Ο Μήνας Δεκέμβριος στην Λαογραφία – Δρώμενα του Δεκεμβρίου στο Βόιο

Ο Δεκέμβριος, αλλά ο δωδέκατος και τελευταίος μήνας του ηλιακού μας έτους, αλλά ο δέκατος μήνας, όπως το λέει και το όνομά του (Δεκέμβριος από το λατινικό Decem = Δέκα), από την πρωτοχρονιά της πρώτης Μαρτίου, όταν το έτος των Ρωμαίων ήταν δεκάμηνο.

Όπως γράφει η αείμνηστη καθηγήτρια της λαογραφίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσ/νίκης Α. Κυριακίδου – Νέστορος, από μια πρώτη επισκόπηση της ζωής των Ελλήνων αγροτών, όπως εκτυλίσσεται μέσα στην περίοδο του Δεκεμβρίου, τρεις είναι οι εμπειρίες του χρόνου που προεξάρχουν: το κρύο, το τέλος της σποράς και η μείωση του φωτός. Το Δεκέμβριο έχουμε τις μικρότερες μέρες. Από τα Χριστούγεννα όμως και ύστερα, αρχίζουν να μεγαλώνουν. Ας δούμε τώρα πως οι εμπειρίες αυτές εκφράζονται μέσα από τις γιορτές και τα έθιμα του Δεκεμβρίου.

Το κρύο συνδέεται με τρεις κυρίως γιορτές στην αρχή του Δεκεμβρίου: Της Αγίας Βαρβάρας, του Αγίου Σάββα και του Άι – Νικόλα. Λέει η παροιμία “Βαρβάρα βαρβαρώνει, Άι Σάββας σαβανώνει, Άι – Νικόλας παραχώνει”. Στις ορεινές περιοχές “Ήπειρο, Δυτική Μακεδονία, Ρούμελη” το κρύο συνδέεται και με τη γιορτή του Αγίου Ανδρέα.” Ο Άγιος Ανδρέας έφτασε, το κρύο αντρειεύει” λένε, παρετυμολογώντας το Αντρέας από το αντρειεύω. Και δίνουν σ’ ολόκληρο το μήνα Δεκέμβριο το όνομα Αντριάς ή Ντριάς. Κάθε κοινωνία, όπως είναι φυσικό, μορφοποιεί το περιεχόμενο του χρόνου με το δικό της τρόπο, κάνει τη δική της ελεύθερη επιλογή.
Η δεύτερη εμπειρία του χρόνου που σημειώσαμε για το Δεκέμβριο είναι το τέλος της σποράς. Εκφράζεται κι αυτή με παροιμίες φράσεις, όπου κυριαρχεί η χρήση της παρετυμολογίας. Με άλλα λόγια, η μορφή που παίρνει ο λόγος επηρεάζεται από τον ηχητικό συσχετισμό των λέξεων. Αυτό σημαίνει παρετυμολογία – όπως λ.χ. στην έκφραση “Ο Αντριάς αντρειεύει το κρύο”, όπου η ηχητική συνάφεια ερμηνεύεται σαν αιτιώδης σχέση.

Ως προς τη σπορά τώρα, λένε: “Δεκέμβρης, δίκιος σπόρος” ή “Δικέμβρη, δίκια σπέρνε”. Δίκια σημαίνει εδώ ότι ο ζευγάς δεν πρέπει να ρίχνει το σπόρο μήτε πολύ αριά, μήτε πολύ πυκνά, γιατί το  χώμα είναι αρκετά ποτισμένο από τη βροχή πια κι έτσι δεν υπάρχει φόβος μήπως δε φυτρώσει μέρος του σπόρου ή μήπως δεν τραφεί αυτός που θα φυτρώσει. Η παρετυμολογία είναι ανάμεσα στο δίκιος και στο Δεκέμβριο.

Για το Δεκέμβριο λένε: “Βαρύς χειμώνας, βαρύ καλοκαίρι” και αντίθετα “ελαφρύς χειμώνας, ελαφρύ καλοκαίρι” που σημαίνει πως αν δεν έχουμε χιόνια το χειμώνα, τότε και τ’ αμπάρια θα είναι άδεια, γιατί το λένε και οι παροιμίες:
“Ο Δεκέμβρης, κρύο αντρειώνει”
“Χιόνι του Δεκεμβρίου, χρυσάφι του καλοκαιριού”

Στις 4 Δεκεμβρίου γιορτάζεται η Αγία Βαρβάρα που θεωρείται προστάτιδα των παιδιών κατά της ευλογίας. Οι γυναίκες δε σκουπίζουν σήμερα “για το καλό των παιδιών”. Λένε ακόμη πως ό,τι καιρό κάνει της Αγίας Βαρβάρας το ίδιο θα έχουμε και τα Χριστούγεννα.

Για την Αγία Βαρβάρα, η παράδοση λέει ότι ήταν προικισμένη με εξαιρετική ομορφιά, κόρη εθνικού Διόσκουρου του ειδωλολάτρη και πολύ πλούσιου που, επειδή ήταν πολύ όμορφη, την απομόνωσε σ’ έναν πολυτελέστατο πύργο για να την προστατέψει από τους κοσμικούς πειρασμούς.

Της είχε όλα τα υλικά μέσα και σοφούς δασκάλους για να μορφωθεί. Ανάμεσα στο υπηρετικό της προσωπικό ήταν και μερικές χριστιανές που μύησαν την Βαρβάρα στη θρησκεία της αγάπης και εκείνη πίστεψε, βαφτίστηκε κι έκανε το πύργο της κέντρο χριστιανικής λατρείας.

Όταν ο πατέρας της γύρισε από μακρινό ταξίδι κι έμαθε τα καθέκαστα, προσπάθησε να την μεταπείσει, αλλά εκείνη ήταν ανένδοτη. Τότε διέταξε να την βασανίσουν και τελικά την αποκεφάλισε με τα ίδια του τα χέρια.

Κατ’ άλλους, λέγεται ότι, καθώς ο πατέρας της μανιασμένος άρπαξε το ξίφος και όρμησε να την σκοτώσει, η Βαρβάρα κατέφυγε στα βουνά. Ωστόσο, τη βρήκε ο πατέρας της και την παρέδωσε στον ηγεμόνα της χώρας, όπου η μεγαλομάρτυς ομολόγησε ότι ήταν χριστιανή και βασανίστηκε, της ξέσχισαν τις σάρκες, της έκοψαν τις πλευρές και τη διαπόμπευσαν γυμνή στην πόλη, ώσπου την έσφαξε ο ίδιος ο πατέρας της.

Σύμφωνα με μια άλλη παράδοση, ο πατέρας της μεγαλομάρτυρος Βαρβάρας, φανατικός ειδωλολάτρης, επειδή η κόρη του μοίρασε όλη της την περιουσία για την αγάπη του Χριστού, της έβγαλε όλα τα δόντια κι από τότε η Βαρβάρα δεν μπορούσε να τρώει παρά μόνο μελόπιτες. Γι’ αυτό, στα περισσότερα χωριά του Βοΐου, την ημέρα της γιορτής της κάνουν λαγγίτες και τις περιχύνουν με σιρόπι.

Η Αγία Βαρβάρα, όπως είπαμε παραπάνω, προστατεύει τα παιδιά από τη βλογιά. Για να την ευχαριστήσουν για την καλή της διάθεση που έχει, να θεραπεύσει πρόθυμα την κακή αυτή αρρώστια, αλλά και άλλες, της προσφέρουν προκαταβολικά ωραία γλυκίσματα, που φτιάχνουν οι μητέρες με τα κορίτσια του σπιτιού ή της γειτονιάς.

Τα γλυκίσματα αυτά τα τοποθετούν στα σταυροδρόμια κι αφού τα διαβάσει ο παπάς του χωριού, τα μοιράζουν στον κόσμο.

Το έθιμο θυμίζει τις ίδιες συνήθειες που είχαν οι αρχαίοι Έλληνες. Κι εκείνοι τοποθετούσαν εκλεκτά και νόστιμα γλυκίσματα στα σταυροδρόμια για να τιμήσουν τη θεά Εκάτη που εκείνη προστάτευε τα παιδιά.

Την έλεγαν Τριοδίτιδα, δηλαδή θεά των τριάδων που συχνάζει στα σταυροδρόμια, στα τρίστρατα.

Παλιότερα, σε πολλά χωριά έβραζαν ρεβίθια και τα μοίραζαν μεταξύ τους. Τα ρεβίθια συμβόλιζαν τα σπυριά της βλογιάς, από την οποία τους προστάτευε η Αγία.
Τα περισσότερα χριστιανικά κράτη την θεωρούν προστάτρια του πυροβολικού. Αυτό εξηγείται από τη δοξασία ότι ο πατέρας της, μετά τον αποκεφαλισμό της κόρης του, σκοτώθηκε από τρομερό κεραυνό που έπεσε στο καφάλι του.

Σε ‘μας, η καθιέρωση της Αγίας Βαρβάρας ως προστάτριας του πυροβολικού έγινε στα 1829. Από τότε, γιορτάζεται κάθε χρόνο με τελετές, ομιλίες, κεράσματα και άλλες εκδηλώσεις στα κέντρα του στρατιωτικού αυτού σώματος.

Η Αγία Βαρβάρα, επίσης, θεραπεύει όλες τις κακές μεταδοτικές αρρώστιες, όταν ο άρρωστος ζητήσει με θερμή πίστη τη βοήθεια και την προστασία της.
Το λέει και ο σχετικός εκκλησιαστικός ύμνος “Λοιμικών νοσημάτων λώβην αφανίζουσα, πάσι τοις πιστοίς παρέχει ιάματα”.

Στις 5 Δεκεμβρίου γιορτάζεται ο Άγιος Σάββας.

Στις 6 Δεκεμβρίου γιορτάζεται ο Άγιος Νικόλαος που είναι από τους πλέον λατρευτικούς Αγίους και εικονίζεται στην εκκλησία γέροντας, με λευκή γενειάδα.

Μια παροιμία λέει:

“Άγια Βαρβάρα μίλησε και ο Σάββας απεκρίθη.
Μαζέψτε ξύλα και άχυρα και σύρτε και στο μύλο,
γιατί Άι – Νικόλας έρχεται στα χιόνια φορτωμένος”.

Από τη γιορτή του Αγίου Νικολάου αρχίζει ο χειμώνας να γίνεται πιο ψυχρός, αρχίζει η κακοκαιρία και ξεσπούν στις θάλασσες θύελλες και φουρτούνες, από τις οποίες μας προστατεύει ο Άγιος Νικόλας που αντικατέστησε τον αρχαίο θεό Ποσειδώνα. Γι’ αυτό και είναι προστάτης των ναυτιλλομένων και, κατά την παράδοση, τα ρούχα του είναι πάντοτε βρεγμένα.

Πολλοί αγιογράφοι τον παριστάνουν καραβοκύρη. Όμως, τα συχνά ναυάγια, οι πάμπολλες περιπέτειες και οι κακουχίες στη θάλασσα τον κούρασαν και αποφάσισε να την εγκαταλείψει. Πήρε στον ώμο ένα κουπί κι άρχισε την περιπλάνηση στα μεσόγεια. Προχωρούσε, προχωρούσε, έδειχνε το κουπί στους διαβάτες και τους ρωτούσε να του πούνε τι είναι αυτό. Όσο, λοιπόν, εκείνοι αναγνώριζαν, τόσο εκείνος προχωρούσε κι όλο πιο πολύ απομακρυνόταν από τη θάλασσα.

Κάποτε, ωστόσο, απάντησε ανθρώπους που δεν είχαν ιδέα από κουτί, από θάλασσα και ναυτικό και στο ερώτημά του τι ήταν εκείνο που κρατούσε, απάντησαν πως είναι ξύλο. Έστησε τότε τη σκηνή του ο Άγιος εκεί, μακριά από τη θάλασσα και αγίασε.

Τούτη τη λαϊκή παράδοση ο λαός μας την αναφέρει πιο πολύ για τον Προφήτη Ηλία, αναφέρεται όμως και στον Άγιο Νικόλαο, ο οποίος, παρ’ όλη του την απόφαση να μη διατηρήσει καμία σχέση με τη θάλασσα, δεν μπόρεσε να τους αφήσει να θαλασσοπνίγονται και, όπως λέει η παράδοση, προσευχόταν γι’ αυτούς συνέχεια, ενώ, μετά το θάνατό του, γυρνάει πάνω από τις θάλασσες για να τους σώζει όταν κινδυνεύουν.

Του Αγίου Νικολάου πανηγυρίζει ο Ιερός Ναός του Αγίου Νικολάου Σιάτιστας που βρίσκεται στη Γεράνεια. Ο Ναός αυτός κτίστηκε το 1743 και σύμφωνα με πληροφορίες του Αιδεσ. Νικολάου Δάρδα στο βιβλίο του “Ιεροί Ναοί και παρεκκλήσια της Σιάτιστας” κατεδαφίστηκε το 1929 και ανεγέρθηκε μεγαλοπρεπέστερος, βάσει σχεδίου του διαπρεπούς Σιατιστινού αρχιτέκτονα Εμμανουήλ Μάλαμα. Το προαύλιό του χρησιμοποιούνταν μέχρι το 1900 ως νεκροταφείο της Γεράνειας. Λόγοι υγιεινής και ψυχολογικοί υποχρέωσαν τους τότε προκρίτους της ενορίας να μεταφέρουν το νεκροταφείο από το κέντρο της ενορίας στον περίβολο του Ιερού Ναού Αγίου Νικάνορος όπου βρίσκεται και σήμερα.

Στις 9 Δεκεμβρίου είναι η γιορτή της Αγίας Άννας και λένε “η ημέρα παίρνει άνεση”.

Στις 12 Δεκεμβρίου γιορτάζεται ο Άγιος Σπυρίδωνας και είναι ο κατ’ εξοχήν Άγιος της Κέρκυρας, όπου εκεί βρίσκεται και το λείψανό του. Στη Σιάτιστα, ο Άγιος Σπυρίδωνας θεωρείται προστάτης των υποδηματοποιών και τελούν κατά την ημέρα αυτή Θεία Λειτουργία με αρτοκλασία.

Λένε πως του Αγίου Σπυρίδωνα “η ημέρα μεγαλώνει σπυρί – σπυρί”.

Στις 15 Δεκεμβρίου είναι του Αγίου Ελευθερίου που τον γιορτάζουν ιδιαίτερα οι έγκυες γυναίκες, για να λευτερώνονται εύκολα και ανώδυνα. Και βλέπουμε στη λειτουργία του να είναι γεμάτη η εκκλησία από ετοιμόγεννες που προσεύχονται στον Άγιο για να “δίνει καλή λευτεριά”.

Στις 16 Δεκεμβρίου είναι του Αγίου Μόδεστου που θεωρείται προστάτης των ζώων. Ο Μόδεστος ήταν αρχιεπίσκοπος Ιεροσολύμων και το συναξάρι του αναφέρει ότι ανέστησε πολλά ζώα. Γι’ αυτό συνδέθηκε μαζί τους. Σε πολλά μέρη της Ελλάδος, στη γιορτή του Αγίου, δίνουν στα ζώα τριμμένους άρτους και αντίδωρο από την εκκλησία για να φάνε τα ζώα και να γίνουν γερά. Στη Λήμνο, οι ζευγάδες κάνουν κόλυβα που τα πηγαίνουν στην εκκλησία και τα διαβάζει ο παπάς και τα ρίχνουν έπειτα στην ταγή για τα ζώα.

Στις 20 Δεκεμβρίου είναι η γιορτή του Αγίου Ιγνατίου. Στις 19 Δεκεμβρίου, παραμονή της γιορτής του Αγίου, τότε που η αύξηση του φωτός είναι κιόλας σημαντική (με το παλιό ημερολόγιο, εννοείται), παρετυμολογώντας και αυτού του Αγίου το όνομα, έλεγαν “αύριο είναι ο Άγιος Αγνάντιος, αγναντεύει ο ήλιος προς το καλοκαίρι”.

Στις 23 Δεκεμβρίου στη Σιάτιστα γιορτάζονται με πρωτότυπο και πανηγυρικό τρόπο τα Κόλιαντα. Το βράδυ της ημέρας αυτής, ανάβονται οι κλαδαριές, μεγάλες φωτιές από ξερά χόρτα, το λεγόμενο “Λόζιο”, που συμβολίζουν τις φωτιές που άναψαν οι ποιμένες στη Βηθλεέμ για να αναγγείλουν τη γέννηση του Χριστού. Οι κλαδαριές ανάβονται παρουσία των τοπικών αρχών και πλήθους κόσμου, ενώ τα τοπικά μας όργανα, χωρίς διακοπή, παίζουν το παρακάτω τραγούδι και τα παιδιά χτυπούν κουδούνια (κυπρά, γκαβανούζις και τσιουκάνια).

Πιδιά μ’ ήρθαν τα κόλιαντα κι όλοι να τοιμασθήτι
πάρτι κι τις τζιουμάκις σας κι στουν Άι-Λιά να βγήτι
κι απ’ τουν Άι-Λιά στουν Πρόδρομου στα τρία τα πηγάδια.
Ικεί θα γεν’ το σύναγμα κι όλου του συναγώγι,
θα ανάψουμε τις κλαδαριές θα πούνε και του χρόνου.

Το πρωί στις 24 Δεκεμβρίου, τα παιδιά, έχοντας στον ώμο ένα σακούλι και στα χέρια ένα ειδικό ξύλο που είναι χοντρότερο στο ένα άκρο και που ονομάζεται “τζιουμάκα”, πηγαίνουν σ’ όλα τα σπίτια και μαζεύουν τα κόλιαντα. Με τις τζιουμάκες χτυπούν τις πόρτες των σπιτιών και λένε το τραγούδι που ταιριάζει για κάθε περίσταση. Αφού τραγουδήσουν, ανοίγει η πόρτα και η νοικοκυρά, χαρούμενη, προσφέρει τα κόλιαντα στα παιδιά, τα οποία όλα μαζί φωνάζουν δυνατά “ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ”. Στις 25 Δεκεμβρίου γιορτάζονται τα Χριστούγεννα, η μεγαλύτερη γιορτή της Χριστιανοσύνης. Σε πολλά μέρη, τα Χριστούγεννα έδωσαν και το όνομά τους στο μήνα: Χριστουγεννάρης, Χριστουγεννάς. Στα ευαγγέλια δε μνημονεύεται ο μήνας που γεννήθηκε ο Χριστός. Η γιορτή των γενεθλίων του θεσπίστηκε για τις 25 Δεκεμβρίου από τους χριστιανούς της Ρώμης γύρω στα 335 μ.χ., όπως αναφέρει η λαογράφος Α. Κυριακίδου – Νέστορος. Το έκαναν αυτό για να παραμερίσουν τον περσικό θεό Μίθρα, που είχε το γενέθλιό του την ίδια μέρα. Ο Μίθρας ήταν θεός του ήλιου και του φωτός και αρχηγός στον αγώνα κατά του σκότους. Στη ρωμαϊκή αυτοκρατορία ήταν πολύ αγαπητός θεός και η λατρεία του ήταν πολύ διαδεδομένη. Η ημέρα των γενεθλίων του, που ονομαζόταν λατινικά (γενέθλιον του αηττήτου ήλιου), ήταν τοποθετημένη στις 25 Δεκεμβρίου, γιατί η τύχη του Μίθρα, ως ηλιακού θεού, συνδέθηκε με την τύχη του ήλιου.

Ο ήλιος, τις μέρες αυτές, βρίσκεται στο χειμερινό ηλιοστάσιο. Από εδώ και πέρα, οι μέρες αρχίζουν να μεγαλώνουν. Ο ήλιος κατά κάποιο τρόπο ξαναγεννιέται. Ο Χριστός συνδέθηκε με τον ήλιο, για να μπορέσει να εκτοπίσει το Μίθρα. Στην υμνογραφία των Χριστουγέννων, υπάρχουν πολλές μεταφορές και παρομοιώσεις που φανερώνουν το σύνδεσμο του Χριστού με τον ήλιο: “Ανέτειλας, Χριστέ, εκ Παρθένου, νοητέ Ήλιε της Δικαιοσύνης”. Και στο απολυτίκιο της γιορτής: “Η Γέννησίς σου, Χριστέ ο Θεός, ανέτειλε το κόσμω το φως το της Γνώσεως. Σε προσκυνείν, τον Ήλιον της Δικαιοσύνης και Σε γιγνώσκειν εξ ύψους Ανατολήν…”.

Η αύξηση και η μείωση του φωτός είναι ένα φυσικό φαινόμενο, το κατεξοχήν φαινόμενο που επηρεάζει τη ζωή πάνω στη γη. Επηρεάζει, λοιπόν, και τη ζωή του σταριού που αποτελεί τη βασική τροφή των Ελλήνων από τα νεολιθικά χρόνια ως σήμερα. Ας θυμηθούμε για μια ακόμη φορά τη σχέση του ηλιακού κύκλου με τον κύκλο των γεωργικών εργασιών: Χειμερινή τροπή – τέλος σποράς, θερινή τροπή, τέλος θερισμού, εαρινή ισημερία – τα στάχυα αρχίζουν να ψηλώνουν, φθινοπωρινή ισημερία, προετοιμασία σποράς. Αυτός ο συσχετισμός των δυο επιπέδων, του ουρανού και της γης, που αντιστοιχεί στο φυσικό, θα λέγαμε, ημερολόγιο, πρέπει να συμπληρωθεί και μ’ έναν άλλο συσχετισμό, που θα μας φέρει στο επίπεδο του πολιτισμού. Το φυσικό ημερολόγιο συσχετίζεται με τον πολιτισμό του κάθε τόπου και μεταφράζεται σε εορτολόγιο – λαϊκό και επίσημο. Μιλήσαμε για τη σχέση ήλιου – Χριστού και για την τοποθέτηση των Χριστουγέννων στο χειμερινό ηλιοστάσιο. Είναι ενδιαφέρον να δούμε τώρα πώς η εκκλησία μορφοποίησε και τις άλλες τρεις κρίσιμες καμπές στον κύκλο του ήλιου, πώς τις έχει εντάξει στο εορτολόγιό της.

Χρησιμοποίησε για το σκοπό αυτό δυο μορφές, του Χριστού και του Ιωάννη του Προδρόμου και τοποθέτησε τα κρίσιμα σημεία της ζωής τους στις ηλιακές τροπές και τις ισημερινές, αντίστοιχα, με τρόπο συμμετρικό και αντίστροφο.

Χειμερινές τροπές, 25 Δεκεμβρίου – γέννηση Χριστού.

Θερινές τροπές, 24 Ιουνίου – γέννηση Ιωάννη Προδρόμου.

Εαρινή ισημερία, 25 Μαρτίου – σύλληψη Χριστού. Ευαγγελισμός.

Φθινοπωρινή ισημερία, 25 Σεπτεμβρίου – σύλληψη Προδρόμου.

Η αιτιολογία αυτής της συμμετρικής και αντίστροφης τοποθέτησης βρίσκεται στο κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο, όπου ο Πρόδρομος εξηγεί στους μαθητές του ότι δεν είναι αυτός ο Χριστός, αλλά εκείνος τον οποίο βάφτισε στον Ιορδάνη Ποταμό. Και είναι τώρα αυτός, ο Πρόδρομος, ικανοποιημένος που η δόξα εκείνου, του Χριστού, αυξάνει καθημερινά. Γιατί, όπως λέει, “εκείνον δεί αυξάνειν, εμέ δε ελαττούσθαι”. Αυτός, λοιπόν, είναι ο λόγος που, σε σχέση με τον ήλιο, ο Χριστός τοποθετήθηκε στην αύξηση, ενώ ο Πρόδρομος στη μείωση του φωτός.

Εχθρός του ήλιου είναι το σκοτάδι. Τα όντα που συμβολίζουν το σκοτάδι ζουν όλο το χρόνο στα έγκατα της γης και είναι εχθροί του ήλιου, οι καλικάτζαροι της λαϊκής μας παράδοσης: μαύροι, κουτσοί, ελεεινοί, με κάθε λογής κουσούρια. Όλο το χρόνο η δουλειά τους είναι να πριονίζουν το δέντρο που κρατάει τη γη. Και όταν δεν μένει παρά μια μονάχα κλωστίτσα για να κοπεί το δέντρο και να χαλάσει ο κόσμος, τότε, την παραμονή των Χριστουγέννων, ανεβαίνουν πάνω στη γη, όπου μένουν δώδεκα μέρες, ως την παραμονή των φώτων. Ευτυχώς, σ’ αυτό το διάστημα, το δέντρο του κόσμου ξαναγίνεται όπως πρώτα. Αυτό το δέντρο είναι ο ήλιος, γιατί χάρη σ’ αυτόν υπάρχει ετούτη η φύση, μέσα στην οποία και χάρη στην οποία ζούμε.

Οι εχθροί του ήλιου, οι καλικάτζαροι, αρχίζουν ξανά να το ροκανίζουν αυτό το δέντρο του ήλιου, το δέντρο της ζωής, ως την παραμονή των επόμενων Χριστουγέννων.

Στους Ρωμαίους, ο Δεκέμβριος ήταν αφιερωμένος στο θεό Κρόνο, προς τιμή του οποίου γιόρταζαν μια μεγάλη γιορτή, τα Σατουρνάλια.

Χριστουγεννιάτικο Λαογραφικό – Τα Κόλιαντα και οι κλαδαριές στη Σιάτιστα 

Τα κάλαντα στη Σιάτιστα τα λένε κόλιαντα από γλωσσική παραφθορά της λέξεως. Τα έθιμα που επικρατούν τις μέρες αυτές στη Σιάτιστα παρουσιάζουν κάτι το ιδιαίτερο. Τα παιδιά κάθε γειτονιάς συγκροτούνται σε ομάδες οι οποίες κάμνουν εξορμήσεις στ’ αμπέλια και στα χωράφια και μαζεύουν ξερά χόρτα που λέγονται “Λόζιος”. Ο “Λόζιος” φορτώνεται στ’ αυτοκίνητα, ενώ τα παλιά χρόνια φορτωνόταν στα ζώα, και αποθηκεύεται σε αποθήκες της γειτονιάς. Η αποθήκη ανοίγει την παραμονή των καλάντων για να ετοιμαστεί “η Κλαδαριά”, μεγάλη φωτιά, που προέρχεται από τη λέξη κλάδος και είναι το κύριο υλικό της φωτιάς.

Το έθιμο της κλαδαριάς είναι πράγματι ωραίο και διατηρείται στη Σιάτιστα από τα παλιά χρόνια. Συμβολίζει τις φωτιές που άναψαν οι ποιμένες στη Βηθλεέμ για να αναγγείλουν τη γέννηση του Χριστού. Αλλά δεν μπορεί παρά να επιβιώνουν και συνήθειες των αρχαίων Ελλήνων που με τη φλόγα έστελναν το μήνυμα κάθε ευχάριστης αγγελίας ή λύτρωσης.

Το στήσιμο και το στόλισμα της Κλαδαριάς έχει ιδιαίτερη τεχνική. Στη μέση της πλατείας της γειτονιάς ανοίγεται μια τρύπα βάθους 0,50-0,70 εκατοστά του μέτρου. Μόλις φτάσει η παραμονή των Καλάντων, 23 Δεκεμβρίου, τοποθετείται και στερεώνεται μέσα στην τρύπα ένα χοντρό ξύλο, το “βεργί”, για να συγκρατεί τα ξερά χόρτα γύρω του. Πάνω στην κορυφή του βεργιού δένουν ένα δεμάτι με λόζιο που λέγεται “Φούντα” και στολίζουν την Κλαδαριά με πολύχρωμα μπαλόνια, κορδέλες κ.λ.π.. Στο διάστημα αυτό, τα παιδιά κάνουν προστατευτικό κλοιό γύρω από την Κλαδαριά και χτυπούν κουδούνια. Κατόπιν, συγκεντρώνονται και παίρνουν θέσεις γύρω από την κλαδαριά γέροι, γριές, νέοι και νέες, περιμένοντας το άναμμα με ανυπομονησία. Μόλις νυχτώσει, ανάβεται η κλαδαριά από τη βάση της, ενώ η τοπική μουσική παίζει το παρακάτω τραγούδι:

Πιδιά μ’ ήρθαν τα κόλιαντα κ’ όλοι να τοιμαστείτι
πάρτι κι τις τζιουμάκις σας και στουν Άι-Λιά να βγείτι
κι απ’ τουν Άι-Λιά στουν Πρόδρομου στα τρία τα πηγάδια.
Ικεί θα γεν’ το σύναγμα κ’ όλου του συναγώγι,
θ’ ανάψουμε τις κλαδαριές θα πούμε και του χρόνου.

Στις 24 Δεκεμβρίου τα ξημερώματα, ακούγονται τα “Κολιαντίτικα τραγούδια” από τα παιδιά και οι “τζιουμάκες” (γερό ξύλο με κεφάλι “ρόζο” στο ένα άκρο) που χτυπούν τις πόρτες των σπιτιών. Λέγεται ότι η τζιουμάκα παράγεται από τη λέξη “Τσομπάνος”, ποιμήν, και συμβολίζει το ραβδί (τις κλούτσες) των βοσκών, οι οποίοι προσκύνησαν το Χριστό τη νύχτα της γεννήσεώς του.

Τα παιδιά, μόλις πάρουν τη τζιουμάκα, τη βάζουν να μουσκέψει στο “χαρανί” (καζάνι με νερό) και την αφήνουν εκεί πολλές ημέρες για να σφίξει και να χτυπάει τις πόρτες στα κάλαντα χωρίς να διατρέξει τον κίνδυνο να ραγιστεί.

Όλα τα σπίτια περιμένουν τα παιδιά να πουν το τραγούδι που αρμόζει για κάθε περίσταση. Η Σιάτιστα έχει εδώ ένα αναμφισβήτητο πρωτείο. Από τα πρωτότυπα αυτά τραγούδια, παραθέτουμε δυο, το πρώτο λέγεται σε σπίτι που έχει ξενιτεμένο και το δεύτερο σε σπίτι που έχει άνθρωπο γραμματισμένο:

“Ξενιτεμένο μου πουλί κι παραπονιμένου
η ξενιτιά σι χαίρετι κι γω χου τουν καημό σου.
Τι να σου στείλω ξένι μου, τι να σου προβοδίσω;
Να σ’ στείλου μήλου σέπιτι, κυδώνι μαραγκιάζει,
να στείλου κι του δάκρυ σ’ ένα χρυσό μαντήλι,
το δάκρυ μ’ είνι καυτιρό κι καίει το μαντήλι”.

“Γραμματικός εκάθονταν στου Βασιλιά την πόρτα.
Έγραφιν κι κουντίλιαζιν όλου για την αγάπη.
Κι σπάραξιν το ΄χερι του κι χύθκιν η μιλάνη
κι λέρουσαν τα ρούχα του τα χρυσοκεντημένα,
σ’ ιννιά ποτάμια τ’ άπλυναν βάψαν κι τα ποτάμια”.

Γεώργιος Μ. Μπόντας
Τέως Δ/ντής της Μανουσείου Δημόσιας Βιβλιοθήκης
Σιάτιστας – Λαογράφος

Κόλιαντα και Κλαδαριές

Τα κάλαντα στη Σιάτιστα και σε όλο το Βόιο τα λένε κόλιαντα από γλωσσική παραφθορά της λέξεως. Τα έθιμα που επικρατούν τις μέρες αυτές στη Σιάτιστα παρουσιάζουν κάτι το ιδιαίτερο. Τα παιδιά κάθε γειτονιάς συγκροτούνται σε ομάδες οι οποίες κάμνουν εξορμήσεις στ’ αμπέλια και στα χωράφια και μαζεύουν ξερά χόρτα που λέγονται “Λόζιος”. Ο “Λόζιος” φορτώνεται στ’ αυτοκίνητα, ενώ τα παλιά χρόνια φορτωνόταν στα ζώα, και αποθηκεύεται σε αποθήκες της γειτονιάς. Η αποθήκη ανοίγει την παραμονή των καλάντων για να ετοιμαστεί “η Κλαδαριά”, μεγάλη φωτιά, που προέρχεται από τη λέξη κλάδος και είναι το κύριο υλικό της φωτιάς.

Το έθιμο της κλαδαριάς είναι πράγματι ωραίο και διατηρείται στη Σιάτιστα από τα παλιά χρόνια. Συμβολίζει τις φωτιές που άναψαν οι ποιμένες στη Βηθλεέμ για να αναγγείλουν τη γέννηση του Χριστού. Αλλά δεν μπορεί παρά να επιβιώνουν και συνήθειες των αρχαίων Ελλήνων που με τη φλόγα έστελναν το μήνυμα κάθε ευχάριστης αγγελίας ή λύτρωσης.

Το στήσιμο και το στόλισμα της Κλαδαριάς έχει ιδιαίτερη τεχνική. Στη μέση της πλατείας της γειτονιάς ανοίγεται μια τρύπα βάθους 0,50-0,70 εκατοστά του μέτρου. Μόλις φτάσει η παραμονή των Καλάντων, 23 Δεκεμβρίου, τοποθετείται και στερεώνεται μέσα στην τρύπα ένα χοντρό ξύλο, το “βεργί”, για να συγκρατεί τα ξερά χόρτα γύρω του. Πάνω στην κορυφή του βεργιού δένουν ένα δεμάτι με λόζιο που λέγεται “Φούντα” και στολίζουν την Κλαδαριά με πολύχρωμα μπαλόνια, κορδέλες κ.λ.π.. Στο διάστημα αυτό, τα παιδιά κάνουν προστατευτικό κλοιό γύρω από την Κλαδαριά και χτυπούν κουδούνια. Κατόπιν, συγκεντρώνονται και παίρνουν θέσεις γύρω από την κλαδαριά γέροι, γριές, νέοι και νέες, περιμένοντας το άναμμα με ανυπομονησία. Μόλις νυχτώσει, ανάβεται η κλαδαριά από τη βάση της, ενώ η τοπική μουσική παίζει το παρακάτω τραγούδι:

Πιδιά μ’ ήρθαν τα κόλιαντα κ’ όλοι να τοιμαστείτι
πάρτι κι τις τζιουμάκις σας και στουν Άι-Λιά να βγείτι
κι απ’ τουν Άι-Λιά στουν Πρόδρομου στα τρία τα πηγάδια.
Ικεί θα γεν’ το σύναγμα κ’ όλου του συναγώγι,
θ’ ανάψουμε τις κλαδαριές θα πούμε και του χρόνου.

Στις 24 Δεκεμβρίου τα ξημερώματα, ακούγονται τα “Κολιαντίτικα τραγούδια” από τα παιδιά και οι “τζιουμάκες” (γερό ξύλο με κεφάλι “ρόζο” στο ένα άκρο) που χτυπούν τις πόρτες των σπιτιών. Λέγεται ότι η τζιουμάκα παράγεται από τη λέξη “Τσομπάνος”, ποιμήν, και συμβολίζει το ραβδί (τις κλούτσες) των βοσκών, οι οποίοι προσκύνησαν το Χριστό τη νύχτα της γεννήσεώς του.

Τα παιδιά, μόλις πάρουν τη τζιουμάκα, τη βάζουν να μουσκέψει στο “χαρανί” (καζάνι με νερό) και την αφήνουν εκεί πολλές ημέρες για να σφίξει και να χτυπάει τις πόρτες στα κάλαντα χωρίς να διατρέξει τον κίνδυνο να ραγιστεί.

Όλα τα σπίτια περιμένουν τα παιδιά να πουν το τραγούδι που αρμόζει για κάθε περίσταση. Η Σιάτιστα έχει εδώ ένα αναμφισβήτητο πρωτείο. Από τα πρωτότυπα αυτά τραγούδια, παραθέτουμε δυο, το πρώτο λέγεται σε σπίτι που έχει ξενιτεμένο και το δεύτερο σε σπίτι που έχει άνθρωπο γραμματισμένο:

“Ξενιτεμένο μου πουλί κι παραπονιμένου
η ξενιτιά σι χαίρετι κι γω χου τουν καημό σου.
Τι να σου στείλω ξένι μου, τι να σου προβοδίσω;
Να σ’ στείλου μήλου σέπιτι, κυδώνι μαραγκιάζει,
να στείλου κι του δάκρυ σ’ ένα χρυσό μαντήλι,
το δάκρυ μ’ είνι καυτιρό κι καίει το μαντήλι”.

“Γραμματικός εκάθονταν στου Βασιλιά την πόρτα.
Έγραφιν κι κουντίλιαζιν όλου για την αγάπη.
Κι σπάραξιν το ΄χερι του κι χύθκιν η μιλάνη
κι λέρουσαν τα ρούχα του τα χρυσοκεντημένα,

σ’ ιννιά ποτάμια τ’ άπλυναν βάψαν κι τα ποτάμια”.
Τα παλιά Χριστούγεννα στη χωριό
Μπήκε για καλά ο Δεκέμβρης. Το κρύο σφίγγει στο χωριό και οι καπνοί των τζακιών των σπιτιών δυναμώνουν. Και τα σγκουρλίσματα των κομμένων γουρουνιών αντηχούν καθημερινά πρωί-πρωί , στέλνοντας μηνύματα για τον ερχομό των Χριστουγέννων.
Στο μεταξύ αργά κάποιο βράδυ, από κάποιο βιαστικό αγόρι, κάποιας γειτονιάς, ακούεται μια δυνατή φωνή « κόοολίιιντάααα». Αυτό ήταν και σε λίγο, όπως οι πετεινοί, αρχίζουν σ’όλο το χωριό κι απ’όλα τα παιδιά να επαναλαμβάνουν και πιο δυνατά « κόοολίιιντάααα». Κι πρώτη σκέψη όλων.΄Ηρθαν τα Χριστούγεννα.
Αυτό τώρα γίνεται κάθε βράδυ, χτυπώντας ακόμη και την καμπάνα του αγίου Αθανασίου και σε προχωρημένες ώρες. Ακόμη και τα μεσάνυχτα. Και το χωριό ανάστατο. Κι όσο περνούν οι μέρες, τόσο δυναμώνουν και πληθαίνουν οι φωνές. Κι αυτό μέχρι τις 22 Δεκεμβρίου το βράδυ.
Τώρα όλα τα σπίτια ετοιμάζονται γι’αυτό το γεγονός. Οι σπιτονοικοκυρές ψήνουν τις αφράτες κουλούρες κι αποφασίζουν τι άλλο να δώσουν στα κολιντρούλια. Οι μάνες ετοιμάζουν τα χοντρά ρούχα, τα παπούτσια, την κουκούλα, τα γάντια για να φορέσουν τα παιδιά τους, για να μην κρυώσουν, τον τρουβά και τη τσιουμπανίκα, για το χτύπημα της πόρτας.
Επιτέλους φτάνει κι αυτή η μέρα η 23η Δεκεμβρίου, Σ’όλο το χωριό επικρατεί ηρεμία και ησυχία, για να ξεκουραστούν όλοι και να πάρουν δυνάμεις για το βράδυ, που έρχεται. Τα παιδιά συγκεντρώνουνται στην πλατεία, για να αποφασίσουν για την ώρα που θα ξεκινήσουν. Οι μεγάλοι και κυρίως αυτοί που έχουν μικρά παιδιά, προσπαθούν να τους πείσουν να ξεκινήσουν πιο αργά, τις πρωινές ώρες, για να χορτάσουν τον ύπνο τους, αλλά και για να βλέπουν. Τα παιδιά το βράδυ αυτό δεν μπορούν να κλείσουν μάτι. Μερικά ξενυχτούν κοιτάζοντας το ρολόι να πάει 12 τα μεσάνυχτα, ώστε να αλλάξει η μέρα. Και μόλις περάσει η 12, τα πιο ζωηρά αρχίζουν να χτυπούν και τις δυο καμπάνες των εκκλησιών φωνάζοντας δυνατά όσο μπορούν με όλη τους τη δύναμη « κόοολίιιντάαα»…..
Αυτό ήταν. Το σύνθημα δόθηκε. Τα σπίτια το ένα με το άλλο, αρχίζουν να φέγγουν. ΄Ολο το χωριό στο πόδι. Οι γονείς τώρα είναι υποχρεωμένοι να ξυπνήσουν τα παιδιά τους. Εάν κανείς δεν ακούσει τις καμπάνες ή δεν θελήσει να ξυπνήσει το παιδί του, χάθηκε.
Δεν περνά πολλή ώρα και τα παιδιά κουκουλουμένα, με τα παρδαλά τρουβάδια και τις χοντρές τζιουμπανίκες συγκεντρώνονται στην πλατεία. Αναμετριούνται κι αν ο αριθμός είναι αρκετός, ξεκινούν.
Καλήν εσπέραν άρχοντες, αν είναι ορισμό σας,
Χριστού την θεία γέννηση, να πω στ’ αρχοντικό σας….
Με το τραγούδι φτάνουν στο πρώτο σπίτι, χτυπούν την πόρτα με τις τζιουμπανίκες και μπαίνουν μέσα.
Καλημέρα καλή χρονιά, είναι ο πρώτος χαιρετισμός.
Στο τζάκι λαμπυρίζουν τα αναμμένα κόκκινα κάρβουνα. Η γιαγιά, αυτό το βράδυ έβαλε τα πιο καλά κούτσουρα στο τζάκι, προσμένοντας να φασκιώσει η Παναγιά το μικρό Χριστούλη.
Βάζει τα παιδιά να καθίσουν, για να τις κάθονται οι κλωσσαριές κι εκείνα με τις τζιουμπανίκες ξεζιαρώνουν τη φωτιά λέγοντας ευχές. Χρόνια πολλά, αρνιά, κατσίκια, νύφες, γαμπροί, φλουριά. Ενώ λένε αυτά η σπιτονοικοκυρά σκορπά στο πάτωμα κάστανα, καρύδια, καραμέλες, μήλα κι ότι άλλο έχει και τα παιδιά τα μαζεύουν σφυρίζοντας σαν τους τζιομπαναραίους, βελάζοντας σαν τα πρόβατα και γαυγίζοντας σαν τα σκυλιά. Κι αφού βάλουν τα πρώτα δώρα στον τρουβά με απαραίτητη την κλούρα, ξεκινούν για άλλο σπίτι τραγουδώντας.
Χριστός γεννάται σήμερον, εν Βηθλεέμ τη πόλει,
οι ουρανοί αγάλλονται, χαιρετ΄η φύση όλη…
Εάν δε η απόσταση του ενός σπιτιού από το άλλο είναι μεγάλη, για να το διασκεδάσουν, συνεχίζουν τραγουδώντας το παρακάτω:
Κόλιντα μπάμπου κόλιντα και μένα μπάμπου κλούρα.
Και σαν δεν έχεις κόλιντα, δός μου ένα κορίτσι.
Και τι το θέλεις γάιδαρε το ξένο το κορίτσι;
Να το τσιμπώ, να το φιλώ, να κοιμούμαστε αντάμα.
Και με την ίδια χαρά, την ίδια διάθεση, χωρίς να αισθάνονται κρύο και κούραση αυτή τη νύχτα, γυρίζουν ένα προς ένα τα σπίτια όλου του χωριού. Κι αφού τελειώσουν, το κάθε παιδί πηγαίνει στο σπίτι του, για να δει τι έχει μέσα ο τρουβάς και να τα μετρήσει χαρούμενο κι ευτυχισμένο. Και το χωριό ησυχάζει και πάλι και πέφτει στην ήρεμη αγκαλιά της νύχτας.
Την άλλη μέρα τώρα, στις 25 Δεκεμβρίου, νύχτα χτυπά χαρμόσυνα η καμπάνα της εκκλησίας, για να αναγγείλει τη γέννηση του Χριστού. Πρώτοι οι τζιομπαναραίοι, περήφανοι γιατί πρώτοι αυτοί ανήγγελαν στον κόσμο τη γέννηση του Χριστού, μπαίνουν στην εκκλησιά. Ακολουθούν οι ξενιτεμένοι, που τέτοιες μέρες νοσταλγούν το χωριό, νοσταλγούν να βρεθούν κοντά στους δικούς τους. Και σε λίγο η εκκλησιά γεμίζει. Είναι όλο το χωριό. Κι όλοι με τα γιορτινά τους, Κανείς δεν λείπει. Κι όλοι με ευλάβεια και κατάνυξη ακούν τα χριστουγεννιάτικα χαρμόσυνα τροπάρια. « Δεύτε ίδωμεν πιστοί που εγεννήθη ο Χριστός…», « Η γέννησή Σου Χριστέ ο Θεός ημών…»
Και στο τέλος, όλοι έξω στην πλατεία εύχεται ο ένας τον άλλον « Χρόνια πολλά κι ευτυχισμένα» κι όλοι καλωσορίζουν τους ξενιτεμένους.
Κι αργότερα στο σπίτι, τους περιμένει πλούσιο χριστουγεννιάτικο τραπέζι. Εκεί γύρω οι σπιτικοί απολαμβάνουν τα αγαθά των κόπων τους. Το φρέσκο ψωμί, απ’ τα χωράφια τους, το χοιρινό με λάχανο, από το γουρούνι τους κι απ’ τον κήπο τους, το γνήσιο κρασί απ’ το αμπέλι τους κι όλα τα άλλα απ’ το μόχθο τους. Όλα μοσχομυρίζουν κι όλοι απολαμβάνουν κάτι που δεν μπορεί να γραφεί. Ζουν κάτι το υπερκόσμιο.

Τα Κόλιαντα
Όλες οι μεγάλες γιορτές είναι αφορμή χαράς και γιορταστικών εκδηλώσεων. Μια από τις γιορτές που αφήνουν από τα παιδικά μας χρόνια γλυκιά ανάμνηση είναι και η γιορτή των καλάντων ή, όπως τα λένε στη Σιάτιστα, “τα Κόλιαντα” που εκδηλώνεται με το παρακάτω τραγούδι:

Πιδιά μ’ ήρθαν τα κόλιαντα κι όλοι να τοιμασθείτι
πάρτι και τις τζιουμάκις σας κι στουν Άι-Λιά να βγείτι
κι απ’ τουν Άι-Λιά στουν Πρόδρομου, στα τρία τα πηγάδια.
Ικεί θα γεν’ το σύναγμα κι όλου το συναγώγι,
θ’ ανάψουμε τις κλαδαριές, θα πούμε κι του χρόνου.

Το τραγούδι αυτό τραγουδιέται από τα μικρά παιδιά από τη γιορτή του Αγίου Νικολάου και συνοδεύεται με χτυπήματα κουδουνιών (Γκαβανούζες) που κρατούν οι μικροί και τρέχουν στις διάφορες γειτονιές για να αναγγείλουν ότι πλησιάζουν τα Χριστούγεννα. Ακόμα, τα παιδιά κάθε γειτονιάς συγκροτούνται σε ομάδες, κάμνουν εξορμήσεις στα χωράφια και τα αμπέλια και εκεί μαζεύουν επί ώρες ολόκληρες φρύγανα ξερά, “το λόζιο”. Ο λόζιος φορτώνεται σήμερα στα αυτοκίνητα, ενώ παλιά στα ζώα και τοποθετείται σε μια αποθήκη (αχυρώνα), η οποία ανοίγει μόνο στις 23 Δεκεμβρίου το απόγευμα για να ετοιμαστεί ¨η κλαδαριά”, μεγάλη φωτιά, που η λάμψη της συμβολίζει τις φωτιές που άναψαν οι ποιμένες στη Βηθλεέμ για να αναγγείλουν τη γέννηση του Χριστού. Η κλαδαριά γίνεται κατά τον εξής τρόπο: Στη μέση της πλατείας της γειτονιάς ανοίγεται από καιρό μια τρύπα 0.50-0.70 εκατ. του μέτρου. Μόλις φθάσει η 23η Δεκεμβρίου, τοποθετείται και στερεώνεται μέσα σ’ αυτήν ένα ίσιο χοντρό ξύλο, “λουμάκι”, 4-5 μ. Στην κορυφή του ξύλου δένουν μια φούντα από τα πιο φανταχτερά ξηρόχορτα και κατόπιν στολίζουν την κλαδαριά. Το βράδυ, μόλις νυχτώσει, ανάβουν οι κλαδαριές στις πλατείες της Σιάτιστας, παρουσία των τοπικών αρχών και πλήθους κόσμου, ενώ η τοπική μουσική χωρίς διακοπή τραγουδά διάφορα τραγούδια των καλάντων. Γύρω από τις κλαδαριές, οι μεγάλοι χορεύουν και οι μικροί χτυπούν τα κουδούνια.
Η φωτιά υψώνεται αρκετά και λαμποκοπάει και ζεσταίνεται όλος ο τόπος και μαζί μ’ όλα ανάβει και το κέφι. Όταν με το χαμήλωμα της φωτιάς αρχίζει να φαίνεται “το λουμάκ锨, ο πιο θαραλλέος από τους νέους ορμάει να το ρίξει κάτω. Αν το καταφέρει, θεωρείται άξιος για παντρειά και ακούει παινέματα και επευφημίες από τους γύρω του. Αν αποτύχει, ακούει φράσεις ειρωνικές. Με το χαμήλωμα της φλόγας, οι μεγάλοι αποχωρούν στα σπίτια, ενώ οι μικροί συγκροτούνται σε ομάδες για τον αγερμό (γύρισμα στις πόρτες για τα κόλιαντα). Κρεμούν στον ώμο ένα σακούλι, στο δεξί χέρι κρατούν ένα γερό ξύλο με κεφάλι, “Ρόζο”, στο ένα άκρο περίπου σφιαρικό. Το ειδικό αυτό ξύλο λέγεται τζιουμάκα και παράγεται από τη λέξη “Τσομπάνος”, ποιμήν, και συμβολίζει το ραβδί (τις κλούτσες) των βοσκών, οι οποίοι προσκύνησαν το Χριστό τη ν’υχτα της γεννήσεώς του. Έτσι, τα παιδιά με πλήρη εξάρτηση γυρίζουν τα γειτονικά και συγγενικά σπίτια για να μαζέψουν τα κόλιαντα.
Μέσα στην παγερή αυτή νύχτα του Δεκεμβρίου, το χτύπημα της τζιουμάκας, τα διάφορα τραγούδια του πόνου, της ξενιτιάς και της χαράς ενώνονται σ’ ένα αρμονικό σύνολο συγκινήσεως και ικανοποιήσεως. Όλα τα σπίτια περιμένουν τα παιδιά να πουν τα τραγούδια που αρμόζει για κάθε περίσταση. Για ηλικιωμένο ζευγάρι, για κόρη για παντρειά, για τσιγκούνη, για άνθρωπο γραμματισμένο κλπ.. Μετά τους στίχους κάθε τραγουδιού, λένε το τραγούδι:

Δος μας τα μπάμπουμ’ δος μας τα
να πούμε κι απού χρόνου.
Να ζήσεις χρόνους ικατό κι να τους απιράσεις…
Ν’ ασπρίσεις σαν τουν Όλυμπου
σαν τ’ άσπρο περιστέρι…

Μετά τα χτυπήματα και αφού τραγουδήσουν, ανοίγει η πόρτα, βγαίνει χαρούμενη η νοικοκυρά και προσφέρει τα κόλιαντα, ενώ τα παιδιά όλα μαζί φωνάζουν δυνατά “ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ”. Τα κόλιαντα είναι διάφορα φαγώσιμα, σαλιάρια, κουλιαντίνες, μουστουκούλουρα, κάστανα, ξηροί καρποί κλπ. που τα τοποθετούν στα σακούλια που έχουν κρεμασμένα στους ώμους.

Ου Λιόλιους τσ’ Βαγγέλινας πιρπατούσιν στου δρόμου ιατί τουν έστειλεν η μάνα τ’ σι μια δ’ λειά, όταν άκσιν του Νιώτα τ’ Χαρίσ’ να τ’ λέει.
Ω Λιόλιου, θα πάμι απόψι να μάσουμι κόλιαντα αντάμα ή θα πας μι καέναν άλλουν; Μι ποιόν άλλουν; Μι ποιόν άλλουν να πάου, τούπιν ου Λιόλιους. Δεν πήγαμι περσ’ αντάμα; Κι φέτος αντάμα. Μ’ να βρεις τσ’ άλλνους κι να πάμι ολ’.
Σαν τούπιν ετσ’ ου Νιώτας, ου Λιόλιους απαράτσιν τ’ δ’ λειά τ’ κι πιαλούσιν να βρει όλνους τσ’ άλλνους. Τσ’ βρήκιν, τα κανόν’ τσαν η ώρα δυο να βγουν στα Γκαράθκα κ’ ύστερα πάει ικεί π’ τουν έστειλιν η μάνα τ’.
Σήμιρα είχαν σκουλάσ’ απ’ του σκουλειό κι ου Λιόλιος τ’ μάζουνταν ια του βραδ’ π’ χα να ναψ’ ν οι κλαδαριές. Δεν στρώνονταν σ’ ένα μέρους. Πάεινιν απ’ τι δω, απ’ τι κει κι καμιά δ’ λειά, ώσπου νάρθ’ του βραδ’.
Άναψαν οι κλαδαριές, τραγούδ’ σαν όλους ου κόσμους “Πιδιάμ ήρθαν τα κόλιαντα κι όλοι να τοιμαστήτι” χτ’ πούσιν του κ’ δουν’ τ’ ου Λιόλιος, κανά κυπρί ή καμιά γκαβανούζα, κι σαν τσ’ άναψαν όλις ου Λιόλιος, πήγιν σπιτ’ τ’ ιά να κοιμηθεί. Έφαγιν καμόσα μουστουκούλουρα ου Λιόλιους κι κοιμήθ’ κιν.
Κατά η ώρα δυο, σ’ κώθκιν, πήριν του σακκούλ’ τ’ κι τ’ Τζιουμάκα τ’ κι πάινιν στα Γκαράθκα.
Βρήκιν ικεί του Νιώτα να τουν καρτιρά μι τουν Νιάκου τσ’ Αλέξινας, τουν Τάτσιου τ’ Δημητρούλ’ κι τουν Μκόλα τσ’ Αυλαμπίας.
Άιντι Λιόλιου. Άιντι ιατί δεν θα τα προυφτάσουμι, είπιν ου Νιώτας.
Κι αρχίντσαν σβάρνα τσ’ πόρτις. Κι πού δεν πήγαν. Σ’ όλη τσ’ Σιάτστα. Όλα τα τραγούδια τάπαν. Είχαν ιμόσ’ τσ’ τραβούδις μι μουστουκούλουρα, κουλιαντίνες κι κάστανα.
Κι μέχρι ιδώ κάλα πάιναν κι έφτασαν στου σπίτ’ τ’ Κωτσ’ τ’ Χριστ’ τραγούδ’ σαν “ιδώ ΄χουν κόρη ια παντρειά” μ’ ου Κώτσιος δεν έβγινιν. Χτυπ’ σαν μι τ’ Τζιουμάκις. Δεν έβγινιν.
Λυπάτι τα κάστανα, είπιν ου Νιάκους. Δεν θελ’ να βγει.
Έκατσαν ακόμα λίγου, ξαναχτύπ’ σαν, πάλι τίπουτας. Σ’ κων’ μια μπηστηρά ου Νιώτας κι τσάκσιν ν’ πόρτα. Τότις, βγαίνει ου Κώτσιους κι αρχίντσιν να τσ’ κυνηγάει. Έχασιν τ’ τζιουμάκατ’ ου Λιόλιους, κσέκσιν κι του πανταλόν’ καθώς πάινιν να ριχτεί ένα τ’ βαρ’ κι τσάκσιν του πουδάρ’ τ’ ου Μκόλας. Μόνι ου Νιώτας δεν έπαθιν τίπουτας. Πρόφτασιν κ’ έφυγιν.
Ξ’ να τ’ βγήκαν του Λιόλιου ικείνα τα κόλιαντα κι τα θ’ μάτι ακόμα κι τώρα απ’ τράνιψιν.

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΣΤΑ ΕΡΗΜΑ ΧΩΡΙΑ ΤΟΥ ΒΟΪΟΥ
Παραμονή Χριστουγέννων 2011
Χριστούγεννα 2011
ΚΟΛΙΑΝΤΑ-ΕΡΑΤΥΡΑ

Το έθιµο αυτό χάνεται στα βάθη των χρόνων. Μικροί μεγάλοι , βρίσκονται σε διαρκή κίνηση. Τα σπίτια πανέτοιµα και τα σιτζιούκια κρεμασμένα στο σχοινί.Από βραδύς το χωριό γεμίζει µε κλαρίνα και νταούλια. Αυτόµατα δημιουργούνται οι παρέες και το γλέντι αρχίζει σε κάθε γειτονιά πλατεία και καφενείο. Όλοι χορεύουν και τραγουδάνε στην πλατεία του χωριού. Στη συνέχεια παίρνουν τους δρόµους µε τα όργανα και πάνε σε σπίτια όπου λένε τις ευχές συνεχίζοντας µε χορό και τραγούδι έως το πρωί.Το πρωί οι δρόµοι θα γεμίσουν από τα μικρα παιδιά που έχουν έτοιµα τα χρωματιστά σακούλια και ης τζουµάκες (ραβδιά που έχουν περασμένα στο ένα άκρο τους ένα χοντρό και ροζιασμένο κυλινδρικό ξύλο ,σαν σφυρί),µε τις όποιες θα χτυπήσουν τις εξώπορτες των σπιτιών για να φέρουν σε κάθε σπίτι το μήνυμα της γεννήσεως του Χριστού. Εκεί οι νοικοκυρές θα τους δώσουν κουλούρες κάστανα μανταρίνια σοκολάτες και θα τα «δωρίσουν »
Κόλιαντα µπάµπου µ , κόλιαντα κι µένα ν κολιαντίνα.
Κι µένα την τρανήτερη κι τώρα κι του χρόνοu
Κι αν δεν έχεις κόλιαντινα, δος µ ένα σιτζιούκι,
Κι αν δεν έχεις κι σιτζιούκι, δος µ ένα κορίτσι
Κι τι του θέλεις γάϊδαρε του ξένου του κορίτσι;
Να το φιλώ να του τσιµπώ να µι ζισταίνει του βράδυ.
ΚΟΛΙΑNTΑ ΜΠΑΜΠΟΎ ΚΟΛΙΑΝΤΑ

ΟΙ ΚΛΑΔΑΡΙΕΣ ΣΤΗ ΣΙΑΤΙΣΤΑ
Η ΚΛΑΔΑΡΙΑ ΣΤΟ ΜΙΚΡΟΚΑΣΤΡΟ ΒΟΪΟΥ
ΣΟΥΡΒΑ (ΕΡΑΤΥΡΑ-ΓΑΛΑΤΙΝΗ-ΣΙΑΤΙΣΤΑ-ΠΕΛΕΚΑΝΟΣ-ΠΕΡΙΟΧΗ ΑΣΚΙΟΥ)
Στις 30 Δεκεμβρίου, γιορτάζονται τα Σούρουβα, ένα έθιμο πολύ παλαιό που προμηνύει κατά την παράδοση τον ερχομό του νέου χρόνου.

Από βραδύς ξανά όλο το χωριό λάμπει από φώτα και χαρούμενες φωνές που ξεχύνονται στους από τις γειτονίες στους δρόμους και συναντώνται στην κεντρική πλατεία. Η ψησταριές έχουν ανάψει , το κρασί ρέει άφθονο και τα όργανα έχουν δώσει το σύνθημα για την έναρξη της γιορτής. Κοντά στο χορό και στο τραγούδι είναι και το χιούμορ .
Το ιδιαίτερο στοιχείο της γιορτής στις μέρες μας είναι ότι όλοι μεταμφιέζονται ο καθένας με το δικό του τρόπο και ρούχο προσπαθώντας να μην τον αναγνωρίσει ο άλλος .

Η σάτιρα δίνει έναν πιο χαρούμενο τόνο στη βραδιά που συνεχίζει ως τις πρωινές ώρες στα σπίτια και τις καφετέρειες του χωριού.
Αυγερινός Βοΐου:Το έθιμο της Γουρνοχαράς

Την τελευταία Κυριακή του Δεκεμβρίου πραγματοποιείται στον Αυγερινό το έθιμο της “Γουρνοχαράς”.
Έθιμο από παλαιοτάτων ετών διαδεδομένο στον Αυγερινό, το οποίο έτεινε να χάσει την αίγλη και την μεγαλοπρέπεια που του έδιναν οι προηγούμενες γενιές, αλλά που αναβιώνει με μεγάλη επιτυχία τα τελευταία χρόνια χάρη στις προσπάθειες του Πολιτιστικού Συλλόγου.
Τα παλιά χρόνια όλες οι ετοιμασίες είχαν τη σειρά τους και οι Αυγερινιώτες επαναλάμβαναν με ευλάβεια ό,τι και οι πρόγονοί τους, εδώ και εκατοντάδες χρόνια. Όταν πλησίαζαν τα Χριστούγεννα άρχιζαν να σφάζουν τα γουρούνια. Από νωρίς οι σφαχτάδες ακόνιζαν τα μαχαίρια τους και ομαδικά όλο το χωριό, έσφαζε τα καλοταϊσμένα γουρούνια του, που κάθε νοικοκύρης απαραιτήτως διέθετε. Αξέχαστες είναι για τους παλιότερους, οι γουρνοχαρές με τα ομαδικά σγουρλίσματα, με τις τσιγαρίδες και τη μπαμπούλιου, με τα λουκάνικα και το κεμπάπ και με τα γλέντια που συνόδευαν κάθε σφαγή γουρουνιού.

Έτσι και τώρα οι ετοιμασίες αρχίζουν από νωρίς, σφάζοντας τα γουρούνια, λιώνοντας το λίπος τους για τις τσιγαρίδες, ψήνοντας το κεμπάπ, τις μπριζόλες, τα παϊδάκια και τα λουκάνικα για να τα γευτούν όλοι οι επισκέπτες.
Επίσης προσφέρεται κάθε είδος πίτας απ’ τις γυναίκες του χωριού, αρμιά, κάστανα, γλυκά, άφθονο κρασί συνοδευόμενα από τους ήχους παραδοσιακής μουσικής.

Γαλατινή Βοΐου

Το γουρούνι και η φούσκα
Όταν πλησίαζαν τα Χριστούγεννα άρχιζαν να σφάζουν τα γουρούνια. Άκουγε κανείς μια εβδομάδα πριν από τα κόλιαντα, τα γουρούνια πρωί-πρωί πότε στη μια και πότε στην άλλη γειτονιά να βγάζουν εκείνες τις γνωστές φωνές, τα γκουρλίσματα. Έβγαινε στην αυλή του σπιτιού το τρανό και παχύ γουρούνι χωρίς την παραμικρή υποψία για το κακό που το περίμενε και τότε οι δυο-τρεις που παράστεκαν το ξάπλωναν και ο ένας βύθιζε το δίκοπο μαχαίρι στο λαιμό. Ακολουθούσε μετά το γδάρσιμο και το λιάνισμα. Εκεί κοντά στεκόταν και το μικρό του σπιτιού για τη φούσκα. Το παιδάκι παρακολουθούσε τη σκηνή του σφαξίματος, γιατί ενδιαφέρονταν πότε θάρθει η στιγμή που ο σφάχτης θα του δώσει τη φούσκα. Μόλις την έπαιρνε, την έπλενε και τη φούσκωνε. Καθώς φυσούσε, φούσκωναν και κοκκίνιζαν τα μικρά του μάγουλα και γυάλιζαν από τη χαρά τα μάτια του για το μεγάλο απόκτημα. Για πολύ καιρό είχε να παίζει με τη φούσκα. Έβγαινε στη γειτονιά και την κρατούσε στα χέρια, την πετούσε προς τα πάνω σαν μπαλόνι και πηδούσε όλο χαρά να τη φτάσει. Ήταν απαρηγόρητο αν την έπαιρνε η γάτα και την έτρωγε. Μέρες μπορεί να έκλαιγε για το κακό αυτό. Η φούσκα δινόταν πάντα δώρο στο πιο μικρό αδελφάκι από τα παιδιά του σπιτιού. Καμμιά φορά έβαζε μέσα και σπειριά από ροβίθι και όπως στέγνωνε με τον καιρό, χτυπούσαν αυτά στη φούσκα και την έκανε τσιουγκαλίδι, δηλαδή κουδουνίστρα.
Τα μεγαλύτερα, όμως, παιδιά είχαν το μάτι και στην υπόλοιπη παραγωγή που έδινε το γουρούνι. Θα δοκίμαζαν αμέσως μετά το σφάξιμο, μαζί με τους μεγάλους, την τηγανιά, που ήταν να γλείφεις τα δάχτυλά σου, έτσι όπως την έκανε η μάνα πάνω στη φωτιά με λίγο κρασί μέσα. Μοσχοβολούσε ο τόπος. Ύστερα γίνονταν και πίτες, με μπόλικη φρέσκια λίγδα, και τσιγαρίδες που ήταν το προσφάγι των παιδιών. Αυτές γινόταν από τα κομμάτια του παστού, που τα έβραζε και τσιγάριζε η μάνα στο χαρανί για να γεμίσει τα τρία-τέσσερα δοχεία λίγδα που θα ήταν το λίπος όλης της χρονιάς. Τα πατσάδια, πάλι διατηρούνταν σε πιάτα και πιατέλες παγωμένα πάνω στα παράθυρα του βορεινού οντά, που το θέριζε ο βοριάς και ήταν πρώτης τάξεως ψυγείο. Βαστούσαν μήνα και παραπάνω και ζεσταμένα ή παγωμένα ήταν πάντα ευπρόσδεκτα, με την ευχάριστη μυρωδιά και γεύση, όπως τα μαγείρευαν στο σπίτι, το οποίο, στ’ αλήθεια, γέμιζε με το χοιρινό κρέας και τα παράγωγά του. Πολλές θηλιές λουκάνικα, περασμένες σε μακρύ ξύλο και αραιά η μία από την άλλη, κρέμονταν εκεί στο βορεινό δωμάτιο. Βρισκόταν στο σπίτι ως τις Τρανές τις Αποκριές. Ευωδίαζε το σπίτι όταν οι μητέρες τηγάνιζαν τα λουκάνικα με αυγά. Μια θηλιά μπορούσε να φτάσει για ένα γεύμα όλης της οικογένειας. Τα λουκάνικα γινόταν από τα έντερα, που τα καθάριζαν καλά, τα στέγνωναν φουσκωμένα αρκετές μέρες και ύστερα τα γέμιζαν. Το γέμισμα ήταν με χοιρινό και πρόβειο κρέας αλεσμένο στη μηχανή. Παλιότερα, όταν δεν υπήρχαν οι μηχανές του κιμά, το κρέας το χτυπούσαν με μικρό τσεκούρι πάνω σε κούτσουρο για πολλή ώρα, ώσπου να γίνει μικρά κομματάκια και να πολτοποιηθεί. Μέσα στα έντερα έβαζαν μυρωδικά, ρίγανη, μαυροπίπερο και άλλα. Στο γέμισμα χρειαζόταν προσοχή για να μη κοπούν. Με ειδικό χουνί σιγά-σιγά πρόσθεταν λίγο-λίγο τον κιμά και τον πίεζαν με το αδράχτι ή με ένα ειδικό ξυλαράκι• στο τέλος η μητέρα τα τρυπούσε με το βελόνι, για να βγαίνει ο αέρας.
Άλλο, πάλι, αγαθό που χαίρονταν τα παιδιά και προερχόταν από το γουρούνι ήταν τα τσαρούχια. Μόλις ερχόταν η άνοιξη, ο παππούς άρχιζε να κάνει τσαρούχια για τα εγγόνια. Μετρούσε την πατημασιά κάθε παιδιού πάνω στο δέρμα του γουρουνιού, χάραζε με την κοφτερή μπλίκρα και έκοβε με το προβατοψάλιδο το ζευγάρι καθενός. Άρχιζε μετά με το κοπίδι να κάνει τις τρύπες γύρω-γύρω, να τις ανοίγει με το σουγλί και να φτιάχνει πρώτα τη μύτη. Μετά έπλεκε ολόγυρα τις λουρίδες και τα τελείωνε. Τα παιδιά φορούσαν γεμάτα χαρά τα καινούργια τους γουρνοτσάρουχα και με σβελτάδα έτρεχαν στη γειτονιά για τα παιχνίδια.
Το τομάρι του γουρουνιού το αλάτιζαν από μέσα, το τέντωναν και πρόσθεταν και λίγα πίτουρα. Πολλοί το έδιναν στο σαμαρά για να κάνουν σαμάρι για το γάϊδαρο, οι υπόλοιποι το χρησιμοποιούσαν για τα τσαρούχια.