Ομιλία για την γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου (Εμμανουηλιδης Κώστας Διευθυντής Λυκείου Νεαπόλεως Βοΐου)-Ομιλία που εκφωνήθηκε στις 19 Μαΐου του 2019

Ομιλία που εκφωνήθηκε στις 19 Μαΐου του 2019 στον Ιερό Ναό Αγίου Γεωργίου Νεάπολης Βοΐου

Σεβαστοί πατέρες,

Φέτος, συμπληρώνονται 100 χρόνια από εκείνη την φοβερή ημέρα που ο Ελληνισμός του Πόντου με πόνο βαθύ άφηνε πίσω του την ιστορία αιώνων. Άφηνε πίσω του ότι αγάπησε,
κυνηγημένος να σωθεί, διότι δεν θέλησε να προδώσει την πίστη του, τον Ελληνισμό του. Εκατό χρόνια (Μάιος 1919 – Μάιος 2019) από την αποβίβαση του Μουσταφά Κεμάλστην Αμισό του Πόντου και της ολοκλήρωσης του έργου του με την εξολόθρευση ενός ολόκληρου λαού. Εκατό χρόνια θρήνου και δακρύων. Εκατό χρόνια χωρίς ένα καντήλι αναμμένο εκεί… στις  «Αλησμόνητες Πατρίδες». Έχουν περάσει 100 χρόνια  και οι πληγές της Γενοκτονίας των προγόνων μας αιμορραγούν ακόμα. Ήταν τόσο βαθιές που δεν μας αφήνουν να ξεχάσουμε τα τραγικά γεγονότα της θηριωδίας των Τούρκων.  

Έλληνες συγγραφείς και διανοούμενοι με επιστολή τους, κάνουν γνωστό σε ολόκληρο τον κόσμο τα εγκλήματα των Τούρκων: «Μετά βαθυτάτης συγκινήσεως, οι συγγραφείς και καλλιτέχναι της Ελλάδος, απευθύνονται προς τους διανοουμένους του πεπολιτισμένου κόσμου όπως γνωστοποιήσουν εις αυτούς την τραγωδίαν  χιλιάδων οικογενειών του Ελληνικού Πόντου…

Και τελειώνουν:

Οι υπογεγραμμένοι θέτουσι τα ανωτέρω υπ’ όψιν των διανοουμένων της Ευρώπης και της Αμερικής, θεωρούντες ότι όχι μόνον τα γεγονότα ταύτα αλλά και η ανοχή αυτών αποτελεί πένθοςτης ανθρωπότητος.

Αθήναι 22 Νοεμβρίου 1921

Υπογραφές: Νίκος Καζαντζάκης, Κωστής Παλαμάς, Θεοδωροπούλου Αύρα, Γρηγόριος Ξενόπουλος, Γεώργιος Δροσίνης, Παύλος Νιρβάνας, Άγγελος Σικελιανός και  άλλοι.

  Με αρκετή, ομολογουμένως, καθυστέρηση, η Βουλή των Ελλήνων ψήφισε ομόφωνα στις 24 Φεβρουαρίου 1994 την ανακήρυξη της 19ης Μαΐου ως  Ημέρα Μνήμης για τη Γενοκτονία του Ποντιακού Ελληνισμού

  Η Γενοκτονία των Ποντίων φέρνει στις μνήμες όλων μας ένα από τα πιο φρικτά εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, όπου χρησιμοποιήθηκαν διάφοροι τρόποι αφανισμού όπως σφαγές, διωγμοί, εξάντληση από κακουχίες, βασανιστήρια, πείνα, δίψα, καθώς και πορείες θανάτου στην έρημο. Η ημέρα αυτή είναι και θα είναι για το έθνος μας ημέρα πένθους και μνήμης. 

  Είναι σημαντικό να γνωρίζουν οι λαοί την Ιστορία τους και η Ιστορία του Ποντιακού Ελληνισμού αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της ιστορικής διαδρομής των Ελλήνων. Οι Έλληνες του Πόντου, κατάφεραν, για αιώνες, να κρατήσουν ζωντανό τον πολιτισμό και την ελληνική γλώσσα και να μεγαλουργήσουν, όπου και αν έζησαν, στον Πόντο και τη Μικρά Ασία. Στον  Πόντο άνθισε, για είκοσι οχτώ ολόκληρους αιώνες, ένας πολιτισμός των Ελλήνων. Ο ίδιος εκείνος πολιτισμός που κόμισε στην ανθρωπότητα για πρώτη φορά την κριτική σκέψη, τη βάση της επιστήμης, της έρευνας, της πολιτικής.

 Ένα εκλεκτό τμήμα του Ελληνισμού ζούσε στα βόρεια της Μικράς Ασίας, στην περιοχή του Πόντου, μετά τη διάλυση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Η άλωση της Τραπεζούντας το 1461 από τους Οθωμανούς δεν τους αλλοίωσε το φρόνημα και την ελληνική τους συνείδηση, παρότι ζούσαν αποκομμένοι από τον εθνικό κορμό. Μπορεί να αποτελούσαν μειονότητα, το 40% του πληθυσμού, αλλά γρήγορα κυριάρχησαν στην οικονομική ζωή της περιοχής, ζώντας κυρίως στα αστικά κέντρα. Η οικονομική τους ανάκαμψη συνδυάστηκε με τη δημογραφική και την πνευματική τους άνοδο. Το 1865 οι Έλληνες του Πόντου ανέρχονταν σε 265.000 ψυχές, το 1880 σε 330.000 και στις αρχές του 20ου αιώνα άγγιζαν τις 700.000. 

  Το 1860 στον Πόντο λειτουργούσαν 100 σχολεία, ενώ το 1919 υπολογίζονται σε 1.401 όλων των βαθμίδων, ανάμεσά τους και το περίφημο Φροντιστήριο της Τραπεζούντας. Σε πολλές περιοχές, σύμφωνα με τεκμηριωμένες μαρτυρίες ήταν αδιανόητο στα ελληνικά δημοτικά σχολεία να μην υπάρχουν ειδικοί δάσκαλοι για τη μουσική και τα γαλλικά. Εκτός από σχολεία διέθεταν τυπογραφεία, περιοδικά, εφημερίδες, λέσχες και θέατρα που συναγωνίζονταν σε ποιότητα και επίπεδο τα θέατρα των πρωτευουσών της Ευρώπης και τόνιζαν το υψηλό τους πνευματικό επίπεδο. Κι όμως αυτός ο δημιουργικός εξευρωπαϊσμός δεν ξέφυγε στο παραμικρό την ελληνική πολιτιστική ιδιαιτερότητα, την καύχηση για την ευγένεια και την αρχοντιά της ελληνικής καταγωγής. 

  Βαθιά ήταν και η  χριστιανική πίστη των Ελλήνων του Πόντου. Την  Ορθοδοξία υπηρετούν 1.460 κληρικοί και ο αριθμός των  εκκλησιών ξεπερνά τις 1.130. Τα τρία μεγάλα μοναστήρια του , του Αγίου Ιωάννου Βαζελώνος, της Παναγίας Σουμελά και του Αγίου Γεωργίου Περιστερεώτα, σε όλο το διάστημα της τουρκικής τυραννίας πρόσφεραν μέγιστες υπηρεσίες για την εθνική και θρησκευτική διάσωση του ελληνισμού.

  Καμάρι του ελληνισμού ήταν ” η Παναγία η Σουμελά” γράφει ο  Δημήτρης Ψαθάς.  Γεννημένος στην Τραπεζούντα θυμάται και περιγράφει το πανηγύρι της Παναγιάς τον Δεκαπενταύγουστο : …τι πλήθος , Θεέ μου, μαζευόταν εκεί από όλο τον Πόντο και τη Ρωσία και τι τραγούδια και χοροί και κεμεντζέδες και νταούλια, μέρες ολόκληρες, κι οι καλόγεροι να έχουν ετοιμασμένα τα καζάνια με τα φαγιά και τα ψωμιά, να τραβάνε τις κάμες οι λεβέντες ζιπκαλήδες για την « σέρα» και δόστου τουφεκιές και κουμπουριές να αντιλαλάνε την χαρά της Ρωμιοσύνης.

 Η εικόνα της Παναγίας Σουμελά αποτελεί σύμβολο για τους Έλληνες του Πόντου. Χαρακτηριστική για τη σημασία της, μετά την εγκατάσταση των προσφύγων στην Ελλάδα, είναι η δήλωση του Λεωνίδα Ιασωνίδη, υπουργού Πρόνοιας της κυβέρνησης Ελ. Βενιζέλου, όταν επί των ημερών του και με δικές του ενέργειες και επιμονή, η εικόνα ήρθε στην Ελλάδα: «Eν Eλλάδι υπήρχαν οι Πόντιοι, αλλά δεν υπήρχεν ο Πόντος. Με την εικόνα της Παναγίας Σουμελά ήλθε και ο Πόντος». 

 Το 1908 ήταν μια χρονιά – ορόσημο για τους λαούς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Τη χρονιά αυτή εκδηλώθηκε και επικράτησε το κίνημα των Νεότουρκων, που έθεσε στο περιθώριο τον Σουλτάνο. Πολλές ήταν οι ελπίδες που επενδύθηκαν στους νεαρούς στρατιωτικούς για μεταρρυθμίσεις στο εσωτερικό της θνήσκουσας  Αυτοκρατορίας. Σύντομα, όμως, οι ελπίδες τους διαψεύστηκαν. Οι Νεότουρκοι έδειξαν το σκληρό εθνικιστικό τους πρόσωπο, εκπονώντας ένα σχέδιο διωγμού των χριστιανικών πληθυσμών και εκτουρκισμού της περιοχής, επωφελούμενοι της εμπλοκής των ευρωπαϊκών κρατών στο Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Το ελληνικό κράτος, απασχολημένο με το «Κρητικό Ζήτημα», δεν είχε τη διάθεση να ανοίξει ένα ακόμη μέτωπο με την Τουρκία.

Οι Έλληνες  Πόντιοι εκτοπίζονται σε πρώτη φάση, τέλη Απριλίου του 1916 μετά την κατάληψη της Τραπεζούντας από τους Ρώσους, στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας μέσω των λεγόμενων «ταγμάτων εργασίας» («Αμελέ Ταμπουρού»),   για λόγους δήθεν στρατιωτικής ασφάλειας, στην πραγματικότητα όμως γιατί ήθελαν να τους αφαιρέσουν τη ζωή και κάθε κινητή και ακίνητη περιουσία. Δούλευαν σε λατομεία, ορυχεία και στη διάνοιξη δρόμων, κάτω από εξοντωτικές συνθήκες. Οι περισσότεροι πέθαιναν από πείνα, κακουχίες και αρρώστιες. Πριν προλάβουν να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους εφορμούσαν σαν πεινασμένα όρνια οι τσέτες, οι στρατιώτες και οι χωροφύλακες και έκαναν πλιάτσικο περιουσιών και ζωών. Λεηλατούσαν τα σπίτια μπροστά στα μάτια των Ποντίων που ακόμα δεν είχαν προλάβει να εγκαταλείψουν τα χωριά τους και στη συνέχεια τους έβαζαν φωτιά. Ο θάνατος περιοδεύει πάνω από τις πανάρχαιες εστίες. Τα ματωμένα Χριστούγεννα του 1916 καίγονται χωριά, εκκλησίες, σχολεία. Γυναίκες βιάζονται, περιουσίες λεηλατούνται.
Στην πρώτη αυτή φάση εκτοπίστηκαν 258.674  Έλληνες Πόντιοι. Οι εκτοπισμοί απλώνονται σε όλο τον Πόντο. Αντιδρώντας στην καταπίεση των Τούρκων, τις δολοφονίες, τις εξορίες και τις πυρπολήσεις των χωριών τους, οι Έλληνες του Πόντου, όπως και οι Αρμένιοι, ανεβαίνουν αντάρτες στα βουνά για να περισώσουν ό,τι ήταν δυνατόν. Φωτισμένοι Αρχιερείς, στο πλευρό των Ανταρτών, παλεύουν με νηφαλιότητα να διαφυλάξουν το ποίμνιό τους, Χριστιανούς και Μουσουλμάνους, από τη φωτιά και το μαχαίρι. Μετά τη Γενοκτονία των Αρμενίων το 1916, οι τούρκοι εθνικιστές υπό τον Μουσταφά Κεμάλ είχαν πλέον όλο το πεδίο ανοιχτό μπροστά τους για να εξολοθρεύσουν τους Έλληνες του Πόντου.  Ό,τι δεν κατάφερε ο Σουλτάνος σε 5 αιώνες το πέτυχε ο Κεμάλ σε 5 χρόνια! Στις 19 Μαΐου 1919 ο Μουσταφά Κεμάλ αποβιβάζεται στη Σαμψούντα για να ξεκινήσει τη δεύτερη και πιο άγρια φάση της Ποντιακής Γενοκτονίας, υπό την καθοδήγηση των γερμανών και σοβιετικών συμβούλων του. Τον Απρίλιο του 1920 αυτοανακηρύσσεται πρόεδρος και αρχηγός των ενόπλων δυνάμεων και κηρύσσει αγώνα εναντίον του ελληνικού στρατού, που εν τω μεταξύ προελαύνει στη Μικρά Ασία. 
Ξεκινούν νέες εκτοπίσεις, χειρότερες από τις πρώτες.  Η ιστορία μαρτυρεί ότι η Γερμανία του Κάιζερ είναι ο ηθικός αυτουργός των εγκλημάτων κατά των  χριστιανών στην Τουρκία και όλων των Ελλήνων. Η Γερμανία  στην προσπάθειά της να επιτύχει τους στόχους της  στον νευραλγικό αυτόν χώρο,  που μελλοντικά, λόγω του πλούσιου υπεδάφους του, θα απέβαινε από γεωπολιτικής και οικονομικής άποψης το «μήλον της έριδος», δεν δίστασε να ενδώσει στις απαιτήσεις του παντουρκισμού και εις βάρος των χριστιανικών λαών της Ανατολής. Η τριανδρία Ταλαάτ , Εμβέρ  και Τζεμάλ πασά  και στη συνέχεια οι Κεμάλ και Τοπάλ Οσμάν υπό την προστασία και καθοδήγηση των Γερμανών, ολοκλήρωσαν  την Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου.

«1914-1923, η μαύρη περίοδος του Ποντιακού Ελληνισμού. Περίοδος που έγινε ο σφαγιασμός, η γενοκτονία 353.000 Ελλήνων του Πόντου και στη συνέχεια το επόμενο στάδιο, να περάσουν στο δρόμο της προσφυγιάς. Και να γραφτεί πολύ αργότερα, λες και το ήξεραν ακόμη από τότε το ποντιακό δίστιχο «στα ξένα είμαι Έλληνας και στην  Ελλάδα ξένος». Όσοι γλίτωσαν από το τουρκικό σπαθί κατέφυγαν ως πρόσφυγες στη Νότια Ρωσία, ενώ γύρω στις 400.000 ήλθαν στην Ελλάδα. Με τις γνώσεις και το έργο τους συνεισέφεραν τα μέγιστα στην ανόρθωση του καθημαγμένου εκείνη την εποχή ελληνικού κράτους και άλλαξαν τις πληθυσμιακές ισορροπίες στη Βόρειο Ελλάδα. Ξεριζωμένοι, αποδεκατισμένοι από κακουχίες και τον θάνατο αγαπημένων τους επέστρεψαν έπειτα από τρεις χιλιάδες χρόνια στη μητρική γη. « Φύγαμε και πήραμε μαζί μας μόνο τις ψυχές μας»

 Φεύγοντας από την αξέχαστη Ίμερα, γράφει ο Παναγιώτης Τανιμανίδης, μπήκαμε στην εκκλησία της Παναγίας, ανάψαμε τις τελευταίες λαμπάδες, γονατίσαμε και προσκυνήσαμε το τέμπλο και τα σκαλοπάτια του Ιερού Βήματος, με δακρυσμένα μάτια και αναφιλητά. Τότε θυμάμαι είπε ο πατέρας μας: 

« Άραγε θα αξιών’ μας ο Θεόν να ξαναελέπωμε την Παναγίαν;» 

Θεέ μ’… ποίσον με ‘ιντιαν θέλτς… Μόνον σον τόπο μ’, άφς με.

Άφς με αδά να θάφκουμαι, σον τόπον ντ’ εγεννέθα,

 σο μνήμαν  όμπου έθαψα την μάνα μ’ και τον κύρην μ’… 

 Όλοι γνωρίζουμε ότι η Ιστορία δεν γράφτηκε όπως έπρεπε, θυσιάζοντας τους Πόντιους και την Ιστορία τους, μόνο και μόνο για χάρη της υποτιθέμενης Ελληνοτουρκικής Φιλίας. Σήμερα, 100 χρόνια μετά ο Ποντιακός Ελληνισμός και η ιστορία του δεν πήρε αυτά που δικαιούται. Ιστορία 2.800 χρόνων και μια φρικτή Γενοκτονία χιλιάδων αθώων θυμάτων η Ελληνική Πολιτεία προσπαθεί να την στριμώξει μέσα σε λίγες σειρές ενός σχολικού βιβλίου ιστορίας.

 Πόσοι γνωρίζουν ότι οι γυναίκες του χωριού Σιμικλή Κερασούντας προτίμησαν να αυτοκτονήσουν πέφτοντας στα ορμητικά νερά του ποταμού παρά να υποκύψουν στον βιασμό από τους Νεότουρκους διώκτες τους; Ότι στην περιοχή Βαζελώνας  26 νέες κοπέλες που είχαν διαλεχτεί από τους Νεότουρκους, για να αποφύγουν την ατίμωση αυτοκτόνησαν ομαδικά. Ότι 6.000 κάτοικοι της Πάφρας αποκλεισμένοι σε 4 εκκλησίες παραδόθηκαν στη φωτιά και κάηκαν όλοι; Και τόσες άλλες ανθρώπινες πονεμένες θυσίες. 

 19 Μαΐου 1919 θρηνούμε τους νεκρούς και την αλησμόνητη Πατρίδα. Αυτήν την πατρίδα που κάνει και σήμερα τους χιλιάδες Πόντιους να την αναζητούν αν και δεν την γνώρισαν ποτέ, παρά μόνο από τα ακούσματα των πατεράδων και των παππούδων τους. Γιατί, η πατρίδα είναι αυτή όπου υπάρχουν οι ρίζες σου, αυτή που έχεις από τα ακούσματα, τις διηγήσεις των προγόνων σου. Είναι η ιστορία των ελληνικών πράξεων και του πολιτισμού που άφησαν οι πρόγονοί μας, που ξεριζώθηκαν βίαια από έναν τόπο όπου άφησαν χιλιάδες νεκρούς ανά τους αιώνες. Κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει την αυταπόδεικτη ιστορική αλήθεια. Κανείς δεν μπορεί να διαγράψει ή να ξαναγράψει την ιστορία. Κανείς δεν μπορεί να αγνοήσει τις φωνές των νεκρών. Κανείς δεν μπορεί να μας στερήσει το δικαίωμα στη μνήμη. «Είναι πεποίθηση της Διεθνούς Ένωσης Μελετητών των Γενοκτονιών ότι η Οθωμανική εκστρατεία εναντίον των χριστιανικών μειονοτήτων της αυτοκρατορίας μεταξύ 1914 και 1923 αποτέλεσε γενοκτονία εναντίον των Αρμενίων, Ασσυρίων, Ποντίων και των Ελλήνων της Ανατολίας» .

  Οφείλουμε να δικαιώσουμε τους χιλιάδες νεκρούς και πρόσφυγες του Πόντου και να συνεχίσουμε την προσπάθεια για την αναγνώριση της Γενοκτονίας των Ποντίων από τη διεθνή κοινότητα και την Τουρκία. Το μήνυμα της διεκδίκησης δεν είναι η εκδίκηση, αλλά η καταλλαγή μεταξύ των λαών. Το μήνυμα της αναγνώρισης θα είναι η ειρήνευση στις συνειδήσεις και η αποφυγή της επανάληψης τέτοιων σχεδίων και τέτοιων ανθρωπιστικών δραμάτων.

 Ο σεβασμός στη μνήμη των Ποντίων, που έχυσαν το αίμα τους, δεν αρχίζει και δεν τελειώνει μόνο σε αυτή την ημέρα. Δεν πρέπει, δεν επιτρέπεται να ξεχάσουμε. Ο Πόντος ζει στα ήθη και έθιμα των Ποντίων. Κανένας δεν ξεχνά, τίποτε δεν ξεχνιέται».

  Σήμερα, 100 χρόνια μετά, οι ίδιες πάντοτε δυνάμεις, στο όνομα της Δημοκρατίας, της Ελευθερίας και της Αξιοπρέπειας των λαών, εξυπηρετώντας πάντοτε τα δικά τους συμφέροντα, καταστρέφουν και  ισοπεδώνουν κράτη. Κι όπου δεν επεμβαίνουν στρατιωτικά, το κάνουν με άλλο πιο «πολιτισμένο» τρόπο. Εξαγοράζουν κυβερνήσεις, προκαλούν οικονομική ασφυξία, επιβάλλουν το δίκιο του ισχυρού.

Καθένας μας αυτές τις μέρες, οφείλει να γεμίσει την ψυχή του με μνήμες και μερικές λέξεις …

 Ποτέ πια προσφυγιά για κανέναν λαό του κόσμου.

Οι γενιές που είναι θαμμένες στα πολυχιλιόχρονα χώματαπαραμένουν φρουροί της μνήμης και απαιτούν δικαίωση.

 Και γι’ αυτήν θα αγωνιστούμε ως το τέλος. Αιωνία η μνήμη!!!

Ημέρα Μνήμης: Γενοκτονία των Ποντίων: Η σφαγή των νηπίων της Σάντας

«Έναν μαύρον ημέραν εκούιξεν εις απες σο σπέλ’: Οι μανάδες ντο έχ’νε μικρά μωρά να εβγαίνε οξιοκά ασο σπέλ’». Μία μάνα διηγείται ότι μια μαύρη μέρα ένας φώναξε όσες είχαν μικρά παιδιά να βγουν έξω από τη σπηλιά…

Έτσι ξεκινάει η Ελένη Νυμφοπούλου-Παυλίδου να ντύνει με λόγια μία από τις πιο τραγικές στιγμές της Γενοκτονίας των Ποντίων. Συμπρωταγωνιστής στην αφήγηση ο οπλαρχηγός Ευκλείδης. Ο αδερφός του, Κώστας Κουρτίδης, θα γράψει στο ημερολόγιό του για την νύχτα της 10ης προς 11η Σεπτεμβρίου 1921: «… Πολλά παιδιά τότες, επειδή αι γυναίκες των δεν μπορούσαν να σταματήσουν τας φωνάς των παιδιών τους, και μη θέλοντας να χωρισθούν εξ ημών, τα σκότωσαν και τα άφησαν επί τόπου».

Η Σφαγή των παιδιών

Τα μεσάνυχτα σταμάτησε το πανδαιμόνιο των πυροβολισμών και οι αντάρτες και τα γυναικόπαιδα αποσύρθηκαν στη θέση Μερτζάν Λιθάρ.
Τα μεσάνυχτα σταμάτησε το πανδαιμόνιο των πυροβολισμών και οι αντάρτες και τα γυναικόπαιδα αποσύρθηκαν στη θέση Μερτζάν Λιθάρ.

Η σφαγή των νηπίων αποτελεί μια από τις συγκλονιστικότερες στιγμές στο δράμα που έζησαν οι Έλληνες της Ανατολής, όταν μητέρες αναγκάστηκαν να θυσιάσουν ότι πολυτιμότερο είχαν στη ζωή τους, τα ίδια τα μικρά τους, για να σωθούν τα μεγαλύτερα παιδιά και οι οικογένειες τους. Ανάλογες μαρτυρίες υπάρχουν κι από άλλες περιοχές και με μεγαλύτερα παιδιά όπου η επιλογή του θανάτου από το να πέσουν στα χέρια των Τούρκων-ειδικά τα μικρά κορίτσια όπου πολλαπλώς βιαζόταν πριν ξεψυχήσουν- γινόταν δύσβατος μονόδρομος που έπρεπε οι δόλιες οι μάνες να τον περάσουν ολομόναχες αλλά και να τον πληρώσουν με αβάσταχτο πένθος για την υπόλοιπη ζωή τους.

Στο ημερολόγιο του ο Κώστας Κουρτίδης γράφει για το σχετικό περιστατικό:

«Η νύχτα αυτή ήταν η πιο τρομακτική νύχτα που έζησα στη ζωή μου. Κάνοντας πρόχειρα προχώματα παραταχτήκαμε για μάχη. Γυναίκες και παιδιά (τριακόσιοι περίπου) μαζεύτηκαν λίγο πιο πάνω μέσα σε μια σπηλιά, τους οποίους φυλούσαν περίπου εκατόν είκοσι νέοι άοπλοι.

Επί εννιά ώρες αγωνιζόμασταν ενάντια στον τουρκικό στρατό, που μας περικύκλωσε από παντού, εκτός από μια δίοδο προς το δάσος Βαϊβάτερε, για να έχουμε διέξοδο την τελευταία στιγμή».

«άνθρωποι που σκότωσαν τα παιδιά τους είναι αδύνατον να πιαστούν και άρα είναι περιττό να μείνουμε άλλο εδώ»
«άνθρωποι που σκότωσαν τα παιδιά τους είναι αδύνατον να πιαστούν και άρα είναι περιττό να μείνουμε άλλο εδώ»

Τα μεσάνυχτα σταμάτησε το πανδαιμόνιο των πυροβολισμών και οι αντάρτες και τα γυναικόπαιδα αποσύρθηκαν στη θέση Μερτζάν Λιθάρ. Τότε έπρεπε, πριν ξημερώσει, να βρεθεί μια λύση: ν’ απομακρύνονταν εντελώς αθόρυβα από εκείνη τη θέση, γιατί αλλιώς θα γινόταν ο τάφος μικρών και μεγάλων, ενόπλων και αμάχων. Εκείνες τις τραγικές ώρες, μοιραίες, απελπισμένες μάνες αναγκάστηκαν να θανατώσουν βρέφη και μικρά παιδιά που έκλαιγαν, για να μην προδώσουν τις θέσεις τους.

Όταν ξημέρωσε και οι Τούρκοι ξεκίνησαν την επιχείρηση εναντίον των ανταρτών, αντίκρισαν επτά βρέφη σφαγμένα! Τότε ο ίδιος ο μέραρχος επικεφαλής έδωσε διαταγή στον τουρκικό στρατό να γυρίσει πίσω στη Σάντα λέγοντας: άνθρωποι που σκότωσαν τα παιδιά τους είναι αδύνατον να πιαστούν και άρα είναι περιττό να μείνουμε άλλο εδώ»

Την ιστορία των νηπίων που θυσιάστηκαν από τις ίδιες τους τις μάνες ώστε μη μαρτυρήσουν άθελά τους το σημείο όπου κρύβονταν περίπου 300 Σανταίοι, αφηγείται ο Τάκης Βαμβακίδης. Τη μουσική έγραψε ο Δημήτρης Πιπερίδης, ο οποίος παίζει και λύρα. 

Με πληροφορίες από το pontos-news.gr