Οι Μαστοροκαλφάδες του Βοΐου

Οι ντόπιοι Βοϊώτες δεν φημίζονταν ποτέ ως μεγάλοι κτηνοτρόφοι. Στην πραγματικότητα τα κοπάδια της περιοχής ανήκαν σε Βλάχους οι οποίοι ανέβαζαν εδώ τα ζώα τους από τη Θεσσαλία κατά τους θερινούς μήνες. Αντίθετα, οι μόνιμοι κάτοικοι συνήθιζαν να διατηρούν ένα μικρό μόνο αριθμό ζώων ως οικογενειακή εκμετάλλευση και αγαπούσαν περισσότερο ό,τι τους έδινε η μητέρα γη, όπως τα κηπευτικά και τη συλλογή των καρπών των δέντρων. Όμως η κύρια δραστηριότητα που τους χαρακτήριζε ήταν το δούλεμα της πέτρας. Οι κάτοικοι της περιοχής υπήρξαν εραστές της πέτρας που παίρνει σχήμα και μορφή στα χέρια του έμπειρου τεχνίτη. Είναι εκείνοι οι οποίοι έδωσαν ζωή στη δεξιοσύνη αυτής της τέχνης, που κανένας μέχρι σήμερα δεν έχει ξεπεράσει.

Ο τοπικός λαϊκός πολιτισμός είναι συνυφασμένος με τους μαστόρους της πέτρας. Σε ολόκληρο το Βόιο υπάρχουν αξιοθαύμαστα δείγματα μιας ιδιαίτερης Λαϊκής 
Αρχιτεκτονικής που κυριάρχησε από τις αρχές του 18ου αιώνα, φορείς της οποίας ήταν οι φημισμένοι Μαστοροκαλφάδες. Οι ικανοί αυτοί τεχνίτες έχτισαν μεγαλόπρεπα αρχοντικά, περίτεχνες βρύσες, στιβαρές εκκλησίες και επιβλητικά μοναστήρια με πανύψηλα καμπαναριά. Ένωσαν τις όχθες των ποταμών, υψώνοντας μονότοξα και πολύτοξα πέτρινα γεφύρια.
Η τεχνική τους είναι αποτυπωμένη κυρίως στις τοπικές κατοικίες. Χτισμένες όλες με εμφανή πέτρα, ξύλινα παράθυρα, πόρτες και ξύλινη στέγη, βρίσκονται σκαρφαλωμένες στις πλαγιές των βουνών και προσαρμοσμένες τόσο τέλεια στο ανάγλυφο, που νομίζει κανείς ότι αποτελούν κομμάτι του φυσικού τοπίου. Δεν πρόκειται απλά για ισόγεια κτίσματα, αλλά για διώροφα και τριώροφα, με σχέδια που εξυπηρετούσαν τις ανάγκες των κατοίκων και τον καθημερινό τρόπο ζωής. Μεγάλες όρθιες πέτρες υπογραμμίζουν το περίγραμμα των κτιρίων, ενώ χαρακτηριστικές είναι οι πλάκες που βρίσκονται στις γωνίες, όπου σκαλίζεται η ημερομηνία κτίσης τους, οι μορφές του ιδιοκτήτη, ή του πρωτομάστορα, ή ακόμη και θρησκευτικά σύμβολα με σκοπό να προστατέψουν το σπίτι και τους ενοίκους από το κακό. Στο εσωτερικό ιδιαίτερη εντύπωση προκαλούν τα σκαλιστά τζάκια με θέματα από πουλιά, ρόδακες και λουλούδια, αναπαριστάνοντας ιστορίες βγαλμένες από την ψυχή των μαστόρων. Τα κτίσματα ολοκληρώνονται από τις πλακόστρωτες αυλές, που οριοθετούνται από ψηλούς πέτρινους μαντρότοιχους με χαρακτηριστικό τους γνώρισμα τις ξύλινες αυλόθυρες. Διακοσμημένες με μεγάλα καρφιά, τα γυφτόκαρφα, σε ενδιαφέροντα σχέδια, προστατεύονται με δικές τους σκεπές από ξύλινο σκελετό και πέτρινες πλάκες.
Η φήμη των μαστόρων ήταν φυσικό να ξεπεράσει τα στενά όρια της περιοχής του Βοΐου και δεδομένης της ορεινότητας του εδάφους, οδηγήθηκαν στην ξενιτιά. Οι μάστορες αυτοί αποτέλεσαν την αφετηρία μιας ιστορικής πορείας που έδωσε στους Έλληνες το δικαίωμα να αισθάνονται περήφανοι για τα έργα τους στα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Οργανωμένοι σε σινάφια και συντεχνίες, μιλώντας τη δική τους γλώσσα, τα Κουδαρίτικα, για να μην τους καταλαβαίνουν οι εργοδότες τους, έχτισαν κυρίως στο Πήλιο και στη Θεσσαλία, σε όλη την Τουρκοκρατούμενη τότε χώρα, αλλά και πέρα από αυτή. Απαρτίζονταν από τον πρωτομάστορα, που έκλεινε τη δουλειά και είχε την κύρια ευθύνη του έργου, δύο ξυλουργούς, διάφορους τεχνίτες της πέτρας, δύο νταμαρτζήδες, δύο καλφάδες, δύο λασποπαίδια καθώς και μαθητευόμενους.
Σημείο αναφοράς ήταν ο Πεντάλοφος, το παλιό Ζουπάνι, από όπου προέρχονταν οι περισσότεροι τεχνίτες. Γι’ αυτό το λόγο ο κάθε κάτοικος της περιοχής με υπερηφάνεια έλεγε Οι Ζουπανιώτες έχτισαν τον κόσμο. Για την προετοιμασία του Φευγιού τους ακολουθούσε μια ολόκληρη ιεροτελεστία, την οποία πολύ παραστατικά περιγράφει ο Νικόλαος Μουτσόπουλος : Πριν από τα ξημερώματα ξεκινούσαν αμίλητοι, βουβοί, η παρέα των Κουδαρέων, ο πρωτομάστορας, οι μάστορες, τα ζώα, τα παιδόπουλα. Όλοι οι συγγενείς με τα πιο μικρά παιδιά τους ακολουθούσαν ως το γύρισμα του δρόμου για να τους ξεπροβοδίσουν. Όλο και κοντοστέκονταν οι μάστορες να πούνε κάτι στις γυναίκες τους. Όταν τα βαρυφορτωμένα άλογα χάνονταν στο λογγομένο ρουμάνι, η συνοδεία έπαιρνε το δρόμο του γυρισμού στο χωριό και οι γυναίκες κρυφά άφηναν να τρέχει νερό από το μπαγκράτσι στο δρόμο, κρατώντας το παλιό έθιμο, για να αφήσει αχνάρια και να ξαναβρεί ο αφέντης το δρόμο του γυρισμού.
Ο τελευταίος αποχαιρετισμός γίνονταν σε ένα δέντρο έξω από το χωριό, τον Κλαψόδεντρο. Εκεί έκλαιγαν οι μάνες, οι γυναίκες, οι αδερφές και οι θυγατέρες των μαστόρων. Φιλιούνταν και πάλι φιλιούνταν, αγκαλιάζονταν και πάλι αγκαλιάζονταν, σφίγγονταν και πάλι σφίγγονταν ο ένας στην αγκαλιά του άλλου, ένα σφιχταγκάλιασμα ακόμη και η οικογένεια χωριζόταν.
Έβγα ως τον κλαψόδεντρο, 
Να με ξεπροβοδήσεις, 
Να με κοιτάς να χάνομαι, 
Και να μου τραγουδήσεις. 
Μακάριος Πηλέας (1899)
Το προηγούμενο βράδυ στο σπίτι του μάστορα μαζεύονταν οι συγγενείς και οι φίλοι για να τον αποχαιρετήσουν και να του φέρουν ως δώρα λαγγίτες, ζυμωτό ψωμί και κόκκινο κρασί. Όλο το χωριό ήταν στο πόδι. Έτρωγαν όλοι μαζί, αλλά το φαγητό δεν τους κατέβαινε από τη στενοχώρια. Έπειτα έπιναν λίγο κρασί και όλοι μαζί τραγουδούσαν :
Όσα βουνά κι αν πέρασα όλα τα παραγγέλνω,
Βουνά μου μη χιονίσετε, κάμποι μην παχνιαστείτε,
Ώσπου να πάω και να ‘ρθω και πίσω να γυρίσω,
Και κάνω χρόνους δώδεκα και μήνες δεκαπέντε,
Και πίσω πάλι γύρισα, πίσω από τα ξένα,
Βρίσκω τα χιόνια στα βουνά, τους κάμπους παχνιασμένους,
Βρίσκω και τη μανούλα μου στο μνήμα πεθαμένη,
Ανάθεμά σε ξενιτιά και τρισανάθεμά σε.
Ένα από τα πιο φημισμένα ονόματα των μαστοροκαλφάδων του Βοΐου ήταν αυτό του κάλφα Γεωργίου Λάζου ή Βράγγα από τον Αγ. Κοσμά Γρεβενών, ο οποίος άφησε σε πολλά χωριά της περιοχής έργα που σήμερα είναι ανεκτίμητης αξίας. Απεβίωσε το 1933 σε ηλικία 66 ετών.
Πηγή:www.monopatia-pindos.gr