοΐου  και σε αναλογες των ορεινων
χωριων των Τζουμερκων.
Δευτερον και κυριοτερον, οι λεξεις εχουν
καταχωρηθει με την αλφαβητικη σειρα της σημασιας τους στην νεοελληνικη,
πραγμα που πιστευω οτι εξυπηρετει καλυτερα. Η προφορα των κουδαριτικων
λεξεων εχει κρατηθει, οσο ηταν δυνατο και στην γραπτη διατυπωση της καθε
λεξης.
Ειναι γνωστο οτι στις ντοπιολαλιες της Ηπειρου υπαρχουν
αρκετες γραμματικες ιδιαιτεροτητες, οπως επι παραδειγματι η μετατροπη
του -ο σε -ου, η αποκοπη ατονων φωνηεντων κ.λπ.

Νομιζω πως ειναι
ακομψο να βιαζουμε τις λεξεις για να τις φερουμε στα μετρα της κοινης
νεοελληνικης, που εχουμε συνηθισει να μιλαμε.
Οπως ελεγε και ο Παπαδιαμαντης, το κριθαρι το λεγανε κ’θαρ στον τοπο του και κριθη στην γλωσσα των λογιων.
Αναλογα με το πως λαληθηκε μια ιδιολεκτος, καλο ειναι και να καταγραφεται.

Αλλωστε στις γλωσσες, μυστικες η φανερες, οι ανθρωποι εχουν χαραξει τα ονειρα τους.
Κι
αν θες αληθινα να κοιταξεις ισια, στα καταβαθα της ιστοριας, πρεπει να
το καμεις με την ντροπαλωσυνη και την μυστικοτητα του Ιερου, που σεβεται
ο,τι αγγιζει…(Πηγή:http://panusis.blogspot.gr)

 

ΤΑ ΚΟΥΔΑΡΙΤΙΚΑ  ΤΗΣ  ΣΙΑΤΙΣΤHΣ  ΥΠΟ
ΠΑΝ. ΓΡΑΒΑ

Πρώτος που είδε πώς μιλιούνται τα κουδαρίτικα  και στη
Σιάτιστα ήταν ο Δ. Σάρρος 
.
Αυτός το 1912 στην Κωνσταντινούπολη  από
τον Θ. Νάτσινα μάζεψε περίπου 50 λέξεις, τις οποίες το 1923 δημοσίεψε
στον Ζ΄
τόμο της Λαογραφίας (σ. 521-542) στην πολύτιμη εκείνη συλλογή
«Περί των
εν Ηπείρω, Μακεδονία και Θράκη συνθηματικών γλωσσών». Μα είδα πως το
λεξιλόγιο
εκείνο μόνο κατά το ¼ αντιπροσωπεύει τη γλώσσα αυτήν· γι’ αυτό και
νόμισα πως
είναι καλό να την ξαναπροσέξω κ’ εγώ, όπως ζη σήμερα μέσα στην πατρίδα
μου τη
Σιάτιστα. Αφορμή δε μου δόθηκε από το εξής.

Ο  καθηγητής μου κ. Μ.
Τριανταφυλλίδης μου είχε
δώσει μια φροντιστηριακή εργασία «Συλλογή των τεχνικών
επαγγελματικών όρων της πατρίδας μου
Σιάτιστας». Σηκώθηκα τότε από τη Θεσσαλονίκη και πήγα στον τόπο μου.
‘ Αρχισα να
μαζεύω το υλικό. Πρώτα άρχισα το σύναγμα των επαγγελματικών τεχνικών
όρων του
αμπελουργού από τον αδελφό μου το Θανάση Γράβα. Όταν ήμασταν στην
ονοματολογία
των εργαλείων του αμπελουργού, άκουσα δυο τρεις λέξεις, που μου
γέννησαν το
ενδιαφέρον. «Του φκέλ’, μου είπε, του λέμι κι ξλόχτενου. Του κλαδιτήρ’
του λέμι
κι τρύφλαν». Σε ερώτηση πώς γίνεται  αυτό
μου είπε·
Πρέπ’
να ξέρς, πως ημείς οι αργάτις μέσα στ’ Σιάτιστα έχουμι κι τ’ θκή μας d
γλώσσα, τα κουδαρίτκα.» Έμασα από τον αδελφό μου όσες μπόρεσε να μου πη
λέξεις.
Όταν φτάσαμε στη λέξη πέτρες μου είπε · «Τις λεν
μανούρις κι πρου
πάντουν οι μαστιόρ’ ,ποχν κι αυτοί τ’ θκη μας d
γλώσσα.»  Ο ίδιος ο αδελφός μου κατά το
βράδυ ήρθε στο
σπίτι μας με δυο τρεις απ’ την παρέα του· «Αυτοί, μου λέει, τα ξέρν
καλά τα
κουδαρίτκα». Ήταν ο Λάζαρος του Σκορδάρη, ο Νίκος του Κεραμάρη και ο
Σπύρος του
Γκαντάϊα. Όλοι τους παραδέχτηκαν εκείνες τις λέξεις, που μου είχε πει ο
αδελφός
μου, και με προθυμία δέχτηκαν να μου απαντούν σ’ ό,τι
τους ρωτώ.

Είχαν
τελειώσει οι ερωτήσεις μου και ο Σπύρος του Γκαντάϊα μου είπε· «Ρώτα  μι, ρώτα μι, να σ’ λέου. Του βιράνκου του
κεφάλ’ αυτήν ν ώρα σταμάτσιν, δε δλεύ · πού να ‘σι που καμμιά μιρά!
Μπουρούμι
να μιλούμι ώρις ουλόκληρις χουρίς να μας καταλάβς καθόλου. Ρώτσι κι του
μάστιουρα του Χρίστου  τσ’ Αγνής. Ξέρ’ καλύτιρα να σ’ τα πη τα κουδαρίτκα»
Πήγα και σ’ εκεινού το σπίτι. Όσες
λέξεις
και φράσεις μου είπαν οι παραπάνω τις δέχτηκε, ότι τις έχουν και οι
μαστόροι,
και κοντά σ’ εκείνες πρόσθεσε κι άλλες. Στις ερωτήσεις μού είπε· «Η
γλώσσα αυτή είνι καθιαυτού  μαστιόρκ΄ · τα λέμι
κουδαρίτκα. Νη μιλούμι ια να μη μας καταλαβαίν’ ου άλλους στη δλεια
μας. Ξέρς,
έχουμι  τώρα χρόνια κι χρόνια π’ νη
μιλούμι κι κάμνουμι τη δλεια μας όπους θέλουμι. Ιδώ μόνι στ’ Σιάτστα ν
έμαθαν
οι αργάτις. Πρέπ’ να  ξερς πως αυτήν  d
γλώσσα νη ξερν κι όλ’ οι μαστόρ’ σν Ιλλάδα· πρου πάντουν στ’ Λάρσα, σν Ήπειρου, ιδώ
στ’ Μακιδουνία, κι
στην Πολ΄». Όταν  τελείωσαν όλες οι
ερωτήσεις και δεν είχε να μου απαντήσει μου είπεν · «Αυτά τα έρμα δεν
κατιβαίν
τν ώρα π’ τα θέλτς. Ικεί στη δλειά αουπάν να ‘σι να ιδής πού είνι του
κακό!».
Ύστερα από αυτόν ρώτησα άλλον μάστορα , το Γιώργο Ζιώγου. Παραδέχτηκε
όσα είχα
γραμμένα, πρόσθεσε ολίγα και μου είπεν · «Δεν είνι άλλα, ισύ τά ‘μασις
όλα».

Μ’
αυτόν τον τρόπο τα σύναξα. Έχω τη γνώμη πως θα έμειναν ασύνακτες κι
άλλες  ολίγες λέξεις. Όσες μάζεψα τις
κατέταξα
αλφαβητικώς, προσθέτοντας και σχετικές φράσεις.

Α.
Αγγειά (τα) ·
α) τα
εργαλεία της
δουλειάς  και τα σκεύη μεταφοράς
τροφής   β) τα αιδοία.

 ‘ Αστι
να ν παραχώσουμι
·· τ’ αγγειά (βάλτι)
(

Όσες λέξεις έχω σε
παρένθεση δε λέγονται, υπονοούνται.
)
  ζ d γουμάρα = Πάμε να φύγουμε · φορτώστε τα πράγματα.

Που  ‘γάλια
(πιρπάτα) να μη τσακίης τ’ αγγειά σ’
=Βάδιζε ήσυχα, μη τύχη και τσακίσης τα
αιδοία σου.
Αγκίδα
(η) [ιδέ και πιλικούδα] · το κορίτσι. Πόσις αγκίδις πατάς;
= πόσα
κορίτσια έχεις;
Αγρόπατκου
(του) [ιδέ  και πάτκα] · το
κούτσουρο το  αμπελήσιο.
Ζιόρδουσι καμπόσα
αγρόπατκα ια τ’ φόγγου
=
Τσάκισε μερικά κούτσουρα
για τη φωτιά.
Αγουϊάτις (οι) [ιδέ και τσέρα]
· οι γάμπες των κοριτσιών.
Σ’ πατάει κατ’ αγουϊάτις
όρματ’, π’ (άντα
d
ζ γλεψ’ ) σκώνουντι τα τούϊα σ’

=Σου έχει κάτι γάμπες (που στο αντίκρυσμά των) τα
μυαλά σου παίρνουν αέρα, σε πιάνει ερωτικός πόθος
(Η λέξη τούϊ τουρκική, θρίξ
ή πτίλον (Σ.τ.Δ.)

).

Αζβισταρά
(η) [ιδέ  ντάλιους] · το τυρί
Σήμιρα δεν κάηκιν η
αζβισταρά
= Σήμερα το
αφεντικό δεν
μας έφερε τυρί (να φάμε).
Αμπάλουμα (του) ·το πάρσιμο των
ημερομισθίων.
Αμπαλώνουμι · παίρνω τα ημερομίσθια,
παίρνω χρήματα στο χέρι μου . αμπαλώθηκα = πήρα τα ημερομίσθιά
μου.
Αντιρί τ’ Κόλτς)·τα πέτουρα της
πίττας.
Ξέξέτι
τ’ αντιρί τ’ Κόλτς ·τσούξτι κι τσιότσιουν
= Ξεσηκώσετε τα πέτουρα της πίτας (και τρώτε)
·
πιέτε και κρασί.
Αρβανίτς
(
ου) · το καρύδι. Ιψέ ττ τσιούριψαν
τς αρβανίτις
= Ψες του έκλεψαν τα καρύδια.
Αρχόντσα (η) · η αχυρώνα. Ζάπιψα
σν αρχόντσα
=
Κοιμήθηκα στην αχυρώνα.


Β.
Βάζου · πεθάινω. Έβαξιν  ου
κούδας
=
Πέθανε ο μάστορας.
Βαρό
(
του) · το αλεύρι. Δε φσάει βαρό και  τραβάει
κατ΄λόρδις!
= Δεν έχει αλεύρι και σου
έχει κάτι πείνες!
Βλάχ΄κους
γκαλιούρς (
Στην ομιλία μπορεί να
παραλειφθεί  το γκαλιούρς)·
(ου)
το φεγγάρι. Ν’ παράχουσιν ου βλάχ΄κους = Έδυσε το φεγγάρι.
Γ. Γάστρα (η) · α) το καθησιό
β) η
ανεργία. Τό  ‘χουμι γάστρα ταχιά =
Αύριο θα καθήσουμε,
γιατί είναι γιορτή · μα και , αύριο θα είμαστε χωρίς δουλειά.Γαστρώνου·
α) κάθομαι β) είμαι άνεργος. Όλ’ οι κουδάροι
d γαστρών
= Όλοι οι μαστόροι κάθονται

ή είναι άνεργοι.
Γκατζώνου
= μετρώ λεπτά.
Γκάτζουμα
 (του) · [ιδέ το αμπάλουμα]

το πάρσιμο
χρημάτων.
        
(ιδέ
αμπαλώνουμι] = Παίρνω στα χέρια μου λεφτά.

Γκαλιούρς
(ου) [ιδέ και σούζουλο

ο ήλιος. Καλουέριψιν ου γκαλιούρς, άστι να ν παραχώσουμι = Ο
ήλιος έδυσε
(ας παρατήσουμε τη δουλειά) και πάμε για το σπίτι.
Ώι! Ζύϊασιν ου γκαλιούρς κι
γω μανέφκα. ‘ Αϊντι να μανέψουμι
= Ω! Ο

ήλιος δείχνει μεσημέρι κ’ εγώ  πείνασα.
Πάμε να φάμε.
Γκατζιόρ (η) [ιδέ και λουβί
τα χρήματα τα πάνω από μια δραχμή, τα αντίθετα από τα λιανώματα. Τώρα π’ πατάου γκατζιόρ,
σ’ αλλάζου τουν αδόξαστου
= Τώρα, που έχω χρήματα,

σου
αλλάζω την πίστη.Γκόγκανας (ου) · ο  άνυφτος
και άπλυτος.
Γκόλιαβους (ου) γλυκίσματα που τα λέμε
και σαλιάρια. Τα φκιάνουν με λάδι, αλεύρι και καρύδια και τα δίνουν το
σχήμα
των σαλιάγκων. Πόσ’ γκόλιαβ’ έστειλιν (η νύφ’); = πόσα σαλιάρια
έστειλεν
η νύφη (στο γαμβρό);
Γκουτζβιρό
(του)· το αμπέλι. Ου
αντίχστους τό ‘ραξιν  ένα γκουτζβιρό
όρματου ,
b δεν έχ΄ου ντουνιάς – Ο αθεόφοβος του έδωσε

(για προίκα) ένα αμπέλι, που δεν έχει όμοιο όλος ο κόσμος.

Γκλιάγκλια (η) [ιδέ και ντριτσάλου
η ώρα. Ω! έραξιν η γκλιάγκλια, άϊντι να πατώσουμι =Ω! ήλθεν η
ώρα, πάμε
να φάμε.
 
Δ.

Δικράνια
(τα)·  οι

φουκλίτσες, τα πιρούνια. Ράξι ιδώθι τα
δικράνια
= Μοίρασε προς ετούτο το μέρος πιρούνια.


Δισάκκια
(τα) ·  τα

αιδοία.  Υάλτζι  κριμασμένα
δισάκκια
!

= Ιδέ κρεμασμένους όρχεις!

 
Ζ.

Ζάκα τα μούκα τα (φράση) [ιδέ το μούκου]
·  κλέψ’ τα, κρύψ’ τα.

Ζαβόρτσα

(η) · η θύρα. Μ’ πήριν τ’ αφτιά η ζαβόρτσα = με ξεκούφανε η θύρα.

Όρματ΄ ζαβόρτσα! – Καλή θύρα! 

Ζαπεύου·
κοιμώμαι.  Ζαπεύ’ σαν του βόϊδ’ =
κοιμάται σαν το βόδι.
Ζάπους
(ου) · ο ύπνος. Π’ του ζάπου πιάσκις = Από τον ύπνο τα μέλη του
σώματός
σου πιάστηκαν.
Ζιαμπόχιλα
(τα)· τα πράσα. Υαλίζου τα
ζιαμπόχιλα δε σ’ κατιβαίν

= βλέπω τα πράσα
δε σου φέρνουν όρεξη.
Ζιούπινα
(η) · η πίττα. Ια κ’ η μουχούσα μι
d
ζιούπινα. ‘ Αστι να ν
πατώσουμι
=

Να και η κυρά του αφεντικού με την πίττα. Πάμε να γεμώσουμε καλά την
κοιλιά
μας.

Ζιούτους
(ου) · ντουβάρι. Υάλτζέ του ουρματότιρου· θα ν καψαλώσ’ ου ζιούτους =
Φκιάνε το καλύτερα το ντουβάρι, (γιατί όπως το φκιάνεις) θα πέση.
Ζιούλα
πρακατέ
(φράση) · κλέφτω. Τό  ‘καμιν
ζιούλα πρακατέ
= το έκλεψεν.

Η .


Ηλιάζου
·  έχω. Πού
τα ήλιαζιν τα  έρμα; (τα πλατανόφλλα);

= Σε ποιο μέρος
τα έχουν (και δίνουν δωρεάν) τα εκατοστάρικα; 
Ι.

Ιουμπρίκ
(
η
λέξη ιμπρίκ τουρκική, το μπρίκι·
είδος αγγείου πήλινου μετά σωληνοειδούς προχοής [Σ.τ.Δ])

(του)·το πέος. Του ιουμπρικ σ’ τριπύθκιν =
Δε βαστάει πια το πέος σου το κατούρημα. 

Κ .
Καίου· βγάζω και φέρνω. Κάηκιν
σήμιρα η αζβισταρά κ’ ήφιριν όλου κλειδιά· μανιβέτι ο μπαρός φσάει

= Σήμερα
το αφεντικό έβγαλε από το καδί τυρί και μας έφερε όλο φέτα· τρώτε όσο
μπορείτε·
ο κύριος έχει να μας φέρει κι άλλο.
Καϊπιώνουμι·
(Η λέξις
τουρκικής αρχής, εκ
του καΐπ ολμάκ =
χάνομαι [Σ.τ.Δ.])
  χάνομαι, κρύβομαι. Καϊπιώθνικν ου παλαέντς= Το γαϊδούρι
κρύφτηκε,
χάθηκε.
Καϊπιώνου· κρύβω. Κάκου (η) · η θέρμη. Μι τναζ’
η κάκου
= Η θέρμη με τινάζει, μου φέρνει ρίγος.
Καλόγρις (οι) οι ελιές. Μ’ φταν
στου μάνημα καλόγρις κι καυτιρό
= Μου είναι αρκετό
να ‘χω στο τραπέζι ελιές και κρομμύδι (ή
σκόρδο).
Καλουϊρεύου· δύω. Καλουέριψιν ου
γκαλιούρς· να ν καψαλώσουμι
= Ο ήλιος έδυσε· να φύγουμε.
Καπέλου · μόνον στη φράση αυτήν· Τό
‘βαλα  καπέλο
υ  = Τον
θύμωσα.
Κασσανdρινό
(του)· η καμπάνα. Του  κασσανdρινό τ’ (ν’ ακούσου) = Να ακούσω την καμπάνα να
χτυπάη για την κηδεία του. Κατάρα .
Καστανόζμους (ου) ·  ο καφές. Ώι,
δε θα ράξ’ η μουχούσα
καστανόζμουν;
= ω, η κυρά μας δε θα μας φκιάση καφέν;
Καυτιρά (τα) ·  α) τα
κρομμύδια β) τα σκόρδα. Καυτιρά και
πάλι καυτιρά, μπιζέρσα =  Κρομμύδια
(σκόρδα) και πάλι κρομμύδια, βαρέθηκα, αηδίασα.
Καψαλώνου· α) αναχωρώ, φεύγω β)
κρημνίζομαι.  Ν  καψάλουσιν
ου παλαέντς
= Έφυγε το
γαϊδούρι. -Θα ν καψαλώσ’ ου ζιούτους = θα πέση το ντουβάρι.
Κιούρου (η) · η εκκλησιά. Σ’ ην
κιούρου θ’ αράξουμι
= Στην Εκκλησιά  θα
πάμε.
Κλακ [ιδέ  καπέλου
και φράγκους] μόνο στη
φράση · Το ‘βαλα κλακ = Τον θύμωσα πάρα πολύ.
Κλάψας (ου) · το λάδι. Μπάρα ου
κλάψας· μανιβέτι
= Στο φαεί το λάδι είναι μπάρα (δηλ. πολύ) ·
τρώγετε.
Κλώθουμι· αργοπορώ, βραδύνω
παραμένοντας κάπου. Θα κλουστώ ψίχα = θα βραδύνω ολίγο.
Κναβ (του) · το κορίτσι, η
αρραβωνιαστικιά.  Υάλτσι
όρματου κναβ – Ιδέ κοπέλλα όμορφη
(ή αρραβωνιαστικιά).
Καλιάρια (τα) ·το σπίτι της
αρραβωνιαστικιάς. Απόψι θα κουνέψου στα καλιάρια = Απόψε θα
κοιμηθώ στο
σπίτι της αγάπης.
Κοάτσνα
(
τα) · τα
πρόβατα. Ο κουρτς τα δικάτσιν τα κοάτσνα=
Ο λύκος έφαγεν από τα  πρόβατα.
Κόφτω καρφιά· κρυώνω. Τζαντζάλ’ η μαλλιότου· θα κόψου καρφιά = Η κάπα είναι πολύ λεπτή και θα κρυώσω.
Κούδα (η) · Η οικογένεια του
μάστορα. Πόσ’ κούδα φσας; =Πόσα άτομα έχεις;
Κουδαρίτκα · η γλώσσα των μαστόρων. Κούδας (ου) ·  ο
μάστορας. Οι κουδαραί τα τσλιζν τα κουδαρίτκα = Οι μαστόροι
μιλούν τα μαστόρικα .
Κόκκινα · τα κεραμίδια Κουλουβό  (το)· το
μεροκάματο.
Κουρδώνουμι [ιδέ βάζου] ·  αποθνήσκω.
Κουρδώθκιν ου μπαρός =
απέθανε ο κύριος.
Κουπιά (τα)· τα κουτάλια. Ράξι
κουπιά ιδώθι
= Μοίρασε κουτάλια προς ετούτο το μέρος.
Κουρτς 

(Η λέξις
τουρκική, κουρτ =
λύκος (Σ. τ. Δ.)

)  

(ου) · ο λύκος.
Κουσίδια (τα) · τα σταφύλια. Του
ντρανουβίτ’ τουν πάτσα κουσίδια
= Τον τροβά τον γέμισα καλά
σταφύλια.
Κουφάλα (η) · η εταίρα. Κούφιου (του) · το σπίτι. Του
μάνιψιν κι του κούφιου ου μπαρός
=ο κύριος πούλησε και το σπίτι
και έφαγε
τα λεφτά.
Κούφλιαν · η κολοκύθα. Μανεύ’ κούφλιαν =  Τρώει κολοκύθα.
Κόφτω προικιά· α) κάμνω ζημιά β) τιμωρώ. Έκουψιν
προικιά ου άλλος ιψέ
= Ο άλλος ψες απόλυσε τα πραματα (τα ζώα στο χωράφι ή
στο αμπέλι) και έκαμε ζημιά. –Τόκουψαν τα προικιά = Στο
δικαστήριο τον
τιμώρησαν με πρόστιμο χρηματικό.
Κυραμάρου (η) · η αλούπα. Τις
ξιπάτουσιν  όλις τις φτιρουτές η
κυραμάρου
= Όλες τις όρνιθες τις έφαγε η αλούπα.

Λ . Λαγός (ου) α) το παιδί της
οικογένειας β) το παιδί που υπηρετεί την παρέα των μαστόρων ή εργατών.  Λαγοί ή αγκίδις φσας; = Παιδιά ή
κορίτσια έχεις; Ουά! ου λαγός ν
καψάλουσιν μι τουν τισσιρουπόδαρου!
= Το παιδί
έφυγε με το γαϊδούρι.
Λιούρου (η) · η ρακή. Τιάνια
ίνγκιν π’ τη λιούρου
= Μέθυσε από ρακή, έγινε Τιάνια, στουπί στο
μεθύσι.
Λιούτου (η) · η λάσπη. Υάλτζέ ν τ’ λιούτου, πραχάλνα ν ουρματότιρ, βγάνι τις μανούρις = Πρόσεχε,
δεν έχεις
καλά φκιαγμένη τη λάσπη, δούλευέ την καλύτερα, βγάνε τις πέτρες.
Λόπτσιους
(ου) ο χαλβάς. Λόπτσιους όρματους = Χαλβάς παχύς και γλυκός.
Λόπτσις
(οι) [ιδέ και μανάβια] · τα καρφιά. Υάλτζι, φσάει τίπουτα
λόπτσις;
=
Πήγαινε  κοίταξε, βρίσκονται τίποτε
καρφιά;
Λόρδα
(η) η πείνα. Σ’ τραβάει κάτ’ λόρδις! = Βρίσκεται σε μια φτώχεια
και
πείνα!
Λουβί
(του) τα λιανώματα, τα ψιλά. Φσας λουβί; = Έχεις
λιανώματα, ψιλά (χρήματα);

 Μ
.
Μαλλιότου (η) ·  η κάπα.
Μανάβια (τα) [ιδέ λόπτσις
τα καρφιά. Ράξι μανάβια = Δώσε, φέρε καρφιά.
Μανεύου · α) τρώγω β) ξοδιάζω γ)
τσαμπουνώ, φλυαρώ. Μάνιβι όσου παίρν΄ = Τρώγε όσο παίρνει η κοιλιά σου. – μάνιψιν d  γκατζιόρ
= Τα ξόδιασε τα λεφτά. – Τι τ’ μανεύς; = τι τσαμπνάς, τι φλυαρείς;
Μανεύουμι · πεινώ. Μανεύκα =
πείνασα.
Μάνημα  (του) · το φαεί,
το τραπέζι. Πιάλα σου
μάνημα
– τρέξε γρήγορα στο φαεί.
Μανόλτς (ου) · το ψωμί. Οι
μανόλτς σκούφιασιν
= Το ψωμί σώθηκε.
Μανούρα (η) · η πέτρα.
Όρματις  μανούρις
= Καλές πέτρες.
Μάνους (ου) [ιδέ και ξέρακας]
· το ψωμί.  Μπίτσιν ο μάνυς = τέλεισε
το ψωμί.

Μάσιαλα! Τις φουρείς·  φράση
= Μπράβο! Είσαι  γεμάτος
ψείρες.
Ματσιαγγόνα (η) [ιδέ και κουφάλα]
· η εταίρα.
Ματσεύου χέζω. Ου λαγός πάει να
ματσεψ’
= το παιδί πήγε να χέση.
Ματσιαρειό (του) το αποχωρητήριο. Απόμκιν
στου ματσιαρειό
= Έχει πολύ ώρα που κάθεται στο αποχωρητήριο.
Ματσκώνου  παίρνω καρφιά.
Μίσιους (ου) ·  το φαεί,
το κρέας. Τουν έγλυψαν του μίσιου
= Ως το κόκκαλο  το έφαγαν το κρέας.
Μπαγλαρώνω

Λέξις
τουρκική, μπαγλαμάκ = δένω (Σ.τ.Δ.)

· δένω
Μπαϊντόνα (η) το ξύλο, βάρεμα,
ξυλοφόρτωμα. Τουν χόριψα μια μπαϊντόνα! Ια ν ψάθα = Τον βάρεσα
τόσο
πολύ, που έπρεπε να τον σηκώσουν από καταγής στην ψάθα.
Μπαϊντός (ου) ·  η ώρα
που παύουν τη δουλειά. Μπαϊντός,
μπαϊντός! ‘ Αστι να μανέψουμι
= Έπαυσε η δουλειά, ελάτε να φάμε.
Μπάλιους (ου) ·  ο
ήσκιος. Γάστρωσι ψίχα στου μπάλιου =
κάθησε λίγο στην ήσκιο.
Μπαλτέκου (η) ·   η
τσιακούρα. Τουν τσιόλτσιν μι d
μπαλτέκου
– τον σκότωσε με την τσιακούρα.
Μπαρός (ου) · α) αφεντικό β)
οποιοσδήποτε άνθρωπος. Ου μπαρός  σα
φιγγίτς· φκιάνι (
ή υάλτζέτι) ν πραχάλα σ’ όρματ’ =
Το
αφεντικό στέκει πάνω από το κεφάλι μας σα φεγγίτης· φκιάνετε τη δουλειά
όσο
μπορείτε καλή.  – Του
μπαρό δεν τ’ πιάσκιν η πραχάλα
= Δεν του
φάνηκε η δουλειά τον κύριο άξια  για το
τομάρι του.
Μουχός  (υβριστικό) ·
παλιάνθρωπος.
Μπέλους  (ου) · το
χιόνι. Το’ στρουσιν ου μπέλους
= Το χιόνι όλα τα σκέπασε έξω.
Μπούκλις (οι)· τα βυζιά της
γυναίκας. Μπούκλις όρματις, ιά πραχάλτζμα = βυζιά αφράτα για
τρίψιμο.
Μουχούσα (η) [ιδέ  και η ντούφινα]
·   η κυρία του αφεντικού. Υάλτζι τ  μουχούσα·  όρματ!
Θέλ’ πραχάλτζμα
= καμάρωσε τη κυρά
μας, είναι πολύ όμορφη! Θέλει τρίψιμο.
Μούκου· σιώπα, μη λες τίποτα, μη
φανερώσης. Ζιούλα πρακατέ· μούκου = Κλέψ’ τα· σιώπα, μη φανερώσης.

Ν . Ντιάντιους  (ου) · ο κώλος .
Ντάλιους (ου) [ιδέ αζβισταρά]
· το τυρί. Ντιπ τουν μάνιψιν του ντάλιου· =Πέρα και πέρα το έφαγε το
τυρί. –Υάλτζέτι, ου μπαρός τι μας κουβάλτσιν· ζιούπινα, ντάλιουν,
τσιότσιουν

=Ιδέτε τι μας έφερε το αφεντικό· πίττα, τυρί, κρασί. – Του ντάλιου
τουν έχν
φυλακή σήμιρα
= Σήμερα είναι μέρα που δεν τρων τυρί.
Ντιρλίκ (του) η τροφή.
Ντιρλικώνου· τρώγω τόσο που να γίνεται
ζημιά και στον εαυτό μου και στο νοικοκύρη.
Ντουϊανίκα (η) · η φούρκα που έχουν στο
χέρι, για να μαζεύουν τα γουμάρια από πίσω. Θα σ’ υρίσου καμμιά  μι d
ντουϊανίκα
= Θα σε βαρέσω
καμμιά με τη
φούρκα.
Ντούφινα (η) ·η φτωχειά χήρα, που
είναι ιδιοκτήτης του μέρους, στο οποίο δουλεύουν. Έρραξιν
η ντούφινα· υαλτζέ του όρματου
=
Ήλθε η
κυρά· κάμνε καλή δουλειά.
Ντραγάτς (ου) · το βρακί. Υάλτζι
του ντραγάτ τς   μουχούσας
= Ιδέ το
βρακί της κυράς.
Ντρανουβίτς (ου) · ο τρουβάς. Του
ντρανουβίτ τουν πάτσιν αρβανίτις
=Τον τρουβά τον γέμισε καλά
καρύδια.
Ντριτσάλου (η) [ιδέ γκλιάγκλια]
·η ώρα. Ώι! Τι ντριτσάλου φσάει; Μανέφακα. = Ώι! τι ώρα
είναι;
Πείνασα. Έρραξιν τη
ντριτσάλου· θα
ν΄καψαλώσουμι
= Ήλθε η ώρα· θα φύγουμε.

 


Ξ.
Ξέρακας
(ου) · α) το ψωμί, που είναι ξερό, στεγνό β) το ψωμί, που το
τρων χωρίς να έχουν και φαεί.
Ξιφυλλνώ
= Μιλώ, παρακινώ. Ξιφύλλτζι
του μπαρό να μας φέρ’ τσιότσιουν
= Έλα, παρακίνα το αφεντικό,
να μας φέρει κρασί.
Ξλόδουντου
(του) · (η δικέλλα) το φκέλλι.
Ν πάνα ν πάνα του  ξλούδουντου = απάνω απάνω παίρνε το
χώμα με το φκέλλι· μη σκάφτης καλά.
Ξλόχτινου
(του) · το φκέλλι. Ου  ρέμπους του  ζιόρδουσιν του ξλόχτινου
= ο εργάτης τσάκισε το φκέλλι.
Ξνος
(ου) · ο γύφτος μουσικός. Όρματους ξνος = Καλός τεχνίτης
γύφτος ή μουσικός.
Ξφώνου
·  τρώγω πολύ, ώστε κάμνω ζημιά και στον εαυτό μου  και στο
νοικοκύρη. Ξίφουσις ένα κιjαμέτ
= Έφαγες πάρα πολύ

Ο.
Ουξιότς
(ου) · το νερό. Ράξι τουν ουξιότ’ =Πήγαινε, φέρε το νερό.
Όρματα
(επίρρημα) ·  καλά. Υάλτζι  ν
πραχάλα σ’ όρματα
=Κάμνε τη δουλειά σου καλά. – Α! Ν’ πάτουσάμι όρματα =  Α!, Έφαγάμε πολύ καλά .
Όρματους, ουρματότιρους·
α) καλός β) ωραίος, όμορφος, θαυμάσιος. Η μουχούσα φσάει
όρματα στιρνάρια
= η κυρά έχει ωραία στήθη.

Π.
Πάτκις
(οι) [ιδέ αγρόπατκου] · το κούτσουρο.
Τις πάτκις στ’ αγκάθια (ρίχνι
τις )
= Τα κούτσουρα μέσα στα αγκάθια (τίχνε τα).
Παλαέντς
(ου) [ιδέ τισσιρουπόδαρου]
·το γαϊδούρι. Ου παλαέντς πήριν ουπάν τ’ =το γαϊδούρι
δυνάμωσε.
Παπούς
(ου) · εκατοστάρικο
χαρτονόμισμα. Δε υαλίζουμι παπούν στα χέρια μας =Δε
βλέπουμε εκατοστάρικο στα χέρια μας.
Πασπάλ’
·αλεύρι σ’ ελάχιστη ποσότητα. Βαρό πασπάλ’ δε φσω =
Αλεύρι ούτε κόκκον δεν έχω.
Πιλικούδα
(η) [ιδέ αγκίδα] το
κορίτσι. Όρματ’ πιλικούδα = Όμορφο κορίτσι.
Πλαρ’
(του)  ο αργάτης που παύει πρώτος τη δουλειά του  και αναχωρεί
για το σπίτι του. Τσάξα πλαρ’!  άϊντι να ν παραχώσουμι.
Είδα έναν που σχόλασε! Εμπρός και μεις να φύγουμε.
Πλατανόφλλα
(τα) · τα  χιλιάρικα
χαρτονομίσματα.
Πλια (τα)·οι
ψείρες.
Πλιούφας
(ου) · ο τραχανάς.
Πούφου
(η) · η τσιγάρα. Ράξι μ’ μια πούφου = Δος μου μι α τσιγάρα.
Πουγγίας
(ου) · το τσουκάλι που βράζει.  Ου Πουγγίας  έχ΄ αγγούσα
= Το τσουκάλι ακόμα χουρχουλάζει.
Πραχάλα
(η) · α) η δουλειά, β) το γούστο, η επιθυμία.
Πραχαλνώ·
α) εργάζομαι β) τελειώνω γ) κάμνω καλά ή κακά το γούστο μου.
Πραχάλτζι τ’  λιούτου όρματ’ κι βγάνι τις μανούρις
=
Δουλεύει καλά τη λάσπη, βγάνε από μέσα τις πέτρες. –
Πραχάλντσιν η ντριτσάλου
= Τελείωσεν η ώρα.
Πραχάλτζμα
(του) · α) η δουλειά β) η συνουσία . Η μουχούσα θέλ΄ πραχάλτζμα.
Πρίφτης (ου) · ο παπάς.
Προικιά (τα) · [ιδέ κόφτω
προικιά] · α) ζημία β) πρόστιμο.

Ρ.
Ράζου
· α) έρχομαι β) δίνω. Ράξι να
προφτάης μάνημα
= Έλα να προφτάσης φαεί.  – Έραξιν
γκατζιόρ’
= Έδωσε χρήματα.
Ρέμπους
(ου) · ο λασπατζής, ο υπηρέτης.
Ρούμπα
(η) · η φορεσιά. Υάλτζι ρούμπα π’ φσάει ου ρέμπους!
Πρόσεξε να ιδής τι φορεσιά που έχει ο υπηρέτης.

Σ.
Σαλαμαντούρια
(τα)· τα εργαλεία του μάστορα. Ραξ’ τα σαλαμαντούρια =
Δώσε τα εργαλεία.
Σιόρους
(ου) · το κρασί. Όρματους σιόρους! Τίνιαξι = Γλυκόπιοτο
κρασί! Πιε.
Σ’κοπ
(του) · ξυλοφόρτωμα.
Σκαρνώ
· κλέβω. Σκάρνα καμπόσα μανάβια = Κλέψε μερικά καρφιά.
Σκλλί παζαριώτκου
= Αυτός που αγαπάει να υβρίζει.
Σκουφιάζου
· είμαι τελειωμένος. Σκούφιασιν τ’αμπέλ΄= Τέλειωσε το
αμπέλι. -Σκουφιαντάν καψαλντάν = Μια που τελείωσε πρέπει και να
φύγουμε.
Σπυρουτά
(τα) · τα φασόλια, το ρεβίθι, το ρύζι. Ξίφουνι σπυρουτά =
Τρώγε τα φασόλια κλπ.
Στάμους
(ου) ο τεμπέλης.
Σύκου
(του) · το αιδοίον.
Σούζουλου
(του) [ιδέ γκαλιούρς] · ο ήλιος. Πάει να κοιμθή του
σούζουλου
= Έδυσεν ο ήλιος.
Στιρνάρια
(τα) · τα αυγά.
Σχουριμένα
(τα)· τα πλιθιά.


Τ.         

Ταουσιάντς
(
Η λέξις  τουρκική [Σ.τ.Δ.]
)

(ου) · ο λαγός. Τουν άδραξα τουν
ταουσιάν’
= Τον έπιασα τον λαγό.
Τιάνια  (η) · ο
εντελώς μεθυσμένος. Δε μι φκιάντς Τιάνια = Δεν μπορείς να
με μεθύσης, να γίνω σαν την Τιάνια.
Τιόμπαλιας (ου)
· ο βακαλάος. Όρματους τιόμπαλιας = Παχύς και νόστιμος
βακαλάος.
Τισσιρουπόδαρος
(ου) · το γαϊδούρι.
Τούντζα (η) · ο
αμαθής.
Τράους (ου) · ο
δεσπότης.
Τριουκέρατους (ου) ·
το αυτοκίνητο. Ραζ’  τριουκέρατους =  Έρχεται αυτοκίνητο.
Τρύφλας (ου) · το
κλαδευτήρι.
Τσακίζου· βλέπω
πρώτος. Τσάξα πλαρ’,  αχ τουν Παρασκιβά = Είδα έναν
σχόλασεν, κ’ μείς θα φύγουμε.
Τρώου κράνα·
θερμάινομαι, έχω θέρμη, πυρετό.
Τσέρα (τα) [ιδέ
αγουιάτις] · οι γάμπες. Φσάει όρματα = Έχει ωραίες γάμπες.
Τσέργα (η) ·η
βελέντσα.
Τσέρτζας (ου)
·ο κουρελιάρης.
Τσιουλνώ·
σκοτώνω. Τουν τσιόλτσαν = Τον σκότωσαν.
Τσιουρς
(ου) · ο κλέφτης.
Τσιουρεύου
· κλέφτω.
τσιούρλα·
μεθυσμένος.
Τσλίζου
· εννοώ, καταλαβαινω. Τα
τσλιζ’ ου μπαρός
= τα καταλαβαίνει ο κύριος .
Τσουξ τουν λόϊα
= Πες του βρισιές πολλές.
Τσούφα (η)
· το καπνό.
Τζιν ·
στη φράση· Τουν έφκιασα τζιν    (Η
λέξις τουρκική)  =Το έκαμα έξω φρενών.

Υ.

Υαλίζου·
α) βλέπω β) κάμνω. Υαλίζ’ ου μπαρός = Βλέπει το αφεντικό.
Υάλτζι ν πραχάλα σ’ , ν καψάλουσιν ου μπαρός = Κάμνε τη
δουλειά σου, γιατί το αφεντικό έφυγε.
Υαλτστιρά
(τα) · α) τα μάτια β) τα παράθυρα. Υάλτσι τα μουχούσας τα
υαλτστιρά
= Πρόσεξε τα μάτια της κυράς.- Του ίσιασιν ου
κούδας του υαλτστιρό=
Το έσπασεν το παράθυρο ο μάστορας.

Φ.
Φαγάνις
(οι) ·οι δικηγόροι μα και οι δημόσιοι υπάλληλοι. Θέλ΄να τς
ράξς τ’ φαγάνα να φάη κι μιτά να σ’ αθουώσ
‘ = Πρέπει να
ξοδιάσης, να σου φάη πολλά  λεφτά ο δικηγόρος.
Φαρμακώνου·
όπως ντιρλικώνου·τρώγω. Φαρμακών΄ ένα κιjαμέτ =
Τρώει πάρα πολύ.
Φόγγου
(η) · η φωτιά.
Φουραδίτκα
(τα) ·τα καυσόξυλα , μα και τα ξύλα της οικοδομής. Ια  τα
φουραδίτκα τόκουψαν προικιά
= Για τα ξύλα του έριξαν
πρόστιμο.
Φτιρουτή
(η)· η αρνίθα. Κουρδώθκιν η φτιρουτή = Ψόφησε η αρνίθα.
Φράγκους·
στη φράση· Τουν έφκιασαν Φράγκουν = Τον θύμωσα πολύ, πάρα
πολύ.
Φρέ’σκου
(του)· η φυλακή. Τουν έβαλαν
στο φρέσ’κου
= Τον έβαλαν στη φυλακή.
Φσω·
α)έχω, β) είμαι. Φσάου γκατζιορ’  = Έχω χρήματα. –Φσάει
όρματ’ η μουχούσα
= Είναι ωραία η κυρία.

Χ.

Χήνα
(η) [ιδέ πλατανόφλλου] το χιλιάρικο χαρτονόμισμα. Αν
μανέψς καναδυό χήνις, μλωντς
= Όταν σου δώσουν μερικά
χιλιάρικα, ησυχάζεις.
Χουζούρου
(η) · η βροχή. Η χουζούρου μας έφκιασιν λούστρα = Η βροχή
μας κατάβρεξε.
Χουχούτς
(ου) · ο άμμος.
Χουρεύου
· δέρνω.

Ψ.
Ψουρουκώστινα
· α) η φτωχολογιά, η τάξη των εργατών  β) η Ελλάδα. Υαλίζ’ να
τσλιζ’ η ψουρουκώστινα τα κουδαρίτκα
= ενδιαφέρονται οι
αργάτες να ξέρουν τα κουδαρίτικά
 
 
Παρατηρήσεις για τη δημιουργία των
συνθηματικών λέξεων.
 
Σήμερα η γλώσσα αυτή
βρίσκεται στη Σιάτιστα στην ακμή της. Όλοι
οι μαστόροι, ντουβαρτζήδες, χτίστες, σουφατζίδες και
μαραγκοί, την μιλούν· το ίδιο και οι αργάτες, σκαφτιάδες,
θεριστάδες, αμπελουργοί· και  μάλιστα ολόκληρες ώρες
συνέχεια χωρίς να τους καταλαβαίνη ο αμύητος μπορούν και
κοτσομπολεύουν, λεν «ουρσουζλούκια», μιλούν για έρωτα. Το
λεξιλόγιό τους αναφέρεται στην εργασία, στο φαεί, στο χρήμα
και στη γυναίκα. Είναι ριζωμένο στη ζωή κι αυτή το θρέφει,
το μεγαλώνει και κάθε μέρα το ξανανιώνει, αυτή το ρυθμίζει
και το οδηγάει. Η γύρο ζωή με το καθημερινό άλλαγμα που
παρουσιάζει, με το καθημερινό φέρσιμο των νέων πραγμάτων
τους οδηγεί, τους πιέζει  στο να εκφράσουν νέα πράγματα με
νέες λέξεις, τους οδηγεί  στο να μη αφήνουν τη γλώσσα τους
στάσιμη, αλλά να την πλουτίζουν ή να καινουργιώνουν και
δυναμώνουν τη συνθηματικότητά της.
Στη δημιουργία αυτήν των
νέων λέξεων ή στη δημιουργία αυτού του δυναμώματος, στη
δημιουργία αυτού του καινουργιώματος, οι λέξεις έρχονται από
τη γύρο των ζωή, περνούν από στόμα σε στόμα, ξεκαθαρίζουν.
Θα γίνη κοινό χτήμα μόνο εκείνη, που θα αστράψη από δύναμη,
για να βαστάη γερά κρυμμένη την έννοια, που θέλουν.
Η τέτοια δημιουργία γίνεται
α) με τη μεταφορά  β) με το αυθαίρετο βάλσιμο μιας λέξης,
για να εκφράση μιαν έννοιαν, που θέλουν αυτοί γ) με το
δάνεισμα από άλλες συνθηματικές γλώσσες και δ) με την
αντικατάσταση.

Δημιουργία με
τη μεταφορά
.
Εδώ τους φτάνει μια κάποια
ομοιότητα. Τ’ αντιρί τ’ Κόλτς.  Στην αγορά που
πηγαίνουν στα γύφτικα βλέπουν κ’ ένα γύφτο, τον Κόλτσιο,
ντυμένο με ένα αντιρί ξεσκισμένο τόσο, που κρέμονται τα
παρτάλια άρραφτα. Η εικόνα τ’ αντιριού τ’ Κολτς  καρφώθηκε
σ’ όλους τόσο, που την ώρα εκείνη, που είχαν την πίττα
μπροστά τους και ήθελαν μια ώρα αρχύτερα να βάλουν χέρι,
όταν κάποιος τους είπε συνθηματικά το «Σηκώστε τα πέτουρα
της πίττας» με το «Ξέξέτι  τ’ αντιρί τ’ Κολτς», όλοι
ξαφνιάστηκαν, το είδαν να στέκει πάρα πολύ δυνατό, κρατούσε
πάνω του την ομοιότητα των φύλλων της πίττας και το κράτησαν
στη γλώσσα τους.
Πουγγίας.
Το ίδιο έγινε με τη λέξη Πουγγίας = τσουκάλι. Στην
αγορά βλέπουν έναν χοντρό και παχύ μα και κοιλαρά, που
λέγεται Πουγγίας. Κάποιος την ώρα που έβραζε το τσουκάλι,
όταν είπε · «Κι ου Πουγγίας έχ’ αγγούσα» τους
καρφώθηκε. Ο Πουγγίας μοιάζει με το τσουκάλι, το τσουκάλι με
τον Πουγγία· την κράτησαν τη λέξη.
Από την τέτοια δημιουργία
μπήκαν στο λεξιλόγιό τους οι περισσότερες λέξεις. Τις
σημειώνω.
Αγρόπατκου
και
πάτκα = Το κούτσουρο. Από τα πουλιά
που λέγονται αγρόπατκα και τα οποία, όταν κάθωνται κατά γης,
μοιάζουν κούτσουρο.

Γκόλιαβους
= Το
γλύκισμα που το λεν και σαλιάρια. Από το γυμνοσάλιαγκο, που
τον λεν και γκόλιαβου.
Βλάχ΄κους γκαλιούρς
= Το φεγγάρι. Οι
βλάχοι περπατούν μόνο τη νύχτα έχοντας οδηγόν ήλιο (γκαλιούρην)
αυτό το φεγγάρι. Απ’ αυτό ξεμύτισε ο βλάχ΄κους γκαλιούρς.
Δικράνια =
Τα πιρόνια. Από τα δικράνια που έχουν στο αλώνι.

Ζιαμπόχιλα
= Τα
πράσα. Από τα μικρά μακρυά λιμνίσια χέλια.
Ηλιάζου
= Έχω. Όταν
μαζεύουν  τα σταφύλια τα γλυκά, τα απλώνουν στον ήλιο, για
να σταφιδώσουν· τότε λέγουν πως τα ηλιάζουν/ από δω
μετέφεραν τη λέξη που ήθελαν.

Καλόγρις
= Ελιές.
Από τα μαύρα που φορούν οι καλόγριες.
Καλουϊρεύ’ ου
γκαλιούρς

ή του σούζουλου
= Δύει ο ήλιος. Τα μαύρα σύννεφα
που σκεπάζουν τον ήλιο, όταν δύη βαθιά, τους έφεραν στο νου
τον καλόγερο  με τα μαύρα.
Κόφτω
προικιά
= Ζημία,
πρόστιμο. Όποιος έχει να παντρέψη το κορίτσι του πηγαίνει
στο κατάστημα και κόβει ό,τι ρούχα χρειάζονται για τη νύφη.
Όθεν κόφτει προικιά = μετράει χρήματα, ζημιώνει η
σακκούλα του.

Ντραγάτς
= Το
βρακί. Από το  δραγάτη που φυλάγει τα αμπέλια.

Ξιφυλλνώ
= Λέγω,
παρακινώ. Από το ξεφύλλισμα που κάνει ο γραμματισμένος
διαβάζοντας.

Ξλόχτινου
= Το
φκέλλι ( η δικέλλα). Από το ξλόχτινου, που χτυπάει την
κλωστή σον αργαλειό.
Ξνος
= Ο γύφτος. Από τους ίδιος
γύφτους. Αυτοί αγαπούν πολύ τον πατσιά  και μάλιστα ξυνόν
και τόσο ξυνόν, που, όταν δεν είναι, φωνάζουν, για να τους
τον φκιάσουν «ξνον, ξνον». Το τελευταίο αυτό το
άρπαξαν  και το ’βαλαν στον τόπο τους μέσα στη γλώσσα.
Παπούς
= Το εκατοστάρικο
χαρτονόμισμα. Από τα εκατό χρόνια του γέρου.
Πιλικούδα
= Το κορίτσι, από τις
πελεκούδες που πετούν πελεκώντας.
Στιρνάρια
= Τα αυγά. Από το
στρογγυλό, λείο, γυαλιστερό και στέριο των στιρναριών, που
βρίσκονται στους λάκκους.
Τιάνια
= Μεθυσμένος. Από μια Τιάνια,
που γυρνούσε όλο μεθυσμένη.

Γκόγκανας
=
Άνιφτος, άπλυτος.  Από έναν γύφτο Γκόγκανα, που όλη την ζωή
του ήταν άνιφτος και άπλυτος.
Τσέρα = Οι
γάμπες. Από τα καψόξυλα που φέρνουν.

Αυθαίρετη δημιουργία.
Εδώ περισσότερο τους οδηγεί
ο ήχος, το παράξενο της λέξης, για να την πάρουν, να  την
κάνουν δική τους. Έτσι  έβγαλαν τη λέξη για την καμπάνα.
Εντελώς αυθαίρετα ο αργάτης Νίκος Σφεντόνης την είπε
κασσαν
dρινό.
Αυτή χτύπησε καλά στα αφτιά τους, την έμαθαν όλοι.
Με τον ίδιο τρόπο μπήκε και
η φράση «σκουφιαντάν καψαλντάν».  Έτσι του κατέβηκε
κάποιον, το είπε. Ο ήχος, το παράξενο, κρύβει πιο καλύτερα
το νόημα που θέλουν· το δέχτηκαν  στη γλώσσα τους.

Δάνεισμα από άλλες συνθηματικές γλώσσες

Εδώ τη βρίσκουν έτοιμη τη
λέξη, κι όταν τους παρουσιάζεται ανάγκη, και προ παντός όταν
τους πέφτει στο αφτί τους, την παίρνουν.
Για τα λεπτά είχαν στη
γλώσσα τους τη λέξη γκατζιόρ. Με τον καιρό
όμως άρχισαν να χρειάζονται δυο λέξεις, μια για τα χοντρά
και μια για τα ψιλά. Κατά τύχην στο γλέντι, εκεί που οι
γύφτοι τους λαλούσαν για να χορεύουν, πάει κάποιος σ’ έναν
γύφτο, για να του χαλάση ένα δεκάδραχμο. Ο γύφτος του είπε:
«Λουβί θελτς» αυτήν την  λέξη «λουβί»
την πήραν και την έβαλαν να φανερώση σ’ αυτούς τα λιανώματα,
όπως και στους γύφτους της Σιάτιστας.
Αντικατάσταση.
Πολλές λέξεις των στη ζωή
από την πολύ χρήση τρίβονται, ξεθυμαίνουν, χάνουν τη
συνθηματικότητά των, αρχίζουν να αχρηστεύωνται. Για να
ξαναφυλάξουν όμως στη ζωή την έννοια που θέλουν, βάζουν στη
θέση της ξεθυμασμένης νέα λέξη, καινούργια και φωτεινή σ’
αυτούς.
Ως τα πέρυσι έλεγαν τον ήλιο
γκαλιούρ’ . Όμως είδαν πως από την πολλή χρήση
έπεσε στο στόμα των πολλών και άρχισε να σβύνη, να μην
εκπληρώνη το σκοπό της. Ο  ήλιος όμως γι’ αυτούς είναι το
χρονόμετρο· έπρεπε να μείνη στο λεξιλόγιό τους, γι’ αυτό και
ζήτησαν νέα λέξη, που να έχει τη δύναμη να απλώνη γύρο  στη
λέξη του ήλιου τον πέπλο και να την αφήνη σκοτεινή σ’
εκείνον που την πρωτακούει. Τέτοια τους είπε μια μέρα ο
Χρίστος της  Αγνής τη λέξη σούζουλου. Αυτή τους  άρεσε  και
σήμερα τη μεταχειρίζονται όλοι οι μαστόροι· με το χρόνο
αρχίζει και απλώνεται η χρήση της και στους αργάτες. Η
τέτοιου είδους δημιουργία τους έδωσε στο λεξιλόγιό τους
διπλές και τριπλές λέξεις για την ίδια έννοια.
Αγκίδα
= Το κορίτσι. Μα σήμερα αρχίζει να επικρατεί η λέξη
πιλικούδα.

Αγουϊάτις
= Οι γάμπες. Σήμερα αρχίζει να επικρατή η λέξη τσέρα.
Ντάλιους
= Το τυρί. Σήμερα
πλιότιρο αζβισταρά.

Ντριτσάλου
= Η ώρα.
Σήμερα και γκλιάγκλια. Από μεταφορά μιας
τεμπέλου-Γκλιάγκλιας.
Μανάβια
= Τα καρφιά. Σήμερα
προπάντων λόπτσις.
Αυτοί  οι τέσσερις τρόποι
κυρίως παρατηρούνται στη δημιουργία ουσιαστικών. Επίθετο
μόνο ένα έχουν, το όρματους και οχ’ όρματους.
Μ’ αυτό εκφράζουν όλα τα επίθετα εκείνα, τα οποία έχουν την
έννοια του καλού και μη καλού. Ρήματα πάλι λίγα έχουν κι
αυτά μένουν στάσιμα σε πλήθος, πλουταίνουν όμως σε νοήματα.
Ένα ρήμα το μεταχειρίζονται για να εκφράσουν πολλές έννοιες·
Υάλτζι = Ιδέ, κάμνε καλά, κάμνε κακά, έρχεται ,
φαίνεται, μοιάζει.
Φσω =
Έχω , είμαι, φαντάζω, δείχνω. Το τέτοιο μεταχείρισμά τους
μπορεί να φαίνεται εντελώς αυθαίρετο, μα αυτό είναι που
δίνει δυνατή συνθηματικότητα. Μπορεί κάποιος  από ένα ρήμα
να ξέρη μια έννοια, μα αυτοί το μεταχειρίζονται μ’ άλλη,
έτσι που το νόημα παιγνιδίζει μπροστά σου, δεν το
καταλαβαίνεις.

Όμως πιο μεγάλη και δυνατή συνθηματικότητα δίνουν οι λέξεις
εκείνες, που δεν ακούονται στην κοινή σιατιστινή. Χρόνια την
μιλούν τώρα, μα πολύ λίγες μπόρεσαν  και μπήκαν στη
σιατιστινή ομιλία π.χ. μανεύου, πραχαλνώ·μα κι αυτές
πάλι μπήκαν με μια έννοια, ενώ σ’ αυτούς που τη μιλούν η
λέξη κλάδωσε σε νοήματα. Το  δρόμο για να μπορέσω να μάθω γι’
αυτές μου τον έδειξαν τα λόγια εκείνα που αναφέρω στην αρχή·
«Αυτή
d

γλώσσα νη ξέρν όλ’ οι μαστόροι σν Ιλλάδα, πρου πάντουν στ
Λάρσα, σν Ήπειρου, ιδώ στ Μακιδουνία κι στην Πόλ΄». Ζήτησα
συλλογές απ’ αυτά τα μέρη. …..

(Η παρούσα
εργασία εγένετο εν  έτει 1933 εν τω
Λαογραφικώ φροντιστηριω
του  Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης
[Σ.τ.Δ.].)(  http://www.siatistanews.gr/)



 

 

 

 

Η Ζουμπανιώτικη γλώσσα και τα Κουδαρίτικα Και ένα βιβλίο για τα Κουδαριτικά από τον Πεντάλοφο Βοΐου 

Η Ζουμπανιώτικη γλώσσα και τα Κουδαρίτικα



Καταγραφή του τοπικού ιδιώματος του Πεντάλοφου Βοΐου, της γύρω περιοχής, και της συνθηματικής γλώσσας των μαστόρων της πέτραςΑνδρέας Ταρναράς

Πολιτιστικός Σύλλογος Πεντάλοφου Βοΐου Κοζάνης, 2004
165 σελ.

Η τοπική γλώσσα του Πεντάλοφου Βοΐου, όπως μετονομάστηκε στα χρόνια του
μεσοπολέμου, κάτω απ’ τη γενική ελληνοποιητική τάση της εποχής, το
ακμαίο τότε κεφαλοχώρι Ζιουμπάνι που άρχισε να ιδρύεται γύρω στο 1620
απ’ τη σταδιακή προσέλευση των κατοίκων των μικρών περιφερειακών
οικισμών, όπως ο Τσέρος, η Οικουρίνα, η Φτέρη, το Παλιοκρημίνι κ.λ.π.
είναι η ίδια που συναντάται με πολύ μικρές αποκλίσεις και παραλλαγές
στην ευρύτερη περιοχή του Άνω Βοΐου, όπως ονομάστηκε η Νότια Ορεστιάδα
των Αρχαίων Μακεδόνων, σ’ ένα τμήμα της ανατολικής Ηπείρου, καθώς και σε
μια αρκετά εκτεταμένη περιοχή του βορείου μέρους του νομού Γρεβενών.
[…]
(Από την εισαγωγή του βιβλίου)
 α Κουδαρίτικα, η συνθηματική γλώσσα των μαστόρων
Βούζιος, μη ξυφλιάς, τουλίζ’ ου μπαρός
(=Σιωπή, μη μιλάς, ακούει το αφεντικό). Αυτή η συνηθισμένη
προειδοποιητική έκφραση είναι ίσως η μεγαλύτερη απόδειξη για τη
διαδεδομένη χρήση αλλά και την τεράστια χρησιμότητα της συνθηματικής
γλώσσας των μαστόρων. Τα Κουδαρίτικα ή Μαστόρικα ήταν το κύριο μέσο
μυστικής επικοινωνίας μεταξύ των λαϊκών μαστόρων της πέτρας και στην
ξενιτιά που δούλευ- αν αλλά και στο χωριό της καταγωγής τους. Το
επαγγελματικό αυτό γλωσσάριο αποτελούνταν από λέξεις-δάνεια από το
τοπικό ιδίωμα, αλλά και από άλλες γλώσσες, όπως τα Βλάχικα, τα
Αρβανίτικα, τα Ρόμκα (=γύφτικα), τα Αλειφιάτικα, τα Σώπικα, τα
Μουτζούρικα και κυρίως από λέξεις που τις επινόησαν οι ίδιοι οι
μάστορες. Φυσικά, η συνθηματική αυτή γλώσσα ήταν ευρύτατα διαδεδομένη
ανάμεσα σ’ όλα τα μπουλούκια των μαστόρων, απ’ όπου κι αν κατάγονταν,
αλλά παρουσίαζε μικρές διαφορές από περιοχή σε περιοχή. Τι κρεμμύδω
φορείς; (=Τι ώρα είναι;)
Οι περισσότερες λέξεις και οι εκφράσεις
των Κουδαρίτικων περιστρέφονταν γύρω από τη ζωή, τις ανάγκες, το
περιβάλλον και τις συνθήκες εργασίας των μαστόρων καθώς και τις σχέσεις
τους με τα αφεντικά και τις οικογένειες τους. Μερικές φορές στα
διαλείμματα της κοπιαστικής εργασίας τους, οι μάστορες σχολίαζαν
κολακευτικά τα σωματικά χαρίσματα ορισμένων γυναικών και καυτηρίαζαν
ειρωνικά την ασχήμια ορισμένων άλλων. Άραξι μια φουντιάρα (=Δώσε μου ένα
τσιγάρο).
Όμως ποιοι ήταν οι λόγοι που ώθησαν αυτούς τους κατά κανόνα αγράμματους τεχνίτες να «κατασκευάσουν» μια συνθηματική γλώσσα;
Ο κυριότερος λόγος είναι η ανάγκη της
επιβίωσης μέσα από τις κακοτοπιές της ζωής στη ξενιτιά. Ο Ν.
Μουτσόπουλος (1976), εξηγεί με γλαφυρότητα ότι «η αδυναμία που
αισθάνονται οι μαστόροι απομονωμένοι καθώς γυρίζουν σ’ έναν κόσμο ξένο,
άγνωστο, με άλλα συνήθεια, μακριά από τα χωριά τους, τους αναγκάζει να
συνενωθούν περισσότερο ανάμεσα τους και να αμυνθούν απέναντι στον
εργοδότη τους, που ανήκει σε μιαν άλλη τάξη κοινωνικά και οικονομικά
ανώτερη. Πρέπει να είναι κάθε στιγμή πανέτοιμοι, απέναντι στον συχνά
αλλόγλωσσο ή αλλόθρησκο νοικοκύρη, που κάποτε ζητάει να εκμεταλλευτεί με
κάθε μέσο τους εργάτες που δουλεύουν στο σπίτι του. Πρέπει μάλιστα να
λάβουμε υπόψη μας ότι κανένα μέσο άμυνας δεν υπάρχει γι’ αυτούς απέναντι
στον κακοπληρωτή νοικοκύρη, μια και στα χρόνια της τουρκοκρατίας, ούτε
δικαστήριο, ούτε αστυνομία υπήρχε στα απομακρυσμένα χωριά που γύριζαν.
Αλλά και αν υπήρχαν, σε γειτονικά χωριά ή πόλεις, ήταν πολύ δύσκολο γι’
αυτούς να χάσουν πολύτιμο χρόνο διακινδυνεύοντας ένα αμφίβολο
αποτέλεσμα. Μοναδική τους άμυνα ήταν η τμηματική εγκατάλειψη του γιαπιού
που με τα χρόνια έγινε όρος απαράβατος και κανένα άλλο ισνάφι δεν
καταπιανόταν να αποτελειώσει το έργο αν ο νοικοκύρης δεν ταχτοποιούσε
τους λογαριασμούς του με το προηγούμενο ισνάφι. Δεν ήταν όμως αυτός ο
μοναδικός τρόπος άμυνας των μαστόρων απέναντι στους δύστροπους
εργοδότες. Η ανάγκη τους οδηγούσε να εφεύρουν πολλούς τρόπους και
ανάμεσα σ’ αυτούς η πολύωρη διακοπή εργασίας, για το μεσημεριανό φαγητό,
στις περιπτώσεις που δούλευαν μεροκάματο… Μας γράπωσε η χουζούρω (=
Μας έπιασε η βροχή).( Πηγή: http://14gymlar-petrinagefyria.webnode.gr)