Ο ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ ΣΤΗ ΔΥΤΙΚΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΒΟΪΟ

Πολυάριθμη βουλγαρική τσέτα.
Από το 1895 τέτοιες ομάδες ξεχύνονται στη Μακεδονία
τρομοκρατώντας τους γηγενείς 

 Στα τέλη του 19ου αιώνα οι Βούλγαροι μετά την προσάρτηση της Ανατολικής Ρωμυλίας και την ανάπτυξη της Εξαρχίας, προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να προσαρτήσουν και τη Μακεδονία με τη δικαιολογία ότι αγωνίζονται για την απελευθέρωσή τους από τους Τούρκους και με το σύνθημα «Η Μακεδονία για τους Μακεδόνες» στηρίχθηκαν στους Σλαβόφωνους πληθυσμούς της Μακεδονίας και προσπάθησαν να αλλοιώσουν το φρόνημα και την εθνική συνείδηση των Μακεδόνων. Για το σκοπό αυτό ίδρυσαν δύο κομιτάτα στη Βουλγαρία και έστελναν στη Μακεδονία οπλισμένες οργανωμένες ομάδες, τους κομιτατζήδες, που σύντομα εξαιτίας της αντίδρασης του πληθυσμού κατέφυγαν σε δολοφονίες, ομαδικές σφαγές, εμπρησμούς, κ.α. 
 Το 1902 η Μακεδονία είχε γεμίσει από κομιτατζήδες. Παρόλα αυτά οι Έλληνες δεν τους ακολούθησαν και οι Τούρκοι στράφηκαν εναντίον όλων. Η Τουρκία αναγκάστηκε υπό την πίεση της Αυστρία και της Ρωσίας να χωρίσει την περιοχή σε 5 ζώνες (Σκοπίων, Μοναστηρίου, Θεσσαλονίκης, Σερρών, Δράμας) με ξένους διοικητές. Στο μεταξύ η δραστηριότητα των Βουλγάρων συνεχιζόταν με όλο και μεγαλύτερη ένταση. Στρέφονταν κυρίως εναντίον των προκρίτων και των δασκάλων, αλλά και εναντίον των άοπλων πληθυσμών. Ολόκληρα χωριά ξεκληρίστηκαν ή αναγκάστηκαν να γίνουν εξαρχικά.

Όπως ήταν φυσικό η αντίδραση της Ελλάδας εκδηλώθηκε νωρίς από τον 19ο αιώνα. Η Εθνική Εταιρεία οργάνωσε τότε αντάρτικες ομάδες, κυριότερη από τις οποίες ήταν του καπετάνιου Μπρούφα. Στα Νοτιοδυτικά επίσης της Μακεδονίας δρούσαν μικρές αντάρτικες ομάδες ντόπιων. Λόγω της ήττας του 1897 οι ελληνικές κυβερνήσεις κατά το διάστημα 1897-1904, που είχε αρχίσει ο ένοπλος αγώνας των Μακεδόνων, δίσταζαν και αδρανούσαν να επέμβουν. Έτσι η αντίσταση αφέθηκε στους ντόπιους οπλαρχηγούς και στις πρωτοβουλίες του Πατριαρχείου. Με την άνοδο το 1900 στο θρόνο του Πατριαρχείου του Πατριάρχη Ιωακείμ Γ΄, άρχισαν να τοποθετούνται στη Μακεδονία νέοι, δραστήριοι ιεράρχες, που έπαιξαν σημαντικό ρόλο στον Μακεδονικό Αγώνα.
Η κατάσταση αναταραχής στη Μακεδονία συνεχιζόταν και στην ύπαιθρο κυρίως επικρατούσε μεγάλη ανασφάλεια. Συχνά οι κάτοικοι αναγκάζονταν να προσφύγουν στις Τουρκικές Αρχές για να ζητήσουν προστασία από τους Κομιτατζήδες.
Στην Ελλάδα, παρά την αδιαφορία των κυβερνήσεων για την κατάσταση στη Μακεδονία, υπήρχε πάντα το ενδιαφέρον μερικών ανθρώπων για τον Αγώνα, που είχε αρχίσει. Διάφορες οργανώσεις φρόντιζαν για την εκπαίδευση , τα σχολεία, και τους δασκάλους. Και μόνο το 1903, όταν οι ενέργειες των κομιτατζήδων είχαν πια ενταθεί και φθάσει στο απροχώρητο, το επίσημο ελληνικό κράτος αποφάσισε την ίδρυση του Μακεδονικού Κομιτάτου με πρόεδρο τον Καλαποθάκη και τον διορισμό του Λάμπρου Κορομηλά ως Γενικού Προξένου Θεσσαλονίκης. Στην Αθήνα η οικογένεια του Στέφανου Δραγούμη, που καταγόταν από τη Μακεδονία, είχε γίνει το κέντρο ειδήσεων για τη Μακεδονία και το 1902 ο γιός του Στέφανου Ίωνας Δραγούμης τοποθετήθηκε υποπρόξενος στη Μακεδονία. Σο σπίτι των Δραγούμηδων μεγάλωσε το ενδιαφέρον γι αυτόν τον αγώνα, ενός άλλου που από νωρίς είχε δεί καθαρά τι συνέβαινε στη Μακεδονία, του Παύλου Μελά.

Το καλοκαίρι του 1903 αποφασίστηκε αποστολή έντεκα Κρητικών προς τον Καραβαγγέλη, ύστερα από επίμονες ενοχλήσεις του. Την επόμενη χρονιά στάλθηκαν 4 αξιωματικοί εφοδιασμένοι με πλαστά διαβατήρια και ψεύτικα ονόματα για να διαπιστώσουν εάν χρειαζόταν βοήθεια από ην Ελλάδα. Οι Αξιωματικοί αυτοί με επικεφαλή τον Αλέξανδρο Κοντούλη (Σκούρτης) Παύλος Μελάς (Ζέζας), Αναστάσιος Παπούλιας (Τάσος) και Γεώργιος Κολοκοτρώνης (Πάνος) μαζί με Κρητικούς συνοδούς αναχώρησαν με άδεια για την Μακεδονία. Επειδή όμως έγιναν αντιληπτοί από τους Τούρκους αναγκάστηκαν να επιστρέψουν στην Αθήνα. Ο Παύλος Μελάς ξεκίνησε για δεύτερη περιοδεία τον Ιούλιο του 1904 και επέστρεψε τον Αύγουστο.

Στα τέλη του Αυγούστου του 1904 ο Παύλος Μελάς ξεκίνησε ως γενικός αρχηγός των Σωμάτων στην περιοχή Μοναστηρίου-Καστοριάς για την τελευταία του περιοδεία. Τον συνόδευαν 10 Κρητικοί και ο Λάκης Πύρζας. Στη Δυτική Μακεδονία προσπάθησε να οργανώσει την ʼμυνα από Σώματα ντόπιων. Ενώ βρισκόταν στη Στάτιστα της Καστοριάς προδόθηκε στους Τούρκους από τον Αρχικομιτατζή Μήτρο Βλάχο και σκοτώθηκε στις 13/26 Οκτωβρίου. Ο θάνατός του συγκλόνισε ολόκληρο τον Ελληνισμό και έγινε αφορμή να παρακινηθούν πολλοί συνάδελφοί του και να έλθουν στην Μακεδονία και να αγωνιστούν για να εκδικηθούν για τον θάνατό του.

Πριν το θάνατό του πέρασαν στην Μακεδονία ο Γ. Τσόντος και ο Κατεχάκης. Τη θέση του Παύλου Μελά την ανάλαβε ο Κατεχάκης (καπετάν Ρούβας). Είχε αρχίσει πια ο ένοπλος αγώνας. 

Συγκλονιστικά και πλούσια σε περιγραφές γεγονότων για τον Μακεδονικό Αγώνα είναι τα διηγήματα της Πηνελόπης Δέλτα.

Ο διμέτωπος αγώνας των Ελλήνων εναντίον των Τούρκων και των Βούλγαρων
για την Απελευθέρωση της Μακεδονίας και την Ένωσή της  με την υπόλοιπη Ελλάδα.

Ο Αγώνας της Ελληνικής Ανεξαρτησίας του 1821, άφησε τη Μακεδονία, όπως εξ’ άλλου και άλλα μέρη της Ελλάδας (Δωδεκάννησα, Επτάνησα, Ήπειρος, Θεσσαλία, Θράκη, Κρήτη, Κύπρος, Νήσοι Ανατολικού Αιγαίου κ.α.), έξω από τα σύνορα του Ελληνικού Κράτους. Όμως οι Μακεδόνες ποτέ δεν έπαψαν να προσδοκούν την Απελευθέρωση της Μακεδονίας και την Ένωσή της με την υπόλοιπη ελεύθερη Ελλάδα.
Κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα, οι επαναστάσεις στην Μακεδονία διαδέχονται η μια την άλλη. Όμως, δυστυχώς, καμία τους δεν τελεσφόρησε.
Κατά τη διάρκεια του Τουρκο – Αιγυπτιακού Πολέμου (1839 – 1856) εκδηλώνονται νέα επαναστατικά κινήματα στη Μακεδονία.
Με κλονιζόμενη την κυριαρχία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στα Βαλκάνια, η Μακεδονία έγινε το «Μήλον της Έριδος» μεταξύ των Μεγάλων Δυνάμεων. Ενδιαφέρον ιδιαίτερο – εκείνη την εποχή – είχε η Ρωσία με την επιθυμία της να βγει στη Μεσόγειο Θάλασσα και έτσι, να θέσει υπό την κηδεμονία της, την επίμαχο αυτή περιοχή της Χερσονήσου του Αίμου. Ήδη από την εποχή του Ιβάν Γ’ του Μεγάλου, Τσάρου της Ρωσίας (1438 – 1505), ο οποίος με τον γάμο του με την Σοφία Παλαιολογίνα, το 1472, συγγένεψε με την τελευταία Βυζαντινή Δυναστεία και έλαβε ως έμβλημά του τον δικέφαλο αετό, η Ρωσία εξεγείροντας διαρκώς τους ομόδοξους Έλληνες, επεδίωκε να γίνει ο φυσικός … κληρονόμος της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας! Μετά όμως τις αλλεπάλληλες διαψεύσεις των προσδοκιών των υπόδουλων Ελλήνων από την Ρωσία και την έναρξη του Αγώνα της Ελληνικής Ανεξαρτησίας το 1821, ξέφυγε η Ελλάδα από την σφαίρα επιρροής της και η Ρωσία εστίασε τις προσπάθειές της στην αφύπνιση του σλαβικού στοιχείου στην ευρύτερη περιοχή της Χερσονήσου του Αίμου.
Το 1848 λαμβάνει χώρα το Α’ Πανσλαβικό Συνέδριο.

Το σώμα του Μήτρου Βλάχου στα Κορέστεια.
Κάτω αριστερά διακρίνεται ξαπλωμένος ο ίδιος

Για τα επόμενα σαράντα περίπου χρόνια, έως την θεωρητική έναρξη του ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΥ ΑΓΩΝΑ, το 1904, ο πληθυσμός της Μακεδονίας αγωνίσθηκε μόνος και αβοήθητος να διαφυλάξει την Ελληνικότητά του από τις διάφορες εχθρικές προπαγάνδες, πολύ πριν καταφθάσουν οι «Μακεδονομάχοι», οι γενναίοι αυτοί αγωνιστές από κάθε μέρος της Ελλάδας, και ν’ αρχίσει η ένοπλη πια φάση του αγώνα αυτού, ο οποίος τερματίστηκε το Καλοκαίρι του 1908. Μιαν Ελληνικότητα την οποία οι Μακεδόνες, από τα πανάρχαια χρόνια, δεν έπαψαν ποτέ να δηλώνουν και να εκδηλώνουν την απόφασή τους να συμμεριστούν τη μοίρα του υπόλοιπου Ελληνισμού. Αυτό, το αποδεικνύουν οι θυσίες και οι αγώνες τους. Ας μην λησμονούμε άλλωστε ότι, κατά τον Ηρόδοτο, τα κυρίαρχα στοιχεία που καθορίζουν την Ελληνικότητα, ήταν το Όμαιμο, το Ομότροπο, το Ομόγλωσσο και το Ομόθρησκο, αξίες που ίσχυαν από την Ομηρική Εποχή, και ακόμη παλαιότερα, και οι οποίες ουσιαστικά, για το Ελληνικό Έθνος, ουδέποτε έπαψαν να υφίστανται, όσο και εάν γνώρισαν τη δόλια πολεμική ξένων προπαγανδιστών και των πάντοτε καιροφυλακτούντων μισελλήνων Ευρωπαίων.
Παράλληλα με την προώθηση από την Ρωσία του ανθελληνικού πανσλαβιστικού της σχεδίου, και η Τουρκία, για δικούς της λόγους, προβαίνει σε συνεχείς ανθελληνικές ενέργειες, επιδιώκοντας την διαίρεση των ορθόδοξων πληθυσμών της Χερσονήσου του Αίμου και την αποδυνάμωση του πνευματικού τους κέντρου, δηλ. του Οικουμενικού Πατριαρχείου της Κωνσταντινούπολης.
Ένα νέο επαναστατικό κίνημα ξεσπάει στην Μακεδονία στις 17 Μαρτίου 1854, όταν ο Τσάμης Καρατάσος αποβιβάζεται στο λιμάνι του Κουφού της Χαλκιδικής και καταλαμβάνει τη Συκιά, τη Νικήτη και τον Αγιο Νικόλαο. Η ήττα του όμως στον Πολύγυρο και στην Ιερισσό, βάζει τέλος στο κίνημα αυτό. Την ίδια τύχη έχει όμως και το κίνημα των Γρεβενών και της Νοτιοδυτικής Μακεδονίας.

Οι ελπίδες των Μακεδόνων αναπτερώνονται κατά τη διάρκεια του Ρωσο – Τουρκικού Πολέμου (1876 – 1878).

Ένα νέο επαναστατικό κίνημα ξεσπάει στις 19 Φεβρουαρίου 1878, αυτή τη φορά με έδρα το Λιτόχωρο. Οι Τούρκοι όμως για άλλη μια φορά νικούν τους Έλληνες, τόσο στο Λιτόχωρο όσο και στη Ραψάνη.
Στο μεταξύ η εξωτερική πολιτική της Ρωσίας, σταδιακά επικεντρώθηκε στην ενίσχυση της … Βουλγαρικής Συνείδησης, με πρόφαση την αυτονομία της Εκκλησίας της Βουλγαρίας από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, και στη δημιουργία Βουλγαρικού Κράτους.
Αξίζει να σημειωθεί ότι η Βουλγαρική Εθνική Συνείδηση είχε σχεδόν εξαλειφθεί κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας, διότι δέσποζε τότε η ενότητα όλων των λαών της Χερσονήσου του Αίμου κάτω από την κοινή σκέπη της Μητέρας Εκκλησίας της Κωνσταντινούπολης, ως πνευματικά τέκνα του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Τώρα όμως και ιδίως μετά τον πρώτο αφυπνιστή του βουλγαρικού εθνοφυλετισμού, αγιορείτη Μοναχό Παϊσιο Βελιτκόφσκυ (1722-1789), που συνέγραψε το βιβλίο «Ιστορία Σλοβενοβουλγαρική του λαού των Βουλγάρων, των Τσάρων και των Αγίων» – το οποίο τυπώθηκε και διαδόθηκε το 1844, με σκοπό να προσδώσει στους Βούλγαρους «Εθνική Συνείδηση» – οι Ρώσοι εμπνευστές της εκκλησιαστικής Εξαρχίας, αφού αποκόπτουν πνευματικά τους Βούλγαρους από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, τους προσδένουν φυλετικά με τους Σλάβους, ενώ σύμφωνα με τους Εθνολόγους και τους Ιστορικούς, οι Βούλγαροι είναι λαός Τουρκο – Μογγολικής Καταγωγής, συγγενείς των Ούννων. Όμως οι πολιτικές σκοπιμότητες και τα πολιτικά συμφέροντα, επισκιάζουν την ιστορική πραγματικότητα!
Πρώτη συστηματική εξόρμηση των Σλάβων ήταν να πετύχουν την ψυχική και γλωσσική αφομοίωση των Ελλήνων, ώστε να έχουν να επικαλεστούν στοιχεία ενισχυτικά των επιδιώξεών τους.

Σημαντικό γεγονός στάθηκε, χωρίς καμία αμφιβολία, το Σχίσμα της Βουλγαρικής Εκκλησίας το 1870, που ονομάσθηκε τώρα «Εξαρχία», με αποδέσμευση όχι μόνο από τη θρησκευτική δικαιοδοσία, αλλά και το σημαντικότερο, από την πολιτική επιστασία του Οικουμενικού Πατριαρχείου, αποδυναμώνοντάς το, σύμφωνα και με τις τουρκικές επιδιώξεις.
Έτσι με φιρμάνι του Οθωμανού σουλτάνου Αβδούλ Αζίζ της 10ης Μαρτίου 1870, λαμβάνει χώρα το πρωτοφανές γεγονός της Ανακήρυξης της Βουλγαρικής Εξαρχίας, σύμφωνα με το άρθρο 10 του οποίου προβλέπεται η δυνατότητα επέκτασης του εξαρχάτου, πέρα από τις περιοχές που αναγνωρίσθηκαν ως εξαρχικές και σε άλλα μέρη, αν το σύνολο ή τα 2/3 τουλάχιστον των κατοίκων τους επιθυμούσαν να υπαχθούν στην Εξαρχία. Το άρθρο αυτό, που έχει χαρακτηρισθεί ως «μακιαβελικής συλλήψεως» προετοίμαζε τη διαίρεση μεταξύ των χριστιανικών πληθυσμών της Χερσονήσου του Αίμου και προωθούσε τον οξύ φυλετικό ανταγωνισμό. Ας σημειωθεί ότι το φιρμάνι είχε συντάξει ο Ρώσος Πρεσβευτής στην Υψηλή Πύλη Στρατηγός Ιγνάτιεφ, γνωστός μισέλληνας και θιασώτης του Πανσλαβισμού!
Η ίδρυση, έστω και με αυτόν τον ανορθόδοξο τρόπο, της Βουλγαρικής Εξαρχίας σήμαινε νίκη των Ρώσων εναντίον των Γάλλων, που είχαν προσπαθήσει και μέχρι ένα σημείο πετύχει, την προσέλκυσή της αναζητώντας εκκλησιαστική χειραφέτηση, από φυλετικό εθνικισμό επαρμένης Βουλγαρίας με το Βατικανό, με την Ουνία και τους Λαζαριστές Μοναχούς, οι οποίοι προωθούσαν την επιρροή του Ρωμαιο – Καθολικισμού στην Ελληνο – Ορθόδοξη Χερσόνησο του Αίμου. Γι’ αυτό οι ’γγλοι φαίνονταν ικανοποιημένοι από την επιτυχία των Ρώσων. ’λλο τόσο ικανοποιημένοι ήσαν και οι Τούρκοι, που είχαν πετύχει τη διάσπαση της ενότητας των Ορθόδοξων Χριστιανών της Χερσονήσου του Αίμου.
Η σύσταση της Βουλγαρικής Εξαρχίας σηματοδοτεί μια νέα περίοδο στην Ιστορία της Μακεδονίας. Μια περίοδο που στιγματίζεται από την βίαιη και σφοδρή προσπάθεια των Βούλγαρων Κομιτατζήδων για την εθνολογική αλλοίωση της Ελληνικότητας της Μακεδονίας με απηνείς διώξεις και δολοφονίες Ελλήνων.
Έτσι λοιπόν, εκείνος ο τυπικός διαχωρισμός των δυο Εκκλησιών, έγινε στην ουσία η αιτία διαχωρισμού των χριστιανικών πληθυσμών σε Πατριαρχικούς και Εξαρχικούς. Ουσιαστικά πήρε τη μορφή εθνικής αντιπαράθεσης Ελλήνων και Βουλγάρων.

Αυτό λοιπόν, είναι και η απαρχή του ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΥ ΑΓΩΝΑ.

Ο Κωνσταντίνος Χρήστου ή
καπετάν Κώττας (1863-1905) αποτέλεσε
τον πρώτο οπλαρχηγό που έδρασε με το
ελληνικό μέρος στην περιοχή, ενώ αρχικά
συνεργάστηκε με μέλη της ΕΜΕΟ. Εδώ με
τα παιδιά του και τον Σ. Ιωαννίδη

Ο Μακεδονικός Αγώνας άρχισε θεωρητικά το 1904, όταν έρχονται στη Μακεδονία για να μελετήσουν την κατάσταση και να υποδείξουν πρακτικά μέτρα οι Έλληνες αξιωματικοί, λοχαγοί Αναστάσιος Παπούλας και Αλέξανδρος Κοντούλης και οι ανθυπολοχαγοί Γεώργιος Κολοκοτρώνης και Παύλος Μελάς, και τερματίστηκε το 1908, όταν θεσπίστηκε το Τουρκικό Σύνταγμα με το Κίνημα των Νεότουρκων. Πραγματικά, όμως, το 1870, με το Σχίσμα της Βουλγαρικής Εκκλησίας και την Ανακήρυξης της Βουλγαρικής Εξαρχίας, και το 1913, με τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου και την λήξη του Β’ Βαλκανικού Πολέμου, και την ένωση της Μακεδονίας με την υπόλοιπη ελεύθερη Ελλάδα.
Σ’ αυτό το χρονικό διάστημα οι Βούλγαροι Κομιτατζήδες και οι Τούρκοι Σωβινιστές, αποτελούν τους δύο κυριότερους εχθρούς των Μακεδόνων.
Το Σχίσμα της Βουλγαρικής Εξαρχίας, δημιουργεί τις προϋποθέσεις για παγίωση βουλγαρικών διεκδικήσεων πάνω στη Μακεδονία, διεκδικήσεων που οξύνθηκαν κυρίως μετά την Ίδρυση της Βουλγαρικής Ηγεμονίας το 1878.
Δημιουργώντας την Εξαρχία οι Ρώσοι απέβλεπαν τόσο στην εφαρμογή του δόγματος «Κυρίαρχο Κράτος – Κυρίαρχη Εκκλησία» και άρα υποτελής στην πολιτική εξουσία, όσο και στην κινητοποίηση εναντίον των Ελλήνων, χρησιμοποιώντας σαν όργανο τον Σλαβικό Εθνικισμό, επενδεδυμένο με εκκλησιαστικό μανδύα για την παραπλάνηση ιδίως των αγροτικών πληθυσμών. Έτσι το σχέδιο υφαρπαγής της Μακεδονίας και συρρίκνωσης του Ελληνισμού  – το οποίο δεν έπαψε να ισχύει, με τις ευλογίες πάντοτε των άσπονδων φίλων μας, όπως και τότε – έμελλε να θέσει σε κίνδυνο την προαιώνια Ελληνικότητα της Μακεδονίας, που την εποφθαλμιούν και σήμερα οι ίδιοι πανσλαβιστές.
Έτσι, στα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ου, πράκτορες, κάτω από το ράσο του καλόγερου, σταλμένοι από τη Ρωσία στα Βαλκάνια, άρχισαν να κηρύττουν τη Σλαβική Ιδεολογία και να βαφτίζουν τους χωρικούς με σλαβικά ονόματα, ενώ ταυτόχρονα τους ξεσήκωναν εναντίον του Τούρκου Κατακτητή. Αλλά και οι Τούρκοι, εφαρμόζοντας το «διαίρει και βασίλευε» έβλεπαν ευχάριστα τον εμφύλιο σπαραγμό των Χριστιανών κατοίκων της Χερσονήσου του Αίμου. Στενά δεμένη την εποχή εκείνη η Θρησκεία με τον Εθνικισμό, χρησιμοποιήθηκε έντεχνα από τους Βουλγάρους, πριν κινήσουν τον ένοπλο αγώνα τους εναντίον των Ελλήνων.
Όταν οι Βούλγαροι και οι υποστηρικτές τους, διαπίστωσαν ότι δεν μπορούσαν να επιβληθούν με την προπαγάνδα και μόνο, πέρασαν στη βία των όπλων κάτω φυσικά από το αδιάφορο, δήθεν, βλέμμα των Τούρκων. ’ρχισαν την επίθεση τους με τη λεηλασία ναών και μοναστηριών και τη σφαγή Ιερέων και Μοναχών.
Παράλληλα και επίσημα οι Βούλγαροι αναλάμβαναν ζωηρή και συστηματική προπαγάνδα σ’ όλη την Ευρώπη. Οργάνωσαν μικρά ευέλικτα ένοπλα σώματα με στόχο από τη μια να εισπράττουν χρήματα με αναγκαστικές εισφορές και από την άλλη, να εξοντώνουν όποιον αντιστεκόταν στο Βουλγαρικό Κομιτάτο.
Το Οικουμενικό Πατριαρχείο συνειδητοποιώντας τον κίνδυνο, έλαβε θέση άμυνας απέναντι στις πανσλαβικές βλέψεις και μεθοδείες. Έτσι, με απόφαση της Ενδημούσης Συνόδου του 1872 καταδίκασε τον Εθνοφυλετισμό ως Αίρεση και τους Εξαρχικούς κήρυξε Σχισματικούς. Παράλληλα ο Οικουμενικός Πατριάρχης Κωνσταντίνος Ε΄ ο Βαλλιάδης, προήγαγε σε Μητροπόλεις όλες τις Επισκοπές της Μακεδονίας και απέστειλε στις μακεδονικές αυτές Μητροπόλεις νέους, φλογερούς πατριώτες και αποφασισμένους ποιμένες ως Μητροπολίτες, που ετέθησαν αμέσως επικεφαλής του πολύμορφου αγώνα για τη διάσωση της Μακεδονίας και του Ελληνισμού. Ανάμεσα σ’ αυτούς σελαγίζουν τα ονόματα του Καστοριάς Γερμανού Καραβαγγέλη, του Πελαγονίας Ιωακείμ Φορόπουλου, του Δράμας Χρυσόστομου Καλαφάτη (του μετέπειτα Σμύρνης), του Κορυτσάς Φώτιου Καλπίδου, του Νευροκοπίου Θεοδωρήτου Βατματζίδου, του Γρεβενών Αιμιλιανού Λαζαρίδου, του Θεσσαλονίκης Αλέξανδρου Ρηγόπουλου, του Σερρών Γρηγόριου, του Μελενίκου Ειρηναίου Πανταλέοντος, του Βοδενών Στέφανου Δανιηλίδου κλπ. Σ’ αυτούς κυρίως και σε πολλούς άλλους η Εκκλησία ανέθεσε την αποστολή διάσωσης της Μακεδονίας από την πανσλαβιστική απειλή μέχρι την προετοιμασία των πρώτων ένοπλων ελληνικών σωμάτων. Κέντρα συντονισμού, οργάνωσης, έμπνευσης και κατεύθυνσης του ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΥ ΑΓΩΝΑ ήταν οι έδρες των Μητροπόλεων. Εκεί οι ανύστακτοι φρουροί Ιεράρχες, με τα ηγετικά τους προσόντα, ανεδείχθησαν αρχηγοί του αγώνα, συμπράττοντες με τους πιο ποικίλους παράγοντες, δηλ. τα Ελληνικά Προξενεία, τους Αξιωματικούς του Ελληνικού Στρατού, τους Οπλαρχηγούς, τους Επιστήμονες, τους Δασκάλους, τους Ιερείς, τα Σωματεία, τις Κοινότητες,τον Λαό. Με όλους συνεργάσθηκαν για την σωτηρία της Πατρίδας.
Το πρώτο και επείγον που είχαν να αντιμετωπίσουν οι νέοι αυτοί Ιεράρχες ήταν η εμψύχωση και η αναπτέρωση του καταπτοημένου ηθικού των υπόδουλων Ελλήνων, οι οποίοι δεινοπαθούσαν κάτω από τα ανηλεή πλήγματα των Βούλγαρων Κομιτατζήδων. Το έργο ήταν δυσχερές και επικίνδυνο. Η ύπαιθρος χώρα κυριαρχούνταν από τις συμμορίες των Βουλγάρων που με φωτιά και τσεκούρι αδρανοποιούσαν κάθε εστία Ελληνισμού. Ολόκληρα χωριά, μπροστά στην ασκούμενη από το Βουλγαρικό Κομιτάτο βία και τρομοκρατία, μεταπηδούσαν στην Εξαρχία, ενώ Ιερείς, Δάσκαλοι και Πρόκριτοι σφάζονταν καθημερινά ανηλεώς. Ιδού πώς περιγράφει στα «Απομνημονεύματα» του ο Γερμανός Καραβαγγέλης, Μητροπολίτης Καστοριάς, την κατάσταση στην περιοχή της Μητρόπολής του, όταν ο ίδιος εγκατεστάθηκε εκεί (1901): «Οι συμμορίες (των Βουλγάρων Κομιτατζήδων) συγκαλούσαν τη νύχτα τους χωρικούς μέσα στις εκκλησιές και αφού τους όρκιζαν στο Κομιτάτο, τους αποσπούσαν υπό την απειλή των όπλων αναφορές προς την Εξαρχία και την Κυβέρνηση, όπου εδήλωναν ότι αποσκιρτούν στην Εξαρχία. Όσοι από τους χωρικούς κινδύνευαν ως ύποπτοι στους Βούλγαρους κατέφευγαν στην Καστοριά. Οι Δάσκαλοι εγκατέλειπαν τις θέσεις τους, ιδίως μετά τον τραγικό θάνατο του Δασκάλου Σετόμου Μαλιγγάνου, που έφερε 30 λογχισμούς και οι Ιερείς, ύστερα από τη δολοφονία των Ιερέων Νερετίου, Στρεμπένου, Προκοπάνας και Μποσδίβιστας, άλλοι πάλι κατέφυγαν στην Καστοριά, όπως οι Ιερείς της Ζορμπάνιστας, του Απόσκεπου, της Λαμπάνιτσας, της Ζαγορίτσανης, της Κολλίτσας, της Τεχτόλιτας, και πολλοί έμεναν στα χωριά τους σιωπώντας και περιμένοντας την ημέρα της απελευθερώσεώς τους από την τυραννία του Βουλγαρικού Κομιτάτου».
Έχουμε τώρα την εμφάνιση πια, καθαρής προπαγάνδας από Εξαρχικούς – Βούλγαρους – Δασκάλους και Ιερείς, υποστηριζόμενους από Κομιτατζήδες. Τυπικά, έχουν σκοπό τον θρησκευτικό προσηλυτισμό. Ουσιαστικά όμως, αποβλέπουν στην ισχυροποίηση των βουλγαρικών θέσεων και στόχων για την Μακεδονία. Πρέπει στο σημείο αυτό να πούμε ότι αυτή την εποχή, οι διακρίσεις των πληθυσμών – στη νευραλγική αυτή περιοχή των Βαλκανίων – γίνονται με βάση τη θρησκευτική τους επιλογή και όχι την εθνική τους ταυτότητα. Έτσι λοιπόν όταν λέμε Εξαρχικός ή Σχισματικός σημαίνει Βούλγαρος και αντίστροφα, Πατριαρχικός ή Ορθόδοξος σημαίνει Έλληνας.
Ο Μακεδονικός Ελληνισμός, ή Πατριαρχικός, ή Ορθόδοξος, με μοναδικά όπλα  το Σχολείο και την Εκκλησία, πάλεψε μόνος και αβοήθητος για να μην αποκοπεί από τις ρίζες του, δηλαδή την Ορθοδοξία και των Ελληνισμό.
Ο Έλληνας – Πατριαρχικός – Δάσκαλος και Ιερέας αναδείχθηκαν τα χρόνια εκείνα, τα ισχυρότερα στηρίγματα του χειμαζόμενου Ελληνικού Έθνους, στον Βόρειο – Ελλαδικό Χώρο, και περιόρισαν τα αποτελέσματα της Βουλγαρικής Προπαγάνδας. Είναι αυτοί που, πιστοί τηρητές των πατρίων, ανεδείχθησαν πριν την έναρξη, αλλά και καθ’ όλη την διάρκεια του ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΥ ΑΓΩΝΑ, άξιοι του Γένους και της Εκκλησίας, έχοντας προετοιμάσει το έδαφος κυρίως στις ψυχές των υπόδουλων, έχοντας διεξάγει έναν άλλον αγώνα. «Το των ψυχών έδαφος», όπως έγραψε ο Πρόξενος Λάμπρος Κορομηλάς, αυτός ήταν και ο στόχος αυτής της προσπάθειας.
Είναι εξ’ άλλου γεγονός ότι η λειτουργία των Ελληνικών Σχολείων, με την πρωτοβουλία πάντα της Εκκλησίας, δεδομένης άλλωστε και της αποκλειστικής για τον υπόδουλο Ελληνισμό, ευθύνης για την Παιδεία εκ μέρους της, βοήθησαν στην μη άλωση, αλλά διατήρηση και ισχυροποίηση της Εθνικής Ελληνικής Συνείδησης των Μακεδόνων.
Η Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου, η οποία υπογράφεται στις 19 Φεβρουαρίου 1878, προβλέπει την Ίδρυση της Μεγάλης Βουλγαρίας που θα περιλάμβανε ολόκληρη την Ανατολική Ρωμυλία καθώς και μέρος της Μακεδονίας και της Θράκης. Η είδηση αυτή προκαλεί την αναταραχή των Ελλήνων στο Σισάνιο και τη Σιάτιστα.
Η νέα εξέγερση εναντίον Τούρκων και Βουλγάρων προετοιμάζεται ήδη από τα τέλη του 1877 από την Κεντρική Επιτροπή της «Εθνικής Αμύνης» και της «Αδελφότητος».
Έτσι στις 16 Φεβρουαρίου 1878 λαμβάνει χώρα απόβαση Ελλήνων εθελοντών στο Λιτόχωρο. Από το Μάϊο αρχίζει αντάρτικο κίνημα στη Δυτική Μακεδονία.
Στις 13 Ιουλίου 1878 υπογράφεται η Συνθήκη του Βερολίνου που προωθεί  τη Βουλγαρία, ενώ η επανάσταση στη Δυτική Μακεδονία τερματίζεται τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους.
Η προσάρτηση στη Βουλγαρία της Ανατολικής Ρωμυλίας ενίσχυσε τους Βούλγαρους, ώστε να στραφούν απερίσπαστοι στην απόσπαση της Μακεδονίας.
Για το σχέδιο αυτό, κατάλληλα υποστηριζόμενο κατά περίπτωση, άλλοτε από τους Ρώσους, άλλοτε από τους ’γγλους και άλλοτε από άλλους, κατά την επιταγή των πολιτικών τους συμφερόντων, άρχισε να εφαρμόζεται με σαφείς προθέσεις αφελληνισμού της Ανατολικής Ρωμυλίας (1885), της οποίας η από τους Βούλγαρους με την δύναμη των όπλων προσάρτηση, έγινε με τις ευλογίες των ’γγλων. Προθέσεις που δεν άργησαν να υλοποιηθούν με τη χρήση βίας εναντίον των σκληρά αμυνομένων της Ελληνικής Εθνικής τους Συνείδησης πληθυσμών.
Ήδη από το 1879 σημειώνονται συνεχείς επιδρομές των Βουλγάρων Κομιτατζήδων εναντίον των Ελλήνων χωρικών στη Μακεδονία.
Την ίδια εποχή, η Ελληνική Κυβέρνηση έθεσε σε ενέργεια σχέδιο υποστήριξης της Ελληνικής Παιδείας στην Τουρκοκρατούμενη Μακεδονία, με κεντρικούς πόλους κατεύθυνσης τα Ελληνικά Προξενεία. Κύριος στόχος της προσπάθειας αυτής ήταν η πύκνωση των Ελληνικών Σχολείων και η σύσταση Νηπιαγωγείων, Παρθεναγωγείων και Διδασκαλείων, με σκοπό τη διάδοση της Ελληνικής Γλώσσας και μέσα στο οικογενειακό περιβάλλον. Η κίνηση αυτή του Ελληνικού Κράτους παρ’ ολίγον να αποβεί μοιραία για τις σχέσεις του με το Οικουμενικό Πατριαρχείο, που έβλεπε στην πρωτοβουλία αυτή μια τάση αφαίρεσης ενός πανεθνικού προνομίου της Εκκλησίας, αλλά και τον κίνδυνο πολιτικοποίησης του ζητήματος της Παιδείας και επέμβασης των τουρκικών αρχών στα προγράμματα των μαθημάτων και στη δομή της εκπαίδευσης.
Αν καί τότε ο Οικουμενικός Πατριάρχης Ιωακείμ Γ΄ παραιτήθηκε του Θρόνου (1884) εξ’ αιτίας και του ζητήματος αυτού, οι Ιεράρχες στην Μακεδονία συνέχισαν να αγωνίζονται, χωρίς προστριβές κατά το δυνατόν, με τους Πρόξενους της Ελλάδας, ώστε η μεγάλη υπόθεση της Παιδείας να μην αποτύχει και η προσπάθεια να μην αναχαιτισθεί.
Στα 1885 ο Γραμματέας της Εξαρχίας Σιόπωφ διεπίστωνε: «Τα μεγάλα και δευτερεύοντα κέντρα είναι εξ ολοκλήρου εξελληνισμένα και υπό την επιρροήν των Ελλήνων και Γραικομάνων. Η Ελληνική Γλώσσα κατακτά έδαφος. Εις το Μοναστήριον – τα Βιτόλια – όπου προ ετών οι κάτοικοι ήσαν καθαροί Βούλγαροι, σήμερον δεν ακούγεται η Βουλγαρική Γλώσσα, ει μη κατά τας ημέρας της αγοράς, ότε συρρέουν έξωθεν οι χωρικοί. Θα δυνηθούν άραγε να κερδίσουν την Μακεδονίαν οι Βούλγαροι αν σήμερον εγίνετο δημοψήφισμα; Είμεθα βέβαιοι ότι το μεγαλύτερο μέρος της Μακεδονίας θέλει πετάξει εκ των χειρών μας και οι Έλληνες θέλουν εξ’ άπαντος κερδίσει, διότι οι πλείστοι των κατοίκων θα δηλώσουν ότι είναι Έλληνες».
Το 1893 ιδρύεται στη Θεσσαλονίκη το «Βουλγαρικό Κομιτάτο», ενώ η Ρωσία ανοίγει προξενείο στα Σκόπια.
Λαμβάνει χώρα η έναρξη της συστηματικής εφαρμογής της πανσλαβιστικής πολιτικής διωγμού του ελληνικού στοιχείου της Ανατολικής Ρωμυλίας, η οποία κορυφώνεται το 1906 με καταστροφή μεγάλων και ανθηρών ελληνικών πόλεων και με το ξερίζωμα των ελληνικών κοινοτήτων της Αγχιάλου, του Πύργου, της Μεσημβρίας, της Φιλιππούπολης, της Βάρνας, της Σκλύμνου κλπ.
Γνωρίζοντας όμως, πως ο Μακεδονικός Ελληνισμός δεν θα υπέκυπτε τόσο εύκολα όσο ο Ελληνισμός της Ανατολικής Ρωμυλίας, οι Βούλγαροι έριξαν το σύνθημα «η Μακεδονία για τους Μακεδόνες» ζητώντας έτσι και τη συνδρομή των Ελλήνων γι’αυτόν … τον «Κοινόν Αγώνα».
Την ίδια εποχή ιδρύονται Ελληνικά Εκπαιδευτικά Ιδρύματα, και η Παιδεία παίρνει τα σκήπτρα στην προσπάθεια αποδυνάμωσης της επιρροής της Βουλγαρικής Προπαγάνδας.
Στον τομέα της Παιδείας η συμβολή του Ελληνικού Κράτους υπήρξε κατά την εποχή αυτή – πριν από το 1904 – σημαντική. Αύξησε τις πιστώσεις για τα σχολεία, πήρε μέτρα για την ποιοτική βελτίωση της εκπαίδευσης, ίδρυσε διδασκαλεία. Παράλληλα ενίσχυσε οικονομικά τις εμπερίστατες Μητροπόλεις.
Το πιο σημαντικό δε ήταν η βοήθεια που προσέφερε για την επάνοδο στον Οικουμενικό Θρόνο του Πατριάρχη Ιωακείμ Γ’, γεγονός που οδήγησε στη μεγαλύτερη δυνατή δραστηριοποίηση των Ιεραρχών στη Μακεδονία.
Έτσι το 1893 ιδρύεται η «Εσωτερική Μακεδονική Επαναστατική Οργάνωση».  Σ’ όλη τη Μακεδονία κλιμακώνεται η δράση των Ελλήνων ανταρτών. Μια δράση που έχει φυσικά τα θύματά της. Ένα από τα πρώτα θύματα του Αγώνα των Ελλήνων για την Απελευθέρωση της Μακεδονίας και της Ένωσής της με την Ελλάδα είναι ο Μακεδονομάχος Αθανάσιος Μπρούφας από το Παλιοκρίμνι (κοντά στο Πολυκάστανο Κοζάνης) στην επαρχία Βοΐου. Το Σώμα του αποβιβάστηκε στο Ελευθεροχώρι της Πιερίας στις αρχές Ιουλίου του 1896. Έπειτα από διάφορες συγκρούσεις με τουρκικά αποσπάσματα κινήθηκε προς Μορίχοβο, όπου ο ίδιος σκοτώθηκε και το Σώμα του διαλύθηκε. Πέντε άλλα σώματα ακολούθησαν το Σώμα του Μπρούφα. Τα περισσότερα κινήθηκαν από την ελληνοτουρκική μεθόριο, ενώ ένα επεχείρησε απόβαση στην Παραλία της Πιερίας. Κανένα, όμως, δεν μπόρεσε να κρατηθεί για αρκετό χρόνο και πολλά από αυτά διαλύθηκαν, μόλις εισέδυσαν στο τουρκικό έδαφος. Ωστόσο, τμήματα των σωμάτων που διαλύθηκαν κάτω από ντόπιους οπλαρχηγούς κινήθηκαν σε διάφορες περιοχές στην Κεντρική και στη Δυτική Μακεδονία και ανέλαβαν ρόλο αρματολικό. Ακολούθησε η προκήρυξη από την περιοχή της Μεγάλης Πρέσπας, στις 15 Αυγούστου 1896 και οι οπλαρχηγοί διακήρυξαν: «Ημείς, Έλληνες όντες, ελληνικήν την Μακεδονίαν θέλομεν και προς τούτο αγωνιζόμεθα».
Η τραγική ήττα της Ελλάδας στον Ελληνο – Τουρκικό Πόλεμο του 1897, αποθαρρύνει όπως ήταν φυσικό και το Μακεδονικό Ελληνισμό, ενώ παράλληλα, δίνει φτερά σε Βούλγαρους και Τούρκους. Οι πρώτοι μάλιστα βρίσκουν την ευκαιρία να ξεσπάσουν σε όργιο ληστρικής καταδρομής εναντίον των Ελλήνων. Τον υψηλότερο φόρο πλήρωσαν όπως πάντα οι Κληρικοί και οι Δάσκαλοι.
Στη διετία 1898 – 1899 βρήκαν το θάνατο από διάφορες βουλγαρικές συμμορίες εξήντα τέσσερις Έλληνες, μεταξύ δε αυτών πολλοί Ιερείς.
Το 1898 εμφανίζονται στο προσκήνιο οι πρώτοι Δυτικομακεδόνες «Εκδικηταί» όπως αρχικά ονομάσθηκαν οι Μακεδονομάχοι οπλαρχηγοί Κώττας Χρήστου (Κωνσταντίνος Χρήστου από τα Ρούλια, σημερινό Κώτας Φλώρινας) και Βαγγέλης Στρεμπενιώτης (Ευάγγελος Νάτσης ή Γεωργίου από το Στρέμπενο, σημερινά Ασπρόγεια Φλώρινας).
Το 1901, ο Γερμανός Καραβαγγέλης (καταγωγή η Νήσος Λέσβος και η Νήσος Ψαρά) εκλέγεται Μητροπολίτης Καστοριάς. Ιδιαίτερα δραστήριος, απέστειλε επιστολή στον Πρωθυπουργό Ζαϊμη ζητώντας του οικονομική και στρατιωτική ενίσχυση. Αλλά η Ελληνική Κυβέρνηση σιωπά. Έτσι συγκροτεί μόνος τα πρώτα αντάρτικα, ελληνικά ένοπλα σώματα τα οποία και συντηρεί οικονομικά ο ίδιος. Σκοπός αυτών των ελληνικών σωμάτων ήταν να περιφρουρήσουν το εθνικό φρόνημα των χωρικών, ν’ αποκαταστήσουν την τάξη σε όσα χωριά είχαν σημειωθεί αποσκιρτήσεις μετά από πιέσεις των αντιπάλων, να εξουδετερώσουν τις ένοπλες ομάδες και να περιορίσουν τη δράση των ληστρικών σωμάτων, τα οποία κινούνταν μεταξύ παρανομίας και … εθνικού αγώνα, ταλαιπωρώντας τους αγροτικούς πληθυσμούς.
Παρά τον διμέτωπο αγώνα, εναντίον Βουλγάρων και Τούρκων, τα ελληνικά σώματα κατόρθωσαν σταδιακά να περιορίσουν τα ερείσματα του βουλγαρικού επεκτατισμού και ν’ αποκαταστήσουν την εθνολογική ισορροπία!
Αλλά και ο Μητροπολίτης Βοδενών (Έδεσσας) Νικόδημος έλαβε ενεργά μέρος στην προετοιμασία του ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΥ ΑΓΩΝΑ αφού μετέφερε όπλα κάτω από τη μύτη των Τούρκων. Γράφει ο Μαζαράκης γι’ αυτόν ότι ήταν «ωραίος τριακοντούτης, τύπος μελαψός, φυσιογνωμία αγαλματώδης» και περιγράφει την άφιξή του στην Έδεσσα ως εξής: «Ο διάκος του Δεσπότη βαστούσε κάτι μεγάλες λαμπάδες, που ήταν τυλιγμένες λίαν επιδεικτικώς με ρόδινο χαρτί. Οι λαμπάδες ήταν όπλα μάλιγχερ που μετέφερε ο Δεσπότης. Και ενώ ηυλόγει το πλήθος … και οι Τούρκοι Αστυνομικοί τον συνώδευσαν εις ένδειξιν τιμής, τα όπλα που θα μας ελευθέρωναν μίαν ημέραν από αυτούς, μεταφέροντο τόσο πανηγυρικώς. Κανείς δεν ηδύνατο να υποπτευθή τοιαύτην τόλμην».
Το 1902, ο Ίων Δραγούμης (καταγωγή το Βογατσικό Καστοριάς) διορίζεται Υποπρόξενος στο Μοναστήρι. Αμέσως κηρρύσει «Ιερήν Εκστρατεία» στην ευρύτερη περιοχή. Κατηχεί και εμψυχώνει το λαό της Δυτικής Μακεδονίας. Ορίζει διοικητικές επιτροπές σε πόλεις και χωριά. Ιδρύει και οργανώνει τη «Μακεδονική ’μυνα».
Την ’νοιξη του 1902, πλήθος από συμμορίες Βούλγαρων Κομιτατζήδων απλώθηκαν στη Μακεδονία από τον Αλιάκμονα ως τις ακτές του Αιγαίου. Οι τουρκικές αρχές, μπροστά στις σφαγές και τους εμπρησμούς, πότε καταδίωκαν αυτές τις ένοπλες ομάδες και πότε αδιαφορούσαν – σκόπιμα – γιά τη δράση τους, αφήνοντας στο έλεός τους – αναίσχυντα – το μη τουρκικό πληθυσμό. Οι ωμότητες των Βούλγαρων Κομιτατζήδων σε βάρος των Ελλήνων της Μακεδονίας περιγράφονται στην «Κυανή Βίβλο» που εξέδωσε η Βρεττανική Κυβέρνηση το 1903. Ιδού ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα: «Η δολοφονία είναι το κυριώτερον όπλον των βουλγαρικών κομιτάτων. Προ ουδενός υποχωρούσιν. Οι Έλληνες είναι κυρίως τα θύματά των. Κατά χιλιάδες εφονεύθησαν οι Έλληνες κατά τα τελευταία πέντε ή εξ έτη… αθώων και αόπλων εκβιάσεις, ληστείαι, δολοφονίαι ανδρών και γυναικών, ανελεήμονα βασανιστήρια Ιερέων, Ιατρών, Διδασκάλων κατακρεουργήσεις, Ιερών Ναών εμπρησμοί… καταστροφή Χριστιανών Ορθοδόξων… γενική τρομοκρατία, πλημμύρα αίματος». Παράλληλα ανατινάξεις σιδηροδρομικών γραμμών, τραπεζών, επιθέσεις εναντίον τουρκικών στρατιωτικών εγκαταστάσεων, ακόμη και φόνοι Τούρκων Στρατιωτών και Χωροφυλάκων, ήταν κάτι το συνηθισμένο.
Το 1903, η Βουλγαρική Προπαγάνδα αποφασίζει να παρουσιάσει στην Ευρώπη το δήθεν «Μακεδονικόν Ζήτημα». Στόχος η ενσωμάτωση της Μακεδονίας στο Βουλγαρικό Κράτος, όπως λίγα χρόνια πριν έγινε με την Ανατολική Ρωμυλία.
Προηγουμένως, η Ελληνική Κυβέρνηση, αφού μετά τη σύσταση του Βασιλείου είχε αποκαταστήσει διπλωματικές σχέσεις με την Υψηλή Πύλη, είχε κατορθώσει να συστήσει Ελληνικά Προξενεία στα κυριότερα μέρη του υπόδουλου Ελληνισμού, που απετέλεσαν κέντρα εθνικής εγρήγορσης, με τους εμπνευσμένους, σε πλείστες περιπτώσεις ελληνόψυχους Προξένους τους, όπως ο Θεόδωρος Βαλλιάνος, ο Ευγενιάδης και ο Κορομηλάς στη Θεσσαλονίκη, ο Πέτρος Λογοθέτης, ο Ίων Δραγούμης, ο Σταμάτιος Πεζάς στο Μοναστήρι, ο Στορνάρης στις Σέρρες κ.ά. Αυτοί, ζώντας εκ του πλησίον την κατάσταση και διαβλέποντας τα δεινά που επρόκειτο να ακολουθήσουν, σε περίπτωση επιτυχίας των σχεδίων των Πανσλαβιστών, άρχισαν να πιέζουν την Ελληνική Κυβέρνηση για ενεργότερη ανάμειξη του εθνικού κέντρου στα πράγματα της Μακεδονίας. Ζητούσαν μεταξύ άλλων, οικονομικό πόλεμο εναντίον των βουλγαριζόντων, λήψη μέτρων εναντίον των Βουλγάρων, αποθάρρυνση των εκκλησιαστικών προσώπων που διέκειντο φιλικά προς τους Βούλγαρους, καλλιέργεια ακαταλλάκτου μίσους εναντίον παντός του βουλγαρικού. Όμως το Κέντρο, απορροφημένο στις δικές του πληγές, δεν συνειδητοποίησε έγκαιρα τον κίνδυνο. Η Ελληνική Κυβέρνηση διατηρούσε πάντα τις επιφυλάξεις της.Ο Έλληνας Υπουργός των Εξωτερικών Ρωμανός – με αφορμή τις προτάσεις του του Έλληνα Πρόξενου στο Μοναστήρι Σταμ. Πεζά για έναρξη ένοπλου αγώνα – είχε δηλώσει: «Ούτε η Κυβέρνησις, αλλ’ ούτε και οι αντιπρόσωποι αυτής πρέπει να περιπλακώσι εις τοιούτου είδους εγχειρήματα, ων το αλυσιτελές κατεδείχθη εν τω παρελθόντι, και τα οποία, λόγω του τελικού σκοπού εις ον αποβλέπουσιν, αποκρούονται υπό της κοινής συνειδήσεως και παντός πεπολιτισμένου Κράτους. Το Ελληνικόν Κράτος ούτε δύναται, ούτε και οφείλει να παρακολουθήσει την Βουλγαρίαν εις το είδος τούτο της ενεργείας».
Τον Απρίλιο του 1903 η Θεσσαλονίκη αναστατώνεται όταν βόμβες σκάζουν στους κεντρικούς δρόμους της πόλης, καίγεται η Οθωμανική Τράπεζα, καταστρέφονται οι εγκαταστάσεις αεριόφωτος και ανατινάζεται ένα μεγάλο γαλλικό εμπορικό πλοίο.
Στις 20 Ιουλίου 1903 λαμβάνει χώρα η Βουλγαρική Ψευδοεπανάσταση του ‘Ιλιντεν, με προεπιλεγμένους στόχους τα ελληνικά βλαχόφωνα χωριά Νεβέσκα – Νυμφαίο και Κρούσοβο. Οι Τούρκοι αντιδρούν – όπως ήταν αναμενόμενο – και έτσι η ψευδοεπανάσταση σβήνει σαν πυροτέχνημα. Όμως όλη η περιοχή γεμίζει με ένοπλες βουλγαρικές ομάδες που τρομοκρατούν τους Έλληνες κατοίκους. Και ενώ το όργιο των σφαγών των Ελλήνων κορυφωνόταν με την Ψευδοεπανάσταση του Ίλιντεν, η Ελληνική Κυβέρνηση περιοριζόταν σε διαμαρτυρίες προς τις Μεγάλες Δυνάμεις εναντίον της βουλγαρικής θηριωδίας, αποφεύγοντας την επιθετική πολιτική που εκ των πραγμάτων αναγκάσθηκε το 1904 να υιοθετήσει. Έτσι ο Γλάδστων έγραφε το 1902: «Ο ελληνικός παράγων εν τη Χερσονήσω του Αίμου είναι ανίσχυρος και οικονομικώς και στρατιωτικώς ένεκα της ιδίας αυτού υπαιτιότητος». Και όχι μόνον βέβαια. Αλλά και εξ αιτίας της υποκριτικής στάσεως των Μεγάλων (Χριστιανικών) Δυνάμεων που όταν έβλεπαν την πλάστιγγα να κλίνει προς την πλευρά των ελληνικών συμφερόντων επενέβαιναν για να της αλλάξουν κατεύθυνση. Ο Ελληνισμός ψυχορραγεί. Εκ του αποτελέσματος της Ψευδοεπανάστασης του Ίλιντεν, ως συμπέρασμα βγαίνει ότι δεν ήταν παρά ένα τέχνασμα για να γεμίσει η περιοχή με τα ένοπλα βουλγαρικά σώματα, τους Κομιτατζήδες.
Αυτά τα γεγονότα έδωσαν αφορμή να επέμβουν οι τότε Μεγάλες Δυνάμεις, Ρωσία και Αυστρο – Ουγγαρία, και να πετύχουν κάποιες μεταρυθμίσεις στο καθεστώς της Μακεδονίας. Έτσι τους πρώτους μήνες του 1904 σχηματίστηκε στους τρεις νομούς Θεσσαλονίκης, Μοναστηρίου και Σκοπίων, σώμα χωροφυλάκων με διοικητή Ιταλό Στρατηγό που είχε στις διαταγές του πέντε ανώτερους Ευρωπαίους Αξιωματικούς. Όμως καθεμιά από τις δυνάμεις αυτές απέβλεπε σε δικούς της σκοπούς. Έτσι, τίποτα δεν άλλαξε, ενώ το Βουλγαρικό Κομιτάτο συνέχιζε με περισσότερη ένταση τη δράση του, εξαφανίζοντας Έλληνες Πρόκριτους (Γιατρούς, Δασκάλους, Ιερείς κλπ) και σφάζοντας άοπλους χωρικούς στις πλατείες των χωριών, μπροστά στα μάτια των συγχωριανών τους.
Την άνοιξη του 1903 όμως, σχηματίζεται η πρώτη επιτροπή, η «Μακεδονική Φιλική Εταιρεία» από τον Αργύριο Ζάχο, τον Θεόδωρο Μόδη και τον Θεόδωρο Καπετανόπουλο. Σκοπός ήταν να πειστεί η Κυβέρνηση Θεοτόκη να ενισχύσει την ένοπλη άμυνα των Ελλήνων της Μακεδονίας.
Στα τέλη του 1903 και στις αρχές του 1904 το επίσημο Ελληνικό Κράτος αφυπνίζεται.
Έτσι αποφασίζεται η αποστολή στην Μακεδονία τεσσάρων, δήθεν, ζωεμπόρων. Είναι στην πραγματικότητα Αξιωματικοί του Ελληνικού Στρατού.
Στις 24 Φεβρουάριου 1904, έρχονται στη Μακεδονία γιά να μελετήσουν την κατάσταση και να υποδείξουν πρακτικά μέτρα οι λοχαγοί Αναστάσιος Παπούλας και Αλέξανδρος Κοντούλης και οι ανθυπολοχαγοί Γεώργιος Κολοκοτρώνης και Παύλος Μελάς. Οι τέσσερις αυτοί Έλληνες Αξιωματικοί συγκέντρωσαν διάφορα στοιχεία, έκαναν εκτιμήσεις και κάποιες επισημάνσεις και επέστρεψαν στην Αθήνα για να ενημερώσουν την Ελληνική Κυβέρνηση.
Το Μάϊο του ίδιου έτους ο Λάμπρος Κορομηλάς (καταγωγή η Αθήνα) διορίζεται από την Ελληνική Κυβέρνηση Γενικός Πρόξενος στη Θεσσαλονίκη.
Στις 22 Μαϊου 1904 στην Αθήνα, ιδρύεται μυστικά το «Μακεδονικό Κομιτάτο»,στα γραφεία της εφημερίδας «Εμπρός». Εμπνευστής, Ιδρυτής, αλλά και Πρόεδρος του κομιτάτου ήταν ο Διευθυντής της Εφημερίδας «Εμπρός» Δημήτρης Καλαποθάκης (1862-1921) από την Αρεόπολη και Μέλος της Πρώτης Οργανωτικής Επιτροπής ο Πέτρος Κανελλίδης (1846 -1911) από το Κουτήφαρι της Έξω Μάνης, Διευθυντής της Εφημερίδας «Καιροί» και πρώτα Μέλη τους Νικόλαο Πολίτη, Καθηγητή Πανεπιστημίου, Ιωάννη Ράλλη, Πέτρο Σαρόγλου κ. ά. Ο Δημήτριος Καλαποθάκης, που ως δημοσιογράφος και ως άνθρωπος είχε την καθολική εκτίμηση κράτους και λαού, κρατάει ουσιαστικά στα χέρια του το σχεδιασμό του ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΥ ΑΓΩΝΑ στο Κέντρο. Οργανώνει τα αντάρτικα σώματα και τα αποστέλλει στη Μακεδονία, αλληλογραφεί και συντονίζει, ενημερώνει το Ελληνικό Κράτος για τον ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟ ΑΓΩΝΑ και τον άξιο Έλληνα Γενικό Πρόξενο της Θεσσαλονίκης Λάμπρο Κορομηλά. Στο γραφείο του γίνονται οι στρατολογήσεις και η οργάνωση των εθελοντών.
Το «Μακεδονικό Κομιτάτο», εκτιμώντας την κατάσταση στην Μακεδονία ως κρισιμότατη, αποφασίζει να δράσει άμεσα στέλνοντας ένοπλα σώματα εθελοντών και οπλισμό για την υπεράσπιση των Μακεδόνων από τις εναντίον τους επιθέσεις από Βούλγαρους και Τούρκους. Ώσπου όμως να πειστεί η Ελληνική Κυβέρνηση, συγκέντρωσαν μόνοι τους χρήματα και άρχισαν το μεγάλο τους αγώνα.

Ο Ι. Δραγούμης (1878-1920) γιός του Στέφανου
ήταν υποπρόξενος του Μοναστηρίου και
πρόξενος σε διάφορες πόλεις της Ανατ.
Μακεδονίας και Θράκης. Το διάστημα
1902-1905βρισκόταν σε συνεχή συνεργασία
με τον Καραβαγγέλη

Όμως και η Ελληνική Κυβέρνηση αφυπνισμένη πια, περνάει στην ενεργή δράση. Σ’ όλα τα Ελληνικά Προξενεία αποσπάστηκαν Αξιωματικοί του Ελληνικού Στρατού και δημιούργησαν ένα θαυμάσιο δίκτυο συνεργατών και αγωνιστών. Στόχος τους ήταν η εξουδετέρωση της Βουλγαρικής –  και της νεοεμφανιζόμενης Ρουμανικής προπαγάνδας, η οποία είχε σαν στόχο τις ορεινές κοινότητες της Ελλάδας – η εμπιστευτική αλληλογραφία, η κατασκοπεία, η μεταφορά τραυματιών, η τροφοδοσία των Ελλήνων ανταρτών και γενικά η υπεράσπιση των Ελλήνων κατοίκων.
Στις 12 Μαϊου 1904, ο Μακεδονομάχος Καπετάν Βαγγέλης Στρεμπενιώτης,επιστρέφοντας από το Μοναστήρι όπου αντιμετώπισε τους κομιτατζήδες, δολοφονείται σε ενέδρα στον Αετό, και στις 9 Ιουνίου του ίδιου έτους, συλλαμβάνεται από τους Τούρκους μετά από προδοσία ο Μακεδονομάχος Καπετάν Κώττας, ο οποίος και ανεβαίνει στο Ικρίωμα στις 27 Σεπτεμβρίου 1905 στο Ατ Παζάρ του Μοναστηρίου.
Στις 10 Ιουλίου 1904 έρχεται για δεύτερη φορά στη Μακεδονία ο Παύλος Μελάς. Φέροντας το ψευδώνυμο Πέτρος Δέδες, και παρουσιαζόμενος ως ζωέμπορος, κινείται στην περιοχή της Σιάτιστας και της Κοζάνης, εκτιμώντας προσωπικά την κατάσταση, συλλέγοντας πολύτιμες πληροφορίες και οργανώνοντας το πρώτο ένοπλο σώμα του.
ια τρίτη και τελευταία φορά πέρασε τα σύνορα από τη μεριά της Κοζάνης στις 18 Αυγούστου 1904 με σώμα τριανταπέντε ανδρών από Μακεδόνες, Ηπειρώτες, Κρητικούς, Λάκωνες κλπ., ως αρχηγός των Σωμάτων Μοναστηρίου  Καστοριάς. Τώρα έφερε το ψευδώνυμο καπετάν Μίκης Ζέζας, σύνθεση των ονομάτων των παιδιών του. Οι τουρκικές αρχές έχοντας πληροφορηθεί το πέρασμα από τα σύνορα αυτού του ελληνικού σώματος το καταδίωκαν με ενισχυμένο στρατιωτικό απόσπασμα. Ο Παύλος Μελάς άρχισε αμέσως να αντιδρά εναντίον των κομιτατζήδων γιά να ξεκαθαρίσει την περιοχή , αλλά και γιά να οργανώσει την τοπική άμυνα. Κέντρο των επιχειρήσεών του ήταν τα χωριά Νεγοβάνη και Λέχοβο. Τη δράση του συνέχισε αδιάκοπα ως τις 13 Οκτωβρίου 1904, όταν στη Στάτιστα Καστοριάς – που σήμερα προς τιμή του ονομάζεται Μελάς – η συμμορία κομιτατζήδων του Μήτρου Βλάχου, τον πρόδωσε και τουρκικό απόσπασμα κύκλωσε το χωριό και το ελληνικό σώμα, το οποίο έπειτα από ηρωική άμυνα δύο ωρών αποφάσισε έξοδο. Πρώτος όρμησε ο Μελάς που πληγώθηκε θανάσιμα από τουρκική σφαίρα στη μέση και πέθανε έπειτα από μισή ώρα, μέσα σ’ αφόρητους πόνους. Ένας από τους άνδρες του αποκεφάλισε τον νεκρό και έκρυψε την κεφαλή για να μην αναγνωρισθεί από τους Τούρκους. Παρ’ όλα αυτά η αναγνώριση έγινε και οι Τούρκοι μετέφεραν το ακέφαλο σώμα του Παύλου Μελά στην Καστοριά, όπου αργότερα μεταφέρθηκε και η κεφαλή του και μαζί τάφηκαν στο Πισοδέρι Καστοριάς σε αφανή τάφο κάτω από την Αγία Τράπεζα. Την ταφή του έκανε ο Μητροπολίτης Καστοριάς Γερμανός Καραβαγγέλης, αψηφώντας τους Βούλγαρους Κομιτατζήδες και τους Τούρκους Χωροφύλακες.
Η είδηση του ηρωικού θανάτου του Παύλου Μελά συγκλόνισε το Πανελλήνιο. Τον έκανε ήρωα και σύμβολο του ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΥ ΑΓΩΝΑ. Ο θάνατός του έγινε αφορμή να τρέξουν στη Μακεδονία πολλοί Έλληνες Ευέλπιδες.
Αναφερόμενος στο θάνατο του Παύλου Μελά και απευθυνόμενος στην Ελληνική Νεολαία ο Ίων Δραγούμης έλεγε: «Να ξέρετε πως αν τρέξουμε και σώσουμε τη Μακεδονία, η Μακεδονία θα μας σώσει». Και επεξηγούσε: «Θα μας σώσει από τη βρώμα όπου κυλιόμαστε, θα μας σώσει από τη μετριότητα κι από την ψοφιοσύνη, θα μας λυτρώσει από τον αισχρό τον ύπνο, θα μας ελευθερώσει. Αν τρέξουμε να σώσουμε τη Μακεδονία, εμείς θα σωθούμε».
Είναι γεγονός, ότι ποτέ οι Έλληνες δεν υπολόγισαν θυσίες, προκειμένου να γλιτώσει η Μακεδονία από τους Βούλγαρους, οι οποίοι χρησιμοποιούσαν κάθε μέσο, έτσι ώστε να την προσαρτήσουν στη Βουλγαρία. Η τακτική τους αυτή, αφύπνισε τους Έλληνες.

Ο Μητροπολίτης Καστοριάς Γερμανός Καραβαγγέλης
(1866-1935) προσέφερε τα μέγιστα στην προστασία
των ελληνικών πληθυσμών της περιοχής από τους
κομιτατζήδες. Οργάνωσε και συντόνισε τον αγώνα
το διάστημα 1900-1907

Από κάθε μεριά της Ελλάδας, από την Βόρειο Ήπειρο μέχρι τη Μάνη, την Κρήτη και την Κύπρο, αρχίζουν και καταφθάνουν, με ψευδώνυμα πάντα, οι γενναίοι εθελοντές Μακεδονομάχοι, των

οποίων η παρουσία και δράση εμψύχωνε τους Έλληνες Μακεδόνες στη συνέχιση του σκληρού και άνισου αγώνα τους, εναντίον του βουλγαρικού επεκτατισμού και της τουρκικής αναισχυντίας.

Ακολούθησαν και άλλα σώματα που η παρουσία τους και η δράση τους εμψύχωνε τους Έλληνες Μακεδόνες. Αρχηγοί και οπλαρχηγοί των ελληνικών σωμάτων, στο μακροχρόνιο και σκληρό εκείνο αγώνα, ξεκίνησαν από όλα τα μέρη της ελεύθερης Ελλάδας και είναι αναρίθμητες οι πράξεις ηρωισμού και αυτοθυσίας ενός ευγενούς αγώνα για την Ελευθερία που παρατάθηκε ως το Καλοκαίρι του 1908, οπότε θεσπίστηκε το νέο Τουρκικό Σύνταγμα.
Πληθαίνουν οι Έλληνες εθελοντές Μακεδονομάχοι, και ο ένοπλος αγώνας εξαπλώνεται σ’ όλη τη Μακεδονία. Ονόματα όπως Βάρδας, Ακρίτας, Μπούας, Κόρακας, Νικηφόρος, Ρούβας κ. ά. αποτελούν την απόδειξη. Μαζί τους οι Μακεδόνες καπεταναίοι Νταλίπης, Πύρλας, Μητρούσης, Γιαγαλής, Κύρου, Στέφος, Ράμαλης, κ. ά. π. δίνουν ένα γερό μάθημα στην βουλγαρική πλευρά.
Στις 25 Μαρτίου 1905 λαμβάνει χώρα η Μάχη της Βασιλειάδας (Καπετάν Βάρδας), την οποία ακολουθούν η Μάχη της Δροσοπηγής και η Μάχη στο Μουρίκι (Καπετάν Ρούβας).
Το Μάϊο του ίδιου έτους αρχίζει η δράση του Καπετάν Γκόνου στο Βάλτο Γιαννιτσών και του Καπετάν Ζώη στο Μορίχοβο.
Στις 7 Μαϊου  λαμβάνει χώρα η Μάχη του Καστανοφύτου (Καπετάν Λίτσας, Λεωνίδας Πετροπουλάκης) και στις 29 Μαϊου η Μάχη στα Ασπρόγεια (καπετάν Γύπαρης).
Ακριβώς ένα μήνα μετά τη Μάχη του Καστανόφυτου, στις 7 Ιουνίου, φονεύεται ο Καπετάν ‘Αγρας. Παράλληλα οι Βούλγαροι επιτίθενται στην Αγριανή, στο Νευροκόπι κ.ά.
Από το 1906 ο Τουρκικός Στρατός ανέλαβε σημαντικές εκκαθαριστικές επιχειρήσεις και περιόρισε αισθητά τη δράση των ενόπλων ομάδων, ελληνικών και βουλγαρικών. Στις 19 Νοεμβρίου του ίδιου έτους ο οπλαρχηγός του Μακεδονικού Αγώνα Δημήτριος Νταλίπης από τη Γκαμπρέσα (Γάβρος) της Φλώρινας, σε μάχη με υπέρτερες τουρκικές δυνάμεις, σκοτώθηκε μαζί με τους άντρες της ομάδας του κοντά στο χωριό Ζέλοβο (Ανταρτικό) της περιοχής Κορεστίων, επίσης και ο οπλαρχηγός του Μακεδονικού Αγώνα Παύλος Κύρου από το Ζέλοβο (Ανταρτικό), μάχεται με υπέρτερες τουρκικές δυνάμεις και πέφτει στα Όστιμα (Τρίγωνο), της περιοχής των Κορεστίων..
Πάντως κατά το 1907-1908 τα ελληνικά σώματα είχαν κερδίσει σημαντικό έδαφος σε όλη την έκταση της Μακεδονίας και είχαν διασφαλίσει είτε την παραμονή, είτε την επανασύνδεση με το Οικουμενικό Πατριαρχείο πολυάριθμων ελληνικών κοινοτήτων.
Το 1907 η Αγγλία ασκεί πολιτική πίεση απαιτώντας την περιστολή των ελληνικών δράσεων στη περιοχή. Η Τουρκία απαιτεί την απομάκρυνση του Λ. Κορομηλά από το Προξενείο της Θεσσαλονίκης. Η Ελληνική Κυβέρνηση τον απομακρύνει από το Προξενείο της Θεσσαλονίκης, μεν, τον διορίζει Γενικό Επιθεωρητή των προξενείων της, δε, διευκολύνοντας με αυτό τον τρόπο ακόμα περισσότερο τη δράση του.

Εν τω μεταξύ, οι μάχες συνεχίζονται.

Στη Μάχη του Παλαιοχωρίου, σκοτώνεται ο Φούφας και η Μάχη του Λέχοβου (Καπετάν Μουρίκης).
Στις 14 Ιουλίου 1907 σκοτώνεται στις Σέρρες ο Καπετάν Μητρούσης.
Στις 16 Ιουλίου 1907 λαμβάνει χώρα η Μάχη της Γέρμας (θάνατος του Γέρμα).
Τον Αύγουστο του ίδιου έτους, στη Στρώμνιτσα σκοτώνεται ο Καπετάν Νικοτσάρας.
Παράλληλα οι αδελφοί Δουγιάμα αναπτύσουν δράση στην περιοχή Γουμένιτσας – Γευγέλη.
Στις 29 Σεπτεμβρίου 1907 λαμβάνει χώρα η Μάχη της Κρυσταλλοπηγής (Καπετάν Στέφος).
Το Μάϊο του 1908 διεξάγεται η Μάχη της Πιπερίτσας – Κέλλης. Είναι η τελευταία μάχη του ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΥ ΑΓΩΝΑ.
Στις 10 Ιουλίου 1908 εκδηλώνεται το Κίνημα των Νεότουρκων. Το Τουρκικό Κράτος παραχωρεί Σύνταγμα και ίσα δικαιώματα σε όλους τους πολίτες του.
Ο ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ θεωρητικά έληξε το 1908, με επιτυχία καταφέρνοντας να διατηρήσει τη συνοχή του Ελληνισμού της Μακεδονίας, με τον ανταγωνισμό μεταξύ Ελλήνων αφενός, και Βουλγάρων και Τούρκων αφετέρου, να συνεχίζεται σε άλλα επίπεδα. Πραγματικά, όμως, το 1913, με τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου και την λήξη του Β’ Βαλκανικού Πολέμου, και την απελευθέρωση της Μακεδονίας και την ένωσή της  με την υπόλοιπη ελεύθερη Ελλάδα.

Ο Ήρωας του Μακεδονικού Αγώνα
ΠΑΥΛΟΣ ΜΕΛΑΣ


Ο Παύλος Μελάς με τη στολή του ΜακεδονομάχουΟ Παύλος Μελάς  γεννήθηκε στη Μασσαλία στις 29 Μαρτίου 1870.
Ήταν γιός του Μιχαήλ Γ. Μελά, μέλους της ομώνυμης μεγάλης και ιστορικής οικογένειας των Ιωαννίνων, με ρίζες ως το Βυζάντιο, και ο οποίος γεννήθηκε στη Σύρα το 1833, και πέθανε στην Αθήνα το 1897, αφού προηγουμένως υπηρέτησε την Πολιτεία, ως Βουλευτής Αττικής (εκλ. 1890) και Δήμαρχος Αθηναίων (εκλ. 1891), και της Ελένης, το γένος Βουτσινά, από την Οδησσό.
Το 1874 η οικογένεια Μελά έρχεται για να εγκατασταθεί μόνιμα στην Αθήνα.
Το 1886 ο Παύλος Μελάς έγινε δεκτός στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων, απ’ όπου αποφοίτησε τέσσερα χρόνια αργότερα με το βαθμό του Ανθυπολοχαγού του Πυροβολικού.
Η γνωριμία του και ο γάμος του, το 1892, με τη Ναταλία Δραγούμη, κόρη του Μακεδόνα πολιτικού Στέφανου Δραγούμη – η οικογένεια Δραγούμη καταγόταν από το Βογατσικό Καστοριάς – και αδελφή του Ίωνα Δραγούμη, στάθηκε καθοριστική για την μετέπειτα πορεία του Παύλου Μελά, ο οποίος οπωσδήποτε είχε ανδρωθεί σ’ ένα περιβάλλον με έντονο τον εθνικό παλμό, καθώς σ’ αυτήν βρήκε μιαν εξαίρετη σύντροφο και συνεργάτιδα με την οποία μοιραζόταν την ίδια αγάπη για την Πατρίδα.
Η τραγική ήττα της Ελλάδας στον Ελληνο – Τουρκικό Πόλεμο του 1897, στον οποίο και ο ίδιος συμμετείχε, πλήγωσε βαθιά τον Παύλο Μελά. Πιστεύοντας όμως ότι η χώρα θα ξαναβρεί το δρόμο της, αντέδρασε μέσα στο κλίμα της γενικής απογοήτευσης που τότε κυριαρχούσε.
Την ίδια εποχή τα γεγονότα στη Μακεδονία προκαλούν την Ελλάδα να πάρει θέση απέναντι στις βιαιοπραγίες Τούρκων και Βούλγαρων, η οποία περιορίζεται σε διαβήματα προς τις άσπονδες φίλες της Μεγάλες Δυνάμεις.
Το 1902, ο Ίων Δραγούμης διορίζεται Υποπρόξενος στο Μοναστήρι. Αμέσως κηρρύσει «Ιερή Εκστρατεία» στην ευρύτερη περιοχή. Κατηχεί και εμψυχώνει το λαό της Δυτικής Μακεδονίας. Ορίζει διοικητικές επιτροπές σε πόλεις και χωριά. Ιδρύει και οργανώνει τη «Μακεδονική ’μυνα».
Το 1903, η Βουλγαρική Προπαγάνδα αποφασίζει να παρουσιάσει στην Ευρώπη το δήθεν «Μακεδονικό Ζήτημα». Στόχος η ενσωμάτωση της Μακεδονίας στο Βουλγαρικό Κράτος, όπως λίγα χρόνια πριν έγινε με την Ανατολική Ρωμυλία.
Την ’νοιξη του 1903 σχηματίζεται στην Αθήνα μια επιτροπή, η «Μακεδονική Φιλική Εταιρεία» από τον Αργύριο Ζάχο, τον Θεόδωρο Μόδη και τον Θεόδωρο Καπετανόπουλο, που έχει σαν σκοπό να πειστεί η Ελληνική Κυβέρνηση να ενισχύσει την ένοπλη άμυνα των καταδυναστευόμενων από Τούρκους και Βούλγαρους, Ελλήνων στη Μακεδονία.
Στις 20 Ιουλίου 1903 λαμβάνει χώρα η Βουλγαρική Ψευδοεπανάσταση του ‘Ιλιντεν, με προεπιλεγμένους στόχους τα ελληνικά βλαχόφωνα χωριά Νεβέσκα – Νυμφαίο και Κρούσοβο, η οποία όμως σβήνει σαν πυροτέχνημα από την άμεση αντίδραση των Τούρκων. Όμως οι Βούλγαροι πετυχαίνουν να γεμίσει η περιοχή με τα ένοπλα βουλγαρικά σώματα, τους Κομιτατζήδες που τρομοκρατούν τους Έλληνες κατοίκους.
Στις 24 Φεβρουαρίου 1904, με διαταγή της Ελληνικής Κυβέρνησης, έρχονται μυστικά για πρώτη φορά στη Μακεδονία, γιά να μελετήσουν την κατάσταση και να υποδείξουν πρακτικά μέτρα, τέσσερις Αξιωματικοί του Ελληνικού Στρατού: οι λοχαγοί Αναστάσιος Παπούλας και Αλέξανδρος Κοντούλης και οι ανθυπολοχαγοί Γεώργιος Κολοκοτρώνης και Παύλος Μελάς.
Στις 22 Μαϊου 1904, στην Αθήνα, ιδρύεται μυστικά το «Μακεδονικό Κομιτάτο» με Ιδρυτή και Πρόεδρο τον Δ. Καλαποθάκη, Διευθυντή της Εφημερίδας «Εμπρός». Ανάμεσα στα πρώτα Μέλη του Μακεδονικού Κομιτάτου και ο Παύλος Μελάς. Ώσπου όμως να πειστεί η Ελληνική Κυβέρνηση να πάρει μέτρα για την απελευθέρωση της Μακεδονίας και την υπεράσπιση του Μακεδονικού Ελληνισμού, συγκέντρωσαν μόνοι χρήματα και άρχισαν τον μεγάλο τους αγώνα. Αποφασίζουν να δράσουν άμεσα οργανώνοντας ένοπλα σώματα εθελοντών τα οποία και στέλνουν στη Μακεδονία, μαζί με οπλισμό για τους Μακεδόνες, και την υπεράσπισή τους από τις εναντίον τους ληστρικές και φονικές επιθέσεις Βούλγαρων και Τούρκων.
Στις 10 Ιουλίου του ίδιου έτους, ο Παύλος Μελάς ξαναήρθε, μόνος αυτή τη φορά, στη Μακεδονία, στην Κοζάνη και τη Σιάτιστα, με σκοπό να συγκεντρώσει στοιχεία και να μελετήσει προσωπικά την κατάσταση, κυκλοφορώντας σαν ζωέμπορος, και φέροντας το ψευδώνυμο  Πέτρος Δέδες, αναλαμβάνοντας την οργάνωση του πρώτου ένοπλου σώματός του. Στη συνέχεια επέστρεψε στην Αθήνα και ενημέρωσε την Ελληνική Κυβέρνηση για την κατάσταση στη Μακεδονία.
Ο Παύλος Μελάς ξαναήρθε για τρίτη και τελευταία φορά στη Μακεδονία, περνώντας τα σύνορα από τη μεριά της Κοζάνης στις 18 Αυγούστου 1904. Κυκλοφορούσε με το ψευδώνυμο Μίκης Ζέζας, σύνθεση των ονομάτων των παιδιών του. Διοικούσε ένα σώμα τριανταπέντε αντρών Μακεδόνων και Ηπειρωτών, Λακώνων και Κρητικών, κ. ά., όμως ουσιαστικά ήταν αρχηγός όλων των αντάρτικων σωμάτων που δρούσαν στις περιφέρειες Μοναστηρίου και Καστοριάς. Ο ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ έχει αρχίσει. Ένας αγώνας που παρατάθηκε ως το Καλοκαίρι του 1908, οπότε θεσπίστηκε το νέο Τουρκικό Σύνταγμα. Ένας ευγενής αγώνας για την Ελευθερία. Όμως συγχρόνως ένας αγώνας σκληρός, γιατί οι εθελοντές του ελληνικού ένοπλου σώματος του Παύλου Μελά, ούτε δοκιμασμένους οδηγούς είχαν, ούτε εύκολα μπορούσαν να τροφοδοτηθούν, ενώ οι αδιάκοπες βροχές τους δυσκόλευαν πολύ ακόμα και στις μετακινήσεις τους. Εκτός αυτών οι τουρκικές αρχές είχαν πληροφορηθεί το πέρασμα από τα σύνορα αυτού του ελληνικού σώματος και το καταδίωκαν με ενισχυμένο στρατιωτικό απόσπασμα. Ο Παύλος Μελάς άρχισε αμέσως τις επιθέσεις εναντίον των Βούλγαρων Κομιτατζήδων γιά να ξεκαθαρίσει την περιοχή, αλλά και για να οργανώσει την τοπική άμυνα. Κέντρο των επιχειρήσεών του ήταν τα χωριά Νεγοβάνη και Λέχοβο. Όμως ο αγώνας του τερματίστηκε στις 13 Οκτωβρίου 1904, ημέρα Τετάρτη, στο χωριό Στάτιστα – το οποίο σήμερα προς τιμή του ονομάζεται Μελάς – όπου βρισκόταν εκείνη την ημέρα, όταν η συμμορία κομιτατζήδων του Μήτρου Βλάχου, τον πρόδωσε και τουρκικό στρατιωτικό απόσπασμα κύκλωσε το χωριό και το σπίτι στο οποίο βρισκόταν ο Παύλος Μελάς και τον φόνευσε, όταν έπειτα από γενναία άμυνα δύο ωρών αποφάσισε ο ίδιος και οι άνδρες του έξοδο. Πρώτος όρμησε ο Παύλος Μελάς που πληγώθηκε θανάσιμα όταν κάποια σφαίρα τον βρήκε στη μέση και πέθανε έπειτα από μισή ώρα. Για να μην πέσει η σωρός του Παύλου Μελά στα χέρια των Τούρκων, ο Ντίνας – ένα από τα πρωτοπαλίκαρά του – έκοψε με το σπαθί του την κεφαλή του ήρωα, έθαψε το ακέφαλο σώμα σ’ έναν πρόχειρο τάφο εκεί όπου είχε σκοτωθεί και έπειτα περνώντας μεσ’ από τις γραμμές του τουρκικού αποσπάσματος, έφτασε στο χωρίο Ζέλοβο, όπου σ’ ένα σπίτι στην άκρη του χωριού έθαψε και την κεφαλή του Παύλου Μελά, στις 18 Οκτωβρίου 1904. Το ακέφαλο σώμα του Παύλου Μελά βρήκαν οι Τούρκοι και μετέφεραν στην Καστοριά. Εκεί μεταφέρθηκε αργότερα και η κεφαλή του και μαζί τάφηκαν από τον Μητροπολίτη Καστοριάς Γερμανό Καραβαγγέλη  – σε αντίδραση Τούρκων και Βούλγαρων – στο Πισοδέρι Καστοριάς σε αφανή τάφο κάτω από την Αγία Τράπεζα του παρεκκλησίου της Αγ. Παρασκευής
Η είδηση του ηρωικού θανάτου του Παύλου Μελά συγκλόνισε το Πανελλήνιο. Ολόκληρη η Αθήνα πένθησε για τον χαμό του ευγενούς άνδρα, ο οποίος στάθηκε ο πρωτομάρτυρας του Αγώνα για την Απελευθέρωση και την Ένωση της Μακεδονίας με την Ελλάδα, έπειτα από πέντε αιώνες δουλείας.

Η ΠΡΩΤΗ ΠΕΡΙΟΔΕΙΑ ΤΟΥ ΠΑΥΛΟΥ ΜΕΛΑ ΣΤΗΝ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ

Ο ήρωας του Μακεδονικού Αγώνα Παύλος Μελάς

Η πρώτη περιοδεία του διήρκεσε 33 μέρες (24 Φεβρουαρίου έως 29 Μαρτίου 1904)
Εν όψει της καταπίεσης του ελληνικού πληθυσμού της Μακεδονίας από τους κομιτατζήδες της Βουλγαρίας, η ελληνική Κυβέρνηση αποφάσισε να συμβάλει στην ένοπλη αντίσταση των Ελλήνων της Μακεδονίας.
Βέβαια, αυτό μόνο με τη μεγαλύτερη μυστικότητα μπορούσε να γίνει, για να μην προκληθεί η αντίδραση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και των Μεγάλων Δυνάμεων της Ευρώπης.
Η αποστολή των Ελλήνων αξιωματικών Παύλου Μελά, Αλέξανδρου Κοντούλη, Αναστάσιου Παπούλα και Γεωργίου Κολοκοτρώνη στην Μακεδονία το 1904 υπήρξε μια από τις πρώτες μορφές βοήθειας από το ελληνικό κράτος, και αποτέλεσε καθοριστικό συμβάν στην μελλοντική εξέλιξη του Μακεδονικού Αγώνα. Ο καθένας τους είχε τη δυνατότητα να πάρει μαζί του και ένα συνοδό. Ο Κοντούλης πήρε το γνωστό Κρητικό Ευθύμιο Καούδη, ο Παπούλιας τον Απόστολο Τράγα,  ο Κολοκοτρώνης τον επίσης Κρητικό Γεώργιο Δικόνυμο-Μακρή και ο Μελάς το Γεώργιο Περάκη ή Πέρο. Ο καθένας τους είχε εφοδιαστεί με τα πλαστά του έγγραφα,και είχαν ως ονόματα, ο Κοντούλης ως Σκούρτης, ο Παπούλιας ως Τάσος, ο Κολοκοτρώνης ως Γώγος Πάνος, και ο Μελάς ως Μίκης Ζέζας, και στα  χαρτιά τους ανέγραφε ως επάγγελμα «ζωέμπορος». Οδηγοί της ομάδας των τεσσάρων ήταν οι Μακεδόνες Βακατάρης από το Μπλάτσι,καπετάν Κώττας από τη Ρούλια(σημερινό χωριό Κώτας Φλωρίνης), ο Νικόλαος Πύρζας από τη Φλώρινα και ο Παύλος Κύρου από το Ζέλοβο(Ανταρτικό Φλώρινας).
Το γεγονός ότι για πρώτη φορά εκπρόσωποι του ελληνικού στρατού, με πλαστά διαβατήρια, και με επαγγέλματα που δεν είχαν καμιά σχέση με την αποστολή τους, επισκέπτονταν τον πολυτάραχο εκείνο γεωγραφικό χώρο, για να διαπιστώσουν από κοντά την κατάσταση που επικρατούσε, έδειχνε ακριβώς την ευαισθησία της ελληνικής κοινής γνώμης απέναντι στα αμέτρητα δεινοπαθήματα του μακεδονικού ελληνισμού.
Την δεκαετία 1893-1903 που προηγήθηκε της ένοπλης φάσης του Μακεδονικού Αγώνα (1904-1908), ο ελληνισμός της Μακεδονίας είχε δείξει τον πραγματικό του εαυτό.  Χωρίς τη συμπαράσταση της επίσημης ελληνικής πολιτικής, ορθώθηκε αντιμέτωπος απέναντι στους καταπιεστές του, κινητοποιήθηκε ενεργά, και δημιούργησε τους πρώτους ένοπλους αντιστασιακούς πυρήνες, που προετοίμασαν το έδαφος για την ευνοϊκή εξέλιξη του μακεδονικού αγώνα.
Το κουράγιο του αυτό, και την πίστη του στην απελευθέρωση, θαύμασε από κοντά ο Παύλος Μελάς, ο οποίος είχε την ευκαιρία να έρθει σε επαφή με τους σπουδαιότερους πρωταγωνιστές της ελληνομακεδονικής αντίστασης κατά τη διάρκεια των τριών περιοδειών του στη Μακεδονία.
Ο Μελάς αναχώρησε από την Αθήνα για την Μακεδονία στις 16 Φεβρουαρίου 1904.
agiofyllo1.jpgΣτις 27 Φεβρουαρίου του 1904 η ομάδα του Παύλου Μελά μετακινείται με υποζύγια από την Καλαμπάκα στο Βελεμίστι (Αγιόφυλλο), κοντά στα σύνορα της ελληνικής επικράτειας με την οθωμανική αυτοκρατορία. Ξεκινούν από την Ασπροκκλησιά στις  πεζοπορώντας με φορτίο 22 οκάδες έκαστος και βαδίζουν νύχτα. Περιπλανώνται επί 6 ημέρες στην περιοχή των συνόρων και κοιμούνται σε σπηλιές για να φτάσουν τελικά ανάμεσα στο Ρομπάρι (σήμερα ερημωμένο) και στο Φελλί Γρεβενών. Ο καιρός είναι άσχημος, χιονίζει, και ο Παύλος γράφει: «Εἰς κάθε βῆμα ἐκινδυνεύαμεν νὰ πέσωμεν ἢ νὰ χάσωμεν τὰ μάτια μας ἀπὸ τοὺς κλάδους τῶν δένδρων. Σκοντάμματα καὶ πτώσεις δὲν τὰ ἐμέτρησα. Ἐπεράσαμεν 4 ποτάμια μὲ τὸ νερὸ ὡς ἐπάνω ἀπὸ τὰ γόνατά μας, ἀλλ’ αὐτὰ δὲν ἦσαν τίποτε παραβαλλόμενα μὲ τὸ βάσανον τῆς λάσπης, προσκολλωμένης εἰς τὰ ὑποδήματά μας. Τουλάχιστον 5 ὀκάδων βάρος εἴχομεν νὰ σύρωμεν εἰς τὰ πόδια μας ἐπὶ σχεδὸν 2 ½ ὥρας … Τὸ ψῦχος εἶναι δριμύτατον. Τὰ πόδια μας παγωμένα … περιπατοῦμεν ἐπὶ πάγου. Πίπτομεν ἡμιθανεῖς σχεδόν, τυλισσόμενοι εἰς τὴν κάπαν μας»
Διαβαίνουν τον ποταμό Βενέτικο, μέσα από το νερό, άλλοι πάνω στα άλογα του πορθμέα και άλλοι πεζοί. Περνούν έξω από το Καλόχι και το Ζυγόστι (Μεσόλακκος), διαβαίνουν επίσης μέσα από το νερό τον ποταμό Γρεβενίτικο….
Πριν την αναχώρηση τους από την Αθήνα ο Ίωνας Δραγούμης,είχε δώσει μια κατάσταση με τα ονόματα των χωριών της Δυτικής Μακεδονίας και των Ελλήνων πατριωτών με τους οποίους θα μπορούσαν να έρθουν σε επαφή.
Στις 10 Μαρτίου τη νύχτα, η ομάδα έφτασε στο Παλαιόκαστρο της Σιάτιστας,και μετά από σύσκεψη αποφασίστηκε ο Κοντούλης με τους συνοδούς του να φύγουν από τον δημόσιο δρόμο για το Βογατσικό της Καστοριάς,όπου εκεί θα ήταν και ο τελικός τόπος συνάντησης τους,και οι υπόλοιποι θα ακολουθούσαν τον ορεινό δρόμο από το Παλαιόκαστρο,τη Σιάτιστα,το Κοντσικό,τη Σέλτσα και θα κατέληγαν στο Βογατσικό.
Στις 13 ολόκληρη η ομάδα βρέθηκε στο Βογατσικό της Καστοριάς,και αφού συναντήθηκαν με τον Μητροπολίτη Καστοριάς Γερμανό Καραβαγγέλη, περιόδευσαν σε όλα τα χωριά των Κορεστίων και της Πρέσπας,έχοντας πάντα κοντά τους τον Κώττα με το σώμα του. Η παρουσία τους όμως στη Δυτική Μακεδονία και η πραγματική τους ταυτότητα έγινε γνωστή στους Τούρκους και η Αθήνα άρχισε να ανησυχεί ιδιαίτερα για τον Παύλο Μελά,για αυτό έδωσε εντολή να επιστρέψει αμέσως,και στα τέλη Μαρτίου βρίσκονταν στην Αθήνα.
Στην Αθήνα,η Κυβέρνηση μετά από τις αναφορές των τεσσάρων για την όλη κατάσταση που επικρατή στην Μακεδονία θα αποφάσιζε με ποιόν τρόπο θα ενισχύονταν ο Αγώνας.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει και ο ενθουσιασμός με τον οποίο τον υποδέχονταν οι Έλληνες της Μακεδονίας.
Γράφει σε επιστολή του στην Ναταλία στις 21 Μαρτίου :
Είναι άξιον παρατηρήσεως πώς ολόκληρα χωριά μας δέχονται και μας παρέχουν ασφάλειαν που δεν την φαντάζεται κανείς εύκολα… Όταν ένα φιλικόν σώμα μπαίνει σε κανένα χωριό, αμέσως αν μεν είναι ημέρα, βγαίνουν γυναίκες εις το καραούλι, αν δε νύκτα, βγαίνουν άντρες του χωριού, και έτσι το σώμα αναπαύεται με πλήρη ασφάλεια.

ΔΕΥΤΕΡΗ ΠΕΡΙΟΔΕΙΑ ΤΟΥ ΠΑΥΛΟΥ ΜΕΛΑ ΣΤΗ ΔΥΤΙΚΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ(10 ΙΟΥΛΙΟΥ – 3 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 1904)

Η διαταγή, που τον έχει φέρει στην Αθήνα, αναφέρεται σε προσωρινή ανάκληση. Το γεγονός αυτό καθώς και οι επίσημες διαβεβαιώσεις για σύντομη επιστροφή, του δημιουργούν ελπίδες. Αλλά ο καιρός περνά χωρίς τίποτα το ουσιαστικό και η ανυπομονησία του μεγαλώνει. Στο μεταξύ τα γράμματα που του έρχονται απο τη Μακεδονία είναι γεμάτα από περιγραφές τραγικών συμβάντων και απελπισμένες εκκλήσεις για βοήθεια. Και νιώθει υπεύθυνος, γιατί η προηγούμενη αποστολή του έχει δημιουργήσει στους δυστυχείς Μακεδόνες ελπίδες, που μέχρι τώρα αποδεικνύονται μάταιες.

Στα τέλη Ιουνίου του 1904 δύο Κοζανίτες μέλη της επιτροπής Αμύνης Κοζάνης επισκέφτηκαν τον Ίωνα Δραγούμη και τον Παύλο Μελά στην Αθήνα.Τους πρότειναν να επισκεφθεί ο Μελάς την Κοζάνη και να αναλάβει την οργάνωση και την εκπαίδευση του αντάρτικου σώματος της περιφέρειας τους,διαβεβαιώνοντας τους ότι όλα είναι έτοιμα και τα μόνα που χρειάζονταν ήταν οι αξιωματικοί και τα εφόδια.

Μάταια οι δικοί του προσπαθούν να τον μεταπείσουν! Εχει όπως λέει «… αρβανίτικο, αγύριστο κεφάλι!» και δεν αλλάζει γνώμη. ‘Ετσι στις 9 Ιουλίου 1904 παίρνει εικοσαήμερη άδεια από το διοικητή του και μεταμφιεσμένος σε χωρικό, αναχωρεί μυστικά τα ξημερώματα της επόμενης ημέρας για την καινούρια του αποστολή, που έχει αποφασίσει μόνος του. Μετά από ένα δύσκολο και επικίνδυνο ταξίδι φθάνει στην Κοζάνη στις 19 Ιουλίου 1904. Στις αλλεπάληλες και με μεγάλη μυστικότητα και προσοχή συναντήσεις που έχει με τα μέλη της επιτροπής Αμύνης στην Κοζάνη, αρχικά, και στη Σιάτιστα στη συνέχεια, συμβουλεύει, καθοδηγεί και οργανώνει. Προτείνει να αυξήσουν τον αριθμό των τμημάτων της ‘Αμυνας, να διενεργούν εράνους για την ενίσχυση του αγώνα, να ενισχύουν το φρόνημα και το ηθικό των άτολμων και δειλών, και η Εκκλησία, όπως πάντα, να συμπαραστέκεται, να προστατεύει και να ενισχύει με κάθε τρόπο.
Στις 22 Ιουλίου 1904 ο Παύλος Μελάς επισκέφθηκε μυστικά τη Σιάτιστα, ως ζωέμπορος με το γιατρό της Κοζάνης Μεταξά, παρέμεινε στην πόλη μια μέρα και ίδρυσε το Συμβούλιο της Άμυνας.

Στα γράμματά του που στέλνει κυρίως στη γυναίκα του περιγράφει τις δύσκολες συνθήκες της διαβίωσης του, τη συνεχή του προσπάθεια να κρατήσει μυστική την ταυτότητά του – συναλλάσσεται μάλιστα σαν ζωοέμπορος στις αγορές – αλλά και τον ενθουσιασμό του, γιατί παρά τις αρχικές του απογοητεύσεις, οι προσπάθειές του αποδίδουν καρπούς: «… Δεν έχεις ιδέαν πόσον πατριωτισμόν έχουν αυτοί οι άνθρωποι πρέπει να γνωρίζει κανείς τους κινδύνους, τους οποίους καθ΄εκάστην διατρέχουν, δια να εννοήση και το θάρρος και τον πατριωτισμόν των…».
Η εικοσαήμερη όμως άδειά του πλησιάζει στο τέλος της και η αίτησή του για επιπλέον άδεια τεσσάρων μηνών δεν εγκρίνεται. Αναγκάζεται λοιπόν να επιστρέψει ικανοποιημένος, από το μέχρι τώρα έργο του, και αποφασισμένος να ξαναγυρίσει. Στην Αθήνα, αφού εκθέσει στον Πρωθυπουργό Θεοτόκη την κατάσταση, ζητάει την άδεια να συγκροτήσει στρατιωτικό σώμα, να επιστρέψει εκ νέου στην Μακεδονία και ν΄αγωνισθεί μαζί τους. Με αυτά τα σχέδια φθάνει στις 3 Αυγούστου 1904 στην Αθήνα και, αφού ζει για λίγο την οικογενειακή θαλπωρή, αρχίζει πάλι ετοιμασίες για αναχώρηση στην Μακεδονία.

Οι συνθήκες τώρα για την ενίσχυση του Μακεδονικού Αγώνα είναι πολύ καλύτερες απ’ ότι στην αρχή (1903). Ο Λάμπρος Κορομηλάς είναι Γενικός Πρόξενος στη Θεσσαλονίκη, οι δραστηριότητες των Ελλήνων Αξιωματικών και των αντάρτικων ομάδων στην Κεντρική και Ανατολική κυρίως Μακεδονία είναι συστηματοποιημένη, οι δισταγμοί και τα εμπόδια έχουν παραμεριστεί και το κυριώτερο, ο Παύλος αναλαμβάνει τη γενική αρχηγία των σωμάτων στις περιφέρειες Μοναστηριού και Καστοριάς (όπως αναφέραμε και παραπάνω).
Σε ένα γράμμα προς τη γυναίκα του αναφέρει χαρακτηριστικά «… Αισθάνομαι πολύ, ο δυστυχής, τήν ευτυχία που αφήνω αισθάνομαι ότι μ΄όλον τόν ανήσυχον και νευρικόν χαρακτήρα μου, ο βίος ο οποίος μου αρμόζει περισσότερον είναι ο ήσυχος και ο οικογενειακός. Αλλ΄από τινός δεν ηξεύρω τι έπαθα, έγινα όργανον δυνάμεως πολύ μεγάλης ως φαίνεται, αφού έχει τήν ισχύν να κατασιγάση όλα τα άλλα αισθήματά μου και να με ωθή διαρκώς προς την Μακεδονία .. .».

ΤΡΙΤΗ ΠΕΡΙΟΔΕΙΑ ΤΟΥ ΠΑΥΛΟΥ ΜΕΛΑ ΣΤΗ ΔΥΤΙΚΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ-Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ

Την 18η Αυγούστου 1904 αποχαιρετά τη γυναίκα του για τρίτη και τελευταία, όπως της υπόσχεται, και με τις γνωστές ήδη δυσκολίες φθάνει στη Μακεδονία στις 27 του ίδιου μήνα (27η Αυγούστου 1904) με 27 άνδρες.
Πεζοπορώντας για πολλές ώρες, πολλές ημέρες και με πολλές προφυλάξεις για να μη συναντηθούν με τουρκικά αποσπάσματα, προχωρούν μέσα στο μακεδονικό έδαφος με τελικό προορισμό την Καστοριά. Προβλήματα διαρκώς ορθώνονται μπροστά τους, όπως φαίνεται από τα γράμματά του: «…Είμεθα ήδη μίαν εβδομάδα εν πορεία και ακόμη τριγυρίζομεν περί την Σαμαρίναν, ενω κάθε ημέρα που περνά και πολύτιμος καιρός χαμένος είναι και εις περισσότερον κίνδυνο προδοσίας ή καταδόσεως μας θέτει…. Οι άνδρες μου ειναι μελαγχολικοί, εγώ δε ενδομύχως πλέον ή λυπημένος. Βλέπω μέχρι ώρας μόνον δυσκολίας… Οι Τούρκοι είναι ειδοποιημένοι, οδηγόν δέν έχομεν, το έδαφος δεν το γνωρίζομεν! Θα φθάσωμεν ποτέ εκει ή μήπως οι Τούρκοι θα μας αρχίσουν το κυνηγητό και έτσι θα ναυαγήσουν όλοι οι πόθοι να βοηθήσωμεν τους εκεί αδελφούς; Θεέ μου, Θεέ μου! Και ενώ ευρίσκομαι εις τόσην απόγνωσιν ενδομύχως, προσπαθω να ενθουσιάζω και να ενθαρρύνω τους άνδρας μου… Βρέχει δυνατά και ακατάπαυστα… από χθές το πρωί, εκτός μιας παλιοπροβαίνας, την οποίαν εμοιράσαμεν 27 άνδρες χωρίς ψωμί, είμεθα εντελώς νηστικοί. Πεινώμεν φοβερά …. Είμεθα όλοι υγροί ως τα κόκκαλα, οι πλειστοι έχουν πυρετόν …. Ομίχλη φοβερά διαδεχθείσα μετ΄ολίγον την βροχήν επιβραδύνει ουκ ολίγον την πορείαν μας… Η απότομος και ολισθηρά κλίσις του βουνού, τα πυκνότατα και δύσκαμπτα δενδρύλλια, τα οποία είναι κάθυγρα από την βροχήν, μας παιδεύουν φοβερά. Ημείς, τα όπλα μας, οι κάπες μας βαρειές από την βροχήν, πέφτομεν, σκοντάφτομεν, γλυστρώμεν διαρκώς…».

Πεδίο Δράσης του Παύλου Μελά

Μόνο όποιος έχει βρεθεί και έχει περπατήσει στα μέρη που περιγράφει στο γράμμα του και με τέτοιες συνθήκες γνωρίζει πόσο δύσκολη πραγματικά και δύσβατη είναι αυτή η περιοχή! Μετά από συνεχή πορεία αρκετών ημερών και συνήθως σε συνθήκες βροχής και κακοκαιρίας, φθάνει με τους άνδρες του στις 8 Σεπτεμβρίου 1904 στο Κωσταράζι από το οποίο η Καστοριά απέχει δύο ώρες με τα πόδια. Εκεί μένουν δύο ημέρες για να συνέλθουν, ώστε ξεκούραστοι να συνεχίσουν την εκτέλεση της αποστολής τους. «… Τρέμω καί συγκινούμαι σκεπτόμενος ότι εγώ, ο οποίος ουδέ μύγαν εσκεμμένως εσκότωσα ποτέ, από αύριον θά φονεύσω, θα δολοφονήσω ίσως καί ανθρώπους ακόμη. Τρέμω, αλλ΄ανυπομονώ να το κάμω…»
Και αρχίζει τις επαφές του στη γύρω περιοχή. Για λόγους ασφαλείας, επισκέπτεται νύχτα την Καστοριά, της οποίας ο θαρραλέος Μητροπολίτης Γερμανός Καραβαγγέλης, που είναι η «ψυχή» όλης της περιφέρειας, και καταλήγει με τους άνδρες του στη Μονή Τσιριλόβου, όπου τους φιλοξενούν οι μοχαχοί. Οι Μακεδόνες, μαθαίνοντας την άφιξή τους ανασαίνουν και ενθουσιάζονται, τους αντιμετωπίζουν σαν σωτήρες. Στις επιδιώξεις του Παύλου – του καπετάν Μίκη Ζέζα – και των ανδρών του είναι και η σύλληψη και η τιμωρία των Ελλήνων προδοτών, που συμπράττουν με τους κομιτατζήδες. Και ο Παύλος αναριωτιέται «…αν ειχα τo δικαίωμα εγώ να συλλάβω οιονδήποτε άνθρωπον, οσονδήποτε κακούργος και αν ειναι, να τον τραβήξω από την οικογένειάν του και να τον φονεύσω!… Εγώ όμως ουδέν άλλο στήριγμα πλην της προς την πατρίδα και το γένος μου αγάπης έχω. Μα την αλήθειαν, πολύ θάατ΄αγαπω και τα δύο διότι, καίτοι υποφέρω, καίτοι κλαίω, θ΄αφήσω να γίνη εκείνο που απεφασίσθη…» .
Κι ενώ ετοιμάζεται να επιτεθεί σε περιοχή, όπου κρύβονται κομιτατζήδες, οι ντόπιοι κάτοικοι αρνούνται να τον οδηγήσουν, ενώ ο ίδιος δε γνωρίζει τα μέρη, για να κινηθεί. Είναι η δεύτερη φορά που ματαιώνονται τα σχέδιά του από την απροθυμία των κατοίκων. Στενοχωριέται, αλλά τους δικαιολογεί, γιατί ο μικρός αριθμός των ανδρών του δεν τους εμπνέει εμπιστοσύνη και η πιθανή αποτυχία θα δημιουργήσει σκληρά αντίποινα σε βάρος τους. «… Εχουν και δίκαιον οι δυστυχείς και πολλάκις μου υπενθυμίζουν την από ημας εγκατάλειψίν των την άνοιξιν …»
Εν τούτοις, παρά την απροθυμία των κατοίκων και τις δύσκολες καιρικές συνθήκες – βρέχει συνεχώς για 23 ημέρες – με κέντρο τα ελληνοαλβανικά χωριά Νεγοβάνη, Λέχοβο, και Νέβεσκα, που βρίσκονται βορειοανατολικά της Καστοριάς, οργανώνει τα περίχωρα, ώστε να περιθάλπουν τα στρατιωτικά αποσπάσματα, να φροντίζουν την ασφάλεια των κατοίκων, τους οποίους να διαφωτίζουν και να ενθαρρύνουν, ώστε να μην πείθονται από την προπαγάνδα και εγκαταλείποντας την ορθοδοξία να γίνονται σχισματικοί. Γιατί οι Βούλγαροι εποφθαλμιούν τη Μακεδονία και επειδή δε μπορούν να την προσαρτήσουν στη χώρα τους με επανάσταση, όπως έκαναν με την ελληνική Ανατολική Ρωμυλία το 1885, προσπαθούν να το πετύχουν πείθοντας τους Μακεδόνες ότι αν ξεσηκωθούν μαζί τους θα αποκτήσουν την αυτονομία τους. Και παρασύρουν μερικούς και τους ζητούν χρήματα, για να τους εξοπλίσουν δήθεν, μα όπλα δεν τους δίνουν ποτέ! Κι όταν οι Μακεδόνες συνειδητοποιούν ότι δεν πρόκειται να ελευθερωθούν αλλά να αλλάξουν απλώς κατακτητή – από τους Τούρκους δηλαδή να περάσουν στους Βουλγάρους – και αντιστέκονται, αντιμετωπίζουν την οργή των συμμοριών που ορμούν στα άοπλα χωριά και καίνε, βασανίζουν, σκοτώνουν, αποκεφαλίζουν αρχίζοντας κυρίως από τους ιερείς, τους δασκάλους, τους προεστούς που είναι η πηγή της αντίστασης.
Και γι΄αυτό είναι ευχαριστημένος, γιατί η οργάνωση προχωρεί με επιτυχία και αρχίζει να γίνεται και ο ίδιος ο φόβος των Βουλγάρων και των προδοτών. Η φήμη του εξαπλώνεται σε όλη την περιφέρεια! Πολλοί μάλιστα τον επισκέπτονται και του φέρνουν τα παιδιά τους να του φιλήσουν το χέρι, ενώ άλλοι του γράφουν. «… Καταλαβαίνομεν… τήν καλοσύνην σου καί είδομεν τό φως τό αληθινόν…». ‘Ολες αυτές οι εκδηλώσεις τον συγκινούν βαθιά και γεμάτος έλεος για τις μικρότητες που βλέπει γύρω του, συνεχίζει με αγάπη και ενθουσιασμό τη δύσκολη αποστολή του!

Ο θάνατος του Παύλου Μελά και η σημασία του για τον αγώνα στην Μακεδονία 

Το σπίτι όπου σκοτώθηκε ο Ήρωας

Ακαταπόνητος συνεχίζει τον αγώνα του και με αγωνία περιμένει όπλα από τις αθηναϊκές πατριωτικές οργανώσεις, για να εξοπλίσει όλα τα χωριά της περιοχής του. Στο μεταξύ, με όσα διαθέτει και παρά τις εναντίον του βουλγαρικές απειλές, οργανώνει την άμυνα τεσσάρων χωριών και προειδοποιεί ότι θα κάψει τα σπίτια εκείνων που θα συμπράξουν με τους βούλγαρους κομιτατζήδες.

Παράλληλα, εξακολουθώντας να εμπιστεύεται στα γράμματά του τις σκέψεις και τα συναισθήματά του σημειώνει. «… Δεν φαντάζεσαι την κατάστασίν μου την ψυχικήν. Θέλω και πρέπει να μείνω εδώ αλλ΄ ο πολυτάραχος και σχεδόν άγριος βίος μου με κάμνει να νοσταλγώ τον ήσυχον και γλυκύν οικογενειακόν βίον. Και εδώ έχω τας ικανοποιήσεις μου και εκεί την ευτυχίαν μου. Αλλ΄εδώ με κρατεί επί πλέον το καθήκον και πρό πάντων αι υποχρεώσεις ας ανέλαβα. Αισθάνομαι ότι θυσιάζομαι, αλλά τουλάχιστον θα κατορθώσω τίποτε; ΄Η θα χανδακώσω την ιεράν αυτήν υπόθεσιν; Αισθανόμενος το μέγεθος της ευθύνης, πότε τρέμω και πότε ενθουσιώ…».
Στο μεταξύ το σώμα του ενισχύεται και με ντόπιους και φθάνει τώρα τα 50 άτομα και έτσι οι χωρικοί νιώθουν πιο ασφαλείς γνωρίζοντας την παρουσία του. Κι ενώ βαδίζει για να συναντηθεί με άλλο σώμα Ελλήνων ανταρτών, για να συναποφασίσουν γενικότερη κατά των βουλγαρικών συμμοριών επίθεση, σταματά στο χωριό Στάτιστα, (ή και Σιάτιστα) για να ξεκουράσει τους άνδρες του. Στις αντιρρήσεις που εκφράζει για αυτή τη στάση τους ο φίλος και υπαρχηγός του Νίκος Πύρζας, επειδή στο χωριό κατά τις πληροφορίες τους υπάρχει τουρκικό στρατιωτικό απόσπασμα, ο Παύλος απαντά: «… Ειναι αμαρτία, τά παιδιά κουρασμένα, βρεγμένα ας μείνωμεν εις το χωριό νά στεγνώσουν ολίγον …».
Αυτή η απόφαση του θα είναι τελικά γι΄αυτόν μοιραία, γιατί οι Τούρκοι ειδοποιημένοι και οδηγημένοι από τον κομιτατζή Μήτρο Βλάχο για την εκεί παρουσία τους, επιτίθενται και κατά τη συμπλοκή ο Παύλος τραματίζεται σοβαρά, «… στη μέση με πήρε, παιδιά …».  Κι ενώ οι άντρες του τρέχουν να τον βοηθήσουν μπαίνει μόνος του στο σπίτι, κάθεται και απευθυνόμενος στο Νίκο Πύρζα του λέει: «… Το σταυρό να τον δώσεις στη γυναίκα μου και το τουφέκι του Μίκη και να τους πης ότι το καθήκον μου έκαμα …».
Στη συνέχεια βγάζει το πορτοφόλι του με τις φωτογραφίες των παιδιών του κι επειδή αρχίζει να πονά, παρακαλεί να τον σκοτώσουν και να μην τον αφήσουν ζωντανό στα χέρια των Τούρκων. Ολοι γύρω του λυπημένοι και ανήμποροι να βοηθήσουν παρακολουθούν τις τελευταίες στιγμές του παλικαριού που ψιθυρίζει πότε «… πονώ !», πότε «… σκοτώστε με!» και πότε τα ονόματα των παιδιών του «… Μίκη, Ζωή!». Και αφού με δυνατούς πόνους παιδεύεται μισή περίπου ώρα, με τη λέξη «… πονώ!» αφήνει την τελευταία του πνοή επάνω στη διψασμένη για αίμα ηρώων Ελληνική γη..

Η τραγική είδηση φθάνει στο Υπουργείο Εξωτερικών στην Αθήνα με τηλεγράφημα του Προξένου του Μοναστηρίου που αναφέρει τα εξής : 
»… Παρελθούσαν Τετάρτην, 13 τρέχοντος (Οκτωβρίου) ημετέρων ευρεθέντων εν χωρίω Στάτιστα και περί ώραν 5 μ.μ. ήρξατο πυρός κατά των ημετέρων. Ημέτεροι απήντησαν γενναίως, μετά δίωρον δε ανταλλαγήν πυροβολισμών, απεφάσισαν επιχειρήσωσιν έξοδον. Παύλος Μελάς ώρμησε πρώτος επί κεφαλής αυτών, οπότε σφαίρα τουρκική πλήξασα αυτόν κατά την οσφυακήν χώραν, ετραυμάτισε θανασίμως. Σύντροφοί του τον… εναπέθεσαν παρακειμένω οικίσκω, ένθα, μετά ημίσειαν ώραν, διαρκούσης πάντοτε συμπλοκής, εθνικός ήρως ησύχασε …» !

Ο θάνατός του αιφνιδιάζει και θλίβει τους Μακεδόνες, γιατί σ΄αυτόν είχαν στηρίξει όλες τους τις ελπίδες για τη σωτηρία τους. Και μολονότι δεν έχουν ακόμη συνειδητοποιήσει το οδυνηρό γεγονός, αρχίζει η δυσάρεστη διαδικασία του ενταφιασμού. Από γράμμα που στέλνει ο ελληνοδιδάσκαλος και υπάλληλος του προξενείου Μοναστηρίου Βασίλειος Αγοραστός στον ‘Ιωνα Δραγούμη, γυναικάδελφο του Παύλου, έχουμε τις λεπτομέρειες του ενταφιασμού. Σύμφωνα με αυτές, ο ίδιος ο Αγοραστός εκτελώντας εντολή του προξενείου φθάνει στο Πισοδέρι, για να μεριμνήσει για την ταφή του ήρωα. Επειδή εκεί πληροφορείται ότι οι κάτοικοι της Στάτιστας τον έχουν ήδη ενταφιάσει σε ασφαλές μέρος, προχωρεί στο Ζέλοβο απ΄όπου στέλνει άνδρα του σώματος του Παύλου μεταμφιεσμένο στη Στάτιτσα, για να παραλάβει κρυφά και να μεταφέρει στο Ζέλοβο το σώμα του γενναίου αρχηγού του.
Κι ενώ έχει αρχίσει η εκταφή του νεκρού, αναγγέλλεται ότι ισχυρό τουρκικό απόσπασμα κατευθύνεται στο χωριό. Για ν΄αποφύγουν τότε την αυτόφωρη σύλληψη, κόβουν την κεφαλή του παλικαριού και θάβουν ξανά το σώμα του. Και τη στιγμή που ο Τούρκος αποσπασματάρχης έχει συγκαλέσει τους χωρικούς στην πλατεία και με απειλές, αλλά χωρίς αποτέλεσμα, τους ζητά τον τόπο της ταφής, ο απεσταλμένος κατορθώνει να διαφύγει έχοντας στο σακίδιό του το κεφάλι του άτυχου αρχηγού του και να φθάσει στο Ζέλοβο. Εκεί ως πιο κατάλληλο για την ταφή του επιλέγουν το παρεκκλήσι της Αγ. Παρασκευής στο Πισοδέρι, όπου και ενταφιάζεται στον προ της Ωραίας Πύλης χώρο στις 18 Οκτωβρίου 1904.

Επειδή όμως οι Τούρκοι, μετά από τα δημοσιεύματα του αθηναϊκού τύπου πληροφορούνται τα σχετικά με το θάνατο και την ταφή του Παύλου Μελά, επανέρχονται στη Στάτιστα και μετά από προσεκτικότερη έρευνα ανακαλύπτουν το ακέφαλο σώμα του. Με τη μεσολάβηση όμως του Μητροπολίτη Καστοριάς Γερμανού Καραβαγγέλη, η σωρός του μεταφέρεται στην πόλη, όπου με θρήνους, και ενώ χοροστατεί ο Μητροπολίτης Γερμανός, κηδεύεται και ενταφιάζεται στον περίβολο του βυζαντινού Ναού των Ταξιαρχών. Αργότερα, το 1950, μεταφέρεται εκεί και η κεφαλή του δίπλα στο σώμα του και έτσι σήμερα, όλο το σκήνωμα του Παύλου Μελά αναπαύεται τώρα στην Καστοριά. Πλάι του μάλιστα, ύστερα από δική της επιθυμία, αναπαύεται και η γυναίκα του Ναταλία.
Η είδηση του θανάτου του Παύλου Μελά συγκλόνισε ολόκληρη την Ελλάδα και την Αθήνα και ιδιαίτερα φυσικά, την οικογένειά του. Ολόκληρος ο ελληνικός λαός πενθεί τον ήρωα, που έφυγε τόσο νέος, μόλις 34 χρονών, και σε τόσο μάλιστα κρίσιμες στιγμές για το Έθνος και τον Ελληνισμό! Το όνομά του γίνεται σύμβολο του μακεδονικού αγώνα, ενώ μεγάλος αριθμός Αξιωματικών και ιδιωτών πολιτών αρχίζουν να σπεύδουν στη Μακεδονία και πυκνώνους τις τάξεις εκείνων που αγωνίζονται για την απελευθέρωσή της, ακολουθώντας τον δρόμο του Παύλου Μελά και το παράδειγμά του. Τη θυσία του υμνεί ο λαός με το δημοτικό τραγούδι και ο μεγάλος ποιητής Κωστής Παλαμάς.
Αλλά και η πατρίδα, τιμώντας τον, τον αναγνωρίζει σαν εθνικό ήρωα και η Στάτιστα, το χωριό στο οποίο σκοτώθηκε, μετονομάστηκε σε «Παύλος Μελάς»

ΤΟ ΠΕΡΑΣΜΑ ΤΟΥ ΠΑΥΛΟΥ ΜΕΛΑ ΑΠΟ ΤΑ ΚΑΣΤΑΝΟΧΩΡΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΒΟΪΟ

http://www.tsotili.gr/files/046/oikologiki_kinisi_kozanis/kastanoxwria/pb140119.jpg Στα τέλη του Αυγούστου του 1904 όπως είναι γνωστό ο Παύλος Μελάς έκαμε την τρίτη έξοδό του στη Δυτική Μακεδονία,με ένα ολόκληρο σώμα 27 ανταρτών,ως γενικός αρχηγός των Σωμάτων στην περιοχή Μοναστηρίου-Καστοριάς. Στη Δυτική Μακεδονία προσπάθησε να οργανώσει την άμυνα από Σώματα ντόπιων. Καθ΄οδόν όμως προς τη Δυτική Μακεδονία,ο διαβόητος Θανάσης Βάγιας του πρόδωσε στους Τούρκους των Γρεβενών,οπότε αναγκάστηκαν να αλλάξουν πορεία,για να πέσουν σε παγάνες των Τούρκων. Περιπλανήθηκαν για αρκετές ημέρες στα βουνά των Γρεβενών και έφτασαν σχεδόν στη Σαμαρίνα. Κατόπιν στράφηκαν βορειοανατολικά προς το Επταχώρι της Καστοριάς,πέρασαν έξω από τα σημερινά χωριά Πεντάλοφος,Βυθός,Αυγερινός,Πολυκάστανο ,Ζώνη,Δαμασκηνιά,Κερασώνα,Σπήλιος,Ασπροκλησιά,και ύστερα από αρκετές περιπέτειες,περνώντας τον Αλιάκμονα,ανηφόρισαν στο Κωσταράζι της Καστοριάς,πήγαν μετά στο Βογατσικό,για να προχωρήσουν στην συνέχεια στα Κορέστια,όπου ο Παύλος Μελάς άφησε την τελευταία του πνοή χτυπημένος από Τούρκικη σφαίρα στις 13 Οκτωβρίου 1904.

Sample Image Στη Ζώνη έμειναν 2 βράδια σε έναν νερόμυλο μεταξύ Ζώνης και Πολυκαστάνου.

Το βράδυ της Δευτέρας 6ης Σεπτεμβρίου αναχώρησαν από την Ζώνη Βοΐου,πέρασαν ξέμακρα από την Δραγασιά,για να μην τους αντιληφθούν οι Τούρκοι,σταμάτησαν για λίγο για να ξαποστάσουν σε μία βρύση-στη βρύση του Αγά-ανάμεσα στη Δραγασία και την Δαμασκηνιά στην τοποθεσία Πράμπορη και κατόπιν,ακολουθόντας ανηφορικό δρόμο,πέρασαν,πέρασαν από τις τοποθεσίες της Δαμασκηνιάς(Κοσκιγκά,Σταυρός,Τσαρτσαλίγκα,Λιβαδίτσι,Ντολότο,Ντίρμα) και μετά προχώρησαν προς την Κερασώνα και τα υπόλοιπα Καστανοχώρια.
ΚΕΡΑΣΩΝΑ KAΣTOΡΙΑΣ: Την νύχτα της 6ης πρός 7ης Σεπτεμβρίου 1904 από την άκρη της Λούτσιστας και στην συνεχεία απ’ έξω από την Ζηκόβιστα πέρασε ο Παύλος Μελάς με το σώμα του κατευθυνόμενος προς το Κωσταράζι Καστοριάς.   Είχαν ξεκουραστεί σε νερόμυλο του Ζάντσικου και τη νύχτα με οδηγό το Ζωνίτη Αναγνώστη μέσω Δαμασκηνιάς συνέχισαν την πορεία τους προς το Κωσταράζι.

ΣΤΟ ΒΟΪΟ

ΣΙΑΤΙΣΤΑ: Στις 22 Ιουλίου 1904 ο Παύλος Μελάς επισκέφθηκε μυστικά τη Σιάτιστα, ως ζωέμπορος με το γιατρό της Κοζάνης Μεταξά, παρέμεινε στην πόλη μια μέρα και ίδρυσε το Συμβούλιο της Άμυνας. Όταν στις αρχές του Σεπτεμβρίου 1904 εμφανίσθηκε στην περιοχή ο Παύλος Μελάς, ως αρχηγός πλέον αντάρτικου σώματος με το ψευδώνυμο Μίκης Ζέζας, η Εθνική Επιτροπή Σιάτιστας ενίσχυσε το Σώμα του με Σιατιστινούς πλήρως εξοπλισμένους. Η Εθνική Επιτροπή βοηθούσε τα ανταρτικά σώματα που περνούσαν από την πόλη, διόρισε οδηγούς, διοργάνωσε το ταχυδρομείο των σωμάτων, άρχισε τη μεταφορά όπλων και πυρομαχικών και προοδευτικά μύησε στον αγώνα ολόκληρη την κοινωνία της Σιάτιστας. Έτσι ολόκληρη η κοινότητα έκρυβε και προστάτευε τους άντρες των αντάρτικων σωμάτων και βοηθούσε στη μεταφορά όπλων. Ακόμα τα επιβλητικά αρχοντικά της Σιάτιστας και οι παλιές εκκλησίες της χρησιμοποιήθηκαν σαν αποθήκες όπλων και λοιπών πολεμικών ειδών.
Στη σελίδα 82 του βιβλίου του Ιωάννου Αποστόλου Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΣΙΑΤΙΣΤΗΣ αναφέρονται τα ονόματα όσων Σιατιστέων έδρασαν στο Μακεδονικό αγώνα. Ακολουθούν τέσσερις επιστολές του Παύλου Μελά στη γυναίκα του Ναταλία- δημοσιεύονται στο βιβλίο της Ναταλίας Μελά, «Παύλος Μελάς»- που αναφέρονται στη Σιάτιστα.
1η «Κριτσοτάδες, Κυριακή, 7 Μαρτίου 1904…Το σώμα μας αυξάνεται κατά δυο λαμπρούς Μακεδόνας της Σιάτιστας. (Πρόκειται για τον Γεώργιο Λιουλιάκην και Ανδρέα Καλαμπούκαν). Είναι πρώτης τάξεως άνθρωποι επί 14 έτη πολεμήσαντες τους Τούρκους εις την Μακεδονίαν»….2η «Τετάρτη, 10 Μαρτίου 1904. Έξω του Παλαιοκάστρου (προς Ν. της Σιατίστης): Αγαπητή Νάτα. Σήμερα βλέπεις είμεθα κατηυλισμένοι, αρκετά πλησίον της Σιατίστης…..». 3η «Παλαιόκαστρον, Πέμπτη, 11 Μαρτίου 1904…..Μέχρι της Σιατίστης εχρειάσθημεν 2 ώρας και 10΄ταχείας πορείας επί ελεεινοτάτου δρόμου με φοβερόν καλντιρίμι. Εις την Σιάτισταν διερχόμεθα υπό τον τουρκικόν στρατώνα. Έχει φως αλλά ουδείς κινείται, αν και φωτιζόμεθα λαμπρά από την νύκτα. Από την Σιάτισταν εγκαταλείπομεν το καλντιρίμι και εξακολουθούμε τον δρόμον μας ανά τα φοβερά πετρώδη όρη ανεβοκατεβαίνοντας 6 τοιαύτα, σκοντάπτοντες και στραγγουλίζοντες τα πόδια μας ανά πάσαν στιγμήν»…..4η «Κοζάνη, Πέμπτη 22 Ιουλίου 1904Σήμερα είμαι ακόμη πλέον ευτυχής.Ναι, δεν θα χαθεί αυτό το έθνος. Έχει τόσους και τόσους καλούς πατριώτας, ώστε είναι αδύνατον να μην επικρατήσει, όταν τεθούν εις κίνησιν και χρησιμοποιηθούν δεόντων αι δυνάμεις του.Το πρωί εις τας 4, ενώ η Κοζάνη εκοιμάτο ακόμη, εξήλθον της φυλακής μου με τον υπηρέτην της Μητροπόλεως, ο οποίος με ωδήγησεν έξω της πόλεως, όπου μετ ολίγον ήλθον εφ αμάξης ο Μεταξάς με τον γαμβρόν του (φαρμακοποιόν εν Σιατίστη) και την κόρην του. ………….. Εβάλαμεν 3 ώρας και 1/4 διά να φθάσωμεν εις Σιάτισταν…………..
Αφού ανήλθομεν επιτέλους επί του υψηλοτάτου λόφου, όπου είναι κτισμέναι αι δυο συνοικίαι της Σιατίστης, είδα τους φοβερούς πετρώδεις λόφους, όπου τόσον εταλαιπωρήθημεν τότε ( αναφέρεται στην πρώτη επίσκεψη στις 11 Μαρτίου 1904). Διασχίζομεν την κάτω συνοικίαν, Γεράνειαν. Μας κοιτάζουν με περιέργειαν όλοι οι κάτοικοι, όλοι Έλληνες με ωραία αναστήματα και περήφανον όψιν. Μετά την Γεράνειαν διακόπτεται η πόλις επί 200 μέτρα και αρχίζει ο επάνω μαχαλάς. Εις την είσοδόν του είναι το Γυμνάσιον, ωραίον και μεγάλον κτίριον το οποίον εδώρησεν εις την πατρίδα του ένας Σιατιστεύς. (Είναι ο μέγας ευεργέτης της Σιατίστης Ιωάννης Τραμπαντζής). Αμέσως μετά το Γυμνάσιον είναι το μητροπολιτικόν οίκημα και απέναντι αυτού και παρέκει το παρθεναγωγείον.Επήγαμεν αμέσως εις του συμπεθέρου του Μεταξά το σπίτι, καλλίστου και ευγενεστάτου γέροντος ( πρόκειται για τον Ι. Γκίμπα)…………Μετά το πρόγευμα επήγαμεν και οι δύο αμέσως εις μίαν απομακρυσμένην συνοικίαν ( εις την οικίαν του Φ. Ζυγούρη ), όπου μας ανέμενε το συμβούλιον της Αμύνης, 6 τον αριθμόν, 3 ιατροί, 3 καθηγηταί. Δεν περιγράφεται η συγκίνησις των ανθρώπων όταν με είδαν……Μου υποσχέθησαν εντός 5 ημερών 10 παιδιά με ντουλαμάδες και όπλα……….. Εις τας 5 μ.μ. ο Μεταξάς, εγώ , ο διευθυντής της αστικής σχολής (εδώ πρόκειται για τον Σιατιστέα Ιωάννην Αποστόλου, ο οποίος έγραψε την Ιστορίαν της Σιατίστης) και η γυναίκα του εφύγαμεν πάλιν δια Κοζάνην. Ο ειρημένος διευθυντής καθ οδόν ομιλούσε διαρκώς με τον Μεταξάν δια τον πατέρα σου, που είχε γνωρίσει κατά το εκπαιδευτικόν συνέδριον την άνοιξιν. Εγώ ήμουν ζωέμπορος και δεν μου παραμιλούσε».»

ΔΑΦΝΕΡΟ ΒΟΪΟΥ:Είναι γνωστή η συμμετοχή των κατοίκων στον Μακεδονικό αγώνα, ακόμα και ο τουρκαλβανός μπέης του χωριού, ο Καπλάν -μπέης, που ήταν φιλέλληνας μυήθηκε και αυτός με την σειρά του στον Μακεδονικό Αγώνα, και το 1903 φιλοξένησε  στην χαράδρα της Αγίας Παρασκευής το Σώμα του Παύλου Μελά. Όταν ο μπέης έφυγε από το χωριό, χάρισε την περιουσία που είχε στην εκκλησία και το σχολείο του χωριού. Μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1980 σώζονταν το σπίτι του που αποτέλεσε, στην Διάρκεια του Μακεδονικού Αγώνα, ένα ασφαλές κρησφύγετο για τους Μακεδονομάχους

ΠΑΛΑΙΟΚΑΣΤΡΟ ΒΟΪΟΥ:Οι κάτοικοι του Παλαιοκάστρου ήταν και είναι γηγενής, Έλληνες χριστιανοί ορθόδοξοι, δεν είχαν εξισλαμιστεί,και στην διάρκεια του Μακεδονικού Αγώνα, ο Παύλος Μελάς στις 10 Μαρτίου του 1904 τη νύχτα, έφτασε με την ομάδα του στο Παλαιόκαστρο και έμεινε  ένα βράδυ στο χωριό, και είχε τονίσει χαρακτηριστικά, ότι οι κάτοικοι του Παλαιοκάστρου, μιλούσαν γνήσια Ελληνικά.

ΓΑΛΑΤΙΝΗ ΒΟΪΟΥ: ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΑ ΤΗΣ ΓΑΛΑΤΙΝΗ ΓΑΛΑΤΙΝΗ ΒΟΪΟΥ: Η Γαλατινή βρισκόταν αρκετά μακριά από τις περιοχές που δρούσαν οι Κομιτατζήδες, αλλά το χωριό ήταν πρόσφορο για τις κινήσεις και για τη διαμονή ανταρτικών σωμάτων. Ήταν η Γαλατινή ο πρώτος σταθμός, μετά τον Βούρινο, των ανταρτικών σωμάτων και του οπλισμού που κινούνταν προς τις περιοχές Καστοριάς, Φλώρινας και Μοναστηρίου, προερχόμενα από τη Θεσσαλία.
Στις 3 η ώρα το πρωί της 12 Μαρτίου του 1904 το σώμα του Π. Μελά που ερχόταν από το Παλιόκαστρο έφτασε στο χωριό μας και λημέριασε στον Μικρό τον ληλιά στη θέση που τη λέμε «Αράπη φωλί». Αλλά ας δώσουμε το λόγο στον ίδιο τον Π. Μελά, όπως σώθηκε από τα γράμματά του που κάθε μέρα σχεδόν έγραφε στη γυναίκα του Ναταλία.: Η σελήνη έδυσε και δεν βλέπομε πλέον επί τέλους φθάνομε έξω του Κονισκού (Σ. Σ. εννοεί το Κοντσικόν) εις τας 3 η ώρα το πρωί της σήμερον. Κονισκάς. Παρασκευή 12 Μαρτίου 1904 (προς Βορράν της Σιατίστης). Το κρύο είναι φοβερό. Και πάλιν λημεριάζομεν έξω. Ο οδηγός μας επήγε εις το χωριό να μας φέρει τροφήν…. Είναι ήδη 12 και ο οδηγός μας (Φασούλας Γεώργιος) δεν ήλθε ούτε νερό ούτε τρόφιμα να μας φέρη, φοβείται ο ευλογημένος να μη μας ιδούν και δια τούτο φαίνεται ότι περιμένη να νυκτώση δια να έλθη… Αποφασίζομεν και στέλλομεν εις Κονισκόν τον Παύλον Αθανασίου (Κύρου) δια να φροντίση να ετοιμάση τροφήν… και να φέρη δυο ζώα… Αι ανησυχίαι μας όμως δεν διήρκεσαν πολύ, διότι αίφνης, από των πέριξ της εκκλησίας ερειπίων, ξεπροβάλλει η ιδιόρρυθμος φάτσα του Παύλου ακολουθουμένου υπό τινος κατοίκου του Κονισκού… Πράγματι μας ήλθε μ’ ένα χωρικόν ο οποίος έκλαιεν από χαράν και ενθουσιασμόν. Ο Παύλος ο μυστηριώδης τον είχε φανατίσει. Ο Γούλας λοιπόν (ο φίλος του Παύλου) μας έφερε δυο άλογα, κρασί (10 οκάδες), ψωμί, τυρί, καρύδια, σύκο.. Μένομεν όλοι ενθουσιασμένοι με τον Παύλον και τον Γούλαν, τον οποίον φιλοδωρούμεν με 1 μετζίτι δια να πιή υπέρ της ελευθερίας. «Όχι κρασί» μας λέγει «θα το κάψω λαμπάδα». Του δίνω άλλο έν δια να κάμη παράκλησιν… Αλλ’ αίφνης, εις το ζωηρότερον σημείον της συζητήσεως, έρχεται και αυτός (οδηγός Γ. Φασούλας) ο δυστυχής κάθιδρος, ακολουθούμενος από έναν άλλον χωρικόν του Κονισκού.
Και οι δυο είναι κατάφορτοι από ντορβάδες, ασκούς, τεντζερέδες και ένα κουτί Συριανά λουκούμια. Εις τον παμμεγέθη τεντζερέν περιέχοντα 6 όρνιθες με ρύζι… Εις τας 10μ.μ. φεύγομεν αφού προηγουμένως ωρκίσαμε τον Γιώργην δια την μεταφοράν των όπλων.
Όλοι όσοι μυούνταν στον αγώνα είτε σαν μέλη επιτροπών, είτε ως οπλίτες, είτε ως απλοί συνεργάτες έδιναν ενώπιον οπλαρχηγού ή ιερέως τον κατωτέρω όρκον:
Ορκίζομαι εις το όνομα της Αγίας Τριάδος ότι θα φυλάξω το μυστικόν, ότι θα εργάζωμαι με όλην την ψυχήν μου και την καρδίαν μου προς εξόντωσιν των Βουλγάρων κακούργων και προς επιτυχίαν της ελευθερίας της Πατρίδος μου Μακεδονίας. Εις τους εχθρούς της Πατρίδος δεν θα μαρτυρήσω το παραμικρόν και αν με βάλουν το μαχαίρι στο λαιμό μου. Αν παραβώ τον όρκο μου ο Θεός να με τιμωρήση και οι ελευθερωταί της πατρίδος μου ας με κομματιάσουν και η αμαρτία να είναι στο λαιμό μου.
Τον Π. Μελάν συνώδευαν τότε οι Μακεδόνες οπλαρχηγοί Κώττας, Κύρου και Πύρζας. Ο Κοντσιώτης Γούλας και Γιώργης που αναφέρει ο Π. Μελάς ήταν ο Γεώργιος Βαρτζιούκας, ο πρώτος Κοντσιώτης που μυήθηκε στον αγώνα. Ο άλλος Κοντσιώτης που ήρθε με τον Φασούλα θα πρέπει να ήταν ο κυρ Γιώργης Χατζηκώστας ο μπακάλης. Αμέσως μετά συγκροτήθηκε η επιτροπή του αγώνα που την αποτέλεσαν ο Παναγιάννης Χατζής σαν πρόεδρος και σαν μέλη ο Κ. Παπαευθυμίου Κούκαλιας διδάσκαλος, ο Παπαγιώργης Λαζόγκας, ο Ν. Γκούβας μουχτάρης τότε, ο Κ. Κατσιάς ράφτης, ο Δ. Πατσιαδάς παντοπώλης, ο Αργ. Δέντσορας κτηματίας, ο Γ. Χατζηκώστας (μπακάλης) παντοπώλης και ο Γ. (Γούλας) Βαρτζιούκας. Σαν αγγελιοφόροι ωρίστηκαν ο Γ. Μανώλης (Γούλιας τ’ Νάσ’), ο Κ. (Κώτιας) Γκαντώνας, ο Γούσιας Γκέσος, ο Χρ. Κατσέλης και ο Ι. Βουζιανάς (Σιοϊλές). Η επιτροπή συνεδρίασε στις 22 Νοεμβρίου 1904 στο σπίτι του Μπακάλη, όπου προήδρευσε ο οπλαρχηγός Βάρδας (Τσόντος). Παρών ήταν και ο Παπαδράκος, ο οποίος την άλλη μέρα που ήταν Κυριακή λειτούργησε στην Αγία Παρασκευή (με το όπλο και το Σταυρό στο χέρι) και έβγαλε πύρινο λόγο στους κατοίκους. Πρέπει να φανταστή ο αναγνώστης ότι όλα αυτά γίνονταν σε απόσταση λίγων χιλιομέτρων από Τουρκικές αρχές, για να ιδή τι ψυχή είχαν τότε οι πρόγονοί μας. Μετά την συνεδρίαση υπογράφτηκε πρωτόκολλο, που καθώριζε λεπτομέρειες για τον τρόπο υποδοχής, φιλοξενίας και τροφοδοσίας των ανταρτικών μας σωμάτων καθώς και αποκρύψεως και διακινήσεως οπλισμού και πυρομαχικών. Αν και όλα αυτά γινόταν με κάθε μυστικότητα, εν τούτοις οι κάτοικοι και τα παιδιά του σχολείου ακόμα ήξεραν όλες τις κινήσεις. Ο πατριωτισμός όμως των κατοίκων και ο πόθος για την ελευθερία έκαμνε όλους να κρατούν το μυστικό και να μη το συζητούν ούτε μεταξύ τους. Εκτός απ’ αυτά οι Κοντσιώτες είναι τέτοιοι στο χαρακτήρα που ποτέ δεν πρόδιδαν μυστικά. Έτσι διαμορφώθηκαν από τα παλιά χρόνια, που συνεχώς με το όπλο και το γιαταγάνι δεν άφηναν να πατήση εχθρός στον τόπο τους. Είχαν επίσης οι Κοντσιώτες απόλυτη εμπιστοσύνη και σεβασμό στους ντόπιους διδασκάλους Παπαγιάννην και Παπαευθυμίου, οι οποίοι ήταν και οι κεφαλές του αγώνα. Άρχισαν στο μεταξύ να καταφθάνουν φορτία όπλων και πυρομαχικών στο χωριό, που περνούσαν τα σύνορα κοντά στη Δεσκάτη, έφταναν στο Παλιόκαστρο κι απ’ εκεί στη Γαλατινή. Όλα αυτά έμπαιναν σε κρυψώνες του χωριού που ήταν τα σπίτια του Δ. Καρανάσιου, του Ζήση Ρότσκου (σώζεται ακόμα ο κρυψώνας), του Δ. Βουρουνίκου (Μούια) και του Δημ. Γιώτα (στο σημερινό σπίτι του Σιόντα). Κρύπτες υπήρχαν επίσης στις Ρούπες και στο βράχο όπου ήταν του Μπαντή η στρούγκα απέναντι από του Καραμούζη τα μαντριά. Δυο νέοι κατατάχτηκαν τότε στα ανταρτικά σώματα ο Δ. Βεντούλης και ο Ν. Καρανικόλας που στα 1907 σκοτώθηκε σε μια συμπλοκή στο βουνό Μουρίκι.
Τα ανταρτικά σώματα που κατά καιρούς πέρασαν από τη Γαλατινή, όπου αναπαύτηκαν και ανασυγκροτήθηκαν ήταν του Π. Μελά, του Βάρδα, του Ρούβα, του Κοροπούλη, του Λίτσα, του Καραβίτη, του Γέρμα, του Ζιάκα, του Βέργα, του Βολάνη, του Ρέμπελου, του Δικωνύμου Μακρή, του Σκουντρή και των Μακεδόνων οπλαρχηγών Στέφου, Φαρμάκη, Πύρζα και Πούλακα. Τα σώματα αυτά, ανάλογα με τις κινήσεις των τουρκικών αποσπασμάτων άλλοτε λημέριαζαν στο πυκνό δάσος της Βέλλιας, άλλοτε στα εξωκκλήσια και τις περισσότερες φορές σε καταλύμματα στα σπίτια του χωριού, όπου τα φιλοξενούσαν οι κάτοικοι.
Όταν τα σώματα έμεναν στην περιοχή του χωριού τότε τοποθετούνταν καραούλια από Κοντσιώτες σε όλες τις διαβάσεις που ωδηγούσαν στο χωριό. Τα καραούλια αυτά ειδοποιούσαν αμέσως για την κάθε κίνηση τουρκικών αποσπασμάτων.

http://img696.imageshack.us/img696/1594/059m.jpg ΕΡΑΤΥΡΑ ΒΟΪΟΥ: Ο Παύλος Μελάς δεν αναφέρει στις επιστολές του ότι έμεινε στην Εράτυρα, λέει ότι πέρασε απ’ αυτήν. Οι σύγχρονοι όμως διηγούνταν και υποστήριζαν ότι όχι μονάχα ήρθε σαν ζωέμπορος αλλά και του έγινε τραπέζι στου Χρήστου Τζάρου το σπίτι και συσκέφθηκε με την επιτροπή του Αγώνα. Δε μπορούμε να δεχθούμε μετά βεβαιότητος αυτήν τη λεπτομέρεια, αν ήταν δηλαδή ο Μίκης Ζέζας ή κάποιος άλλος αξιωματικός, γεγονός είναι ότι η επιτροπή δέχονταν πρόσωπα επιτελικά του Μακεδονικού Αγώνα. Την αποτελούσαν τα σοβαρότερα πρόσωπα της κωμόπολης της εποχής εκείνης, ο πρωτοσύγκελος Αγαθάγγελος, ο Παπαγιώργης Δαφίνης, ο ιατρός Λουκάς Χατζηιωαννίδης, ο Χρήστος Τζάρος, ο Δημ. Οικόνομίδης, ο Αθαν. Τσιάρας, ο Δημήτριος Κίτσιος και ο γραμματέας της επιτροπής Παναγιώτης Στρέμπας, ο ενθουσιώδης Μαρινίκας, δάσκαλος. Αλλά όλοι οι άνδρες άνω των 16 ετών προσέφεραν τις υπηρεσίες τους όταν τους καλούσαν, είτε στη μεταφορά όπλων και πολεμοφοδίων ή όταν τους εμπιστεύονταν τη μεταφορά μυστικών εγγράφων ή τους τοποθετούσαν φύλακες και βιγλάτορες ή στην εξεύρεση καταλυμάτων και συγκέντρωση τροφίμων και σε άλλες υπηρεσίες. Θα μνημονεύσουμε όμως αυτούς που έλαβαν μέρος ενεργό στον αγώνα και πήραν πιστοποιητικά.
Ως αγγελιοφόροι χρησιμοποιούνταν οι Ιωάννης Λάμπρου, Νικ Ευθυμίου (Γκέκας), Παλιοκώστας, Κώτσιος Δελήβασης (Μπίμπυς), Πάντος Τσιόρκας, Δημ. Τσιόρκας, Γεώργιος Κόλλιας και άλλοι.
Αυτοί οδηγούσαν τα σώματα από το Παλιόκαστρο, Σιάτιστα, στο μοναστήρι του Αγίου Αθανασίου κι απ’ εκεί στη Βλάστη, Γέρμα, Βογατσικό ή Κλεισούρα, Κορέστια .. Αλλοι Ερατυρείς που πρόσφερανδιάφορες υπηρεσίες στον αγώνα ήταν οι Θεόδωρος Τζήκας, Θ. Πλιάτσιαρης, Βασ. Κορμάς, Νικ. Κορμάς, Ι Παπαναστάσης, Αθαν. Τσιοπλιάκης (Μήκας), Κοντιούλης Γιομπλιάκης, Λιόλιος Φάκας, Γεώρ. Μπάτζιος, Γεώρ. Κόλλιας, Ιωάν. Κόλλιας, Αθαν. Σιζιόπικος, Μήλιος Μηλιόκας, Κολιός Μπεκιάρης Βασ. Κατσαούνης, Αντ. Πήττας, Σιώγκας Δημ., Ιωάν. Τσιόμινας, Δημ. Μανιός, Αθαν. Φασούλας, Δημ. Γρηγορίου, Καρανίτσιος Ευθ., Λάζος Τσιολέκας, Νικ. Μπάτζιος, Τζιώτσιος Αλέκος, Αθαν. Φάκας, Θωμάς και Χρήστος Καλαϊτζή, Ιωάν. Καρακίτσιος, Δημ. Λαδάς, Γιάνναρ ος, Χαράλαμπος Αναστασιάδης γιατρός, Παπαδαφίνης Γ. Οι Ερατυρείς που ακολούθησαν διάφορα ανταρτικά σώματα και πολέμησαν στα βουνά αλλά δεν έπεσαν ήταν οι Νικόλαος Ντερβένης, Βασ. Χειμάρας, Μιχαήλ Κέπας, Βασ. Βλάχος, Θωμάς Καρπούζας, Νικόλαος Κόλλιας, Φάκας Αθαν., Ευάγγελος Γιανουβιάς .
Επεσαν στις μάχες των βουνών της Δυτικής Μακεδονίας ή εξ αιτίας του αγώνος οι Κώστας Σιαπέρας, Ιωάννης Χασιώτης, Δημήτριος Καραμπτής, Χρίστος Καραμπτής, Θεόδωρος Ζιάμος, Νικόλαος Ζωΐδης .
Η Εράτυρα υπήρξε κέντρο απ’όπου διέρχονταν τ’ανταρτικά σώματα. Εμειναν και φιλοξενήθηκαν και πολλές φορές τα σώματα των καπεταναίων, Αρκούδα, Βάρδα, Βέργα, Γέρμα, Γύπαρη, Ανδριανάκη, Καραβίτη, Καούδη, Θύμιου, Κοροπούλη, Μπαστή, Μπολάνη, Πούλακα, Μακρή, Τσαχτσήρα, Φούφα. Ο καπετάν Τσαχτσήρας νοσηλεύτηκε επί ένα μήνα σχεδόν στο σπίτι του γιατρού Λουκά Χατζηϊωαννίδη. Ο Κοροπούλης στο σπίτι τις Λιάκαινας και ο Καπετάν Πούλακας στο σπίτι του Δημ. Οικονομίδη. Για τους οπλίτες δε γνωρίζομε λεπτομέρειες. Τους εμπιστεύονταν σε διάφορα σπίτια. Εκείνο που γνωρίζουμε είναι ότι υπήρχε οργανωμένη υγειονομική υπηρεσία με φάρμακα κ.τ.λ. στο σπίτι της Λιάκαινας Τζήκα και του Χαράλαμπου Αναστασιάδη.
Η επιτροπή της Ερατύρας είχε μυήσει στον αγώνα και γειτονικούς Μπέηδες, φυσικά με δωροδοκίες, τον Καπλάνμπεη, Χαμζάμπεη, και άλλους επιφανείς Τούρκους όπως το Βελήμπεη και Ζουλφικιάρμπεη.

Ο ΠΑΥΛΟΣ ΜΕΛΑΣ ΣΤΟ ΒΟΓΑΤΣΙΚΟ ΤΗΣ ΚΑΣΤΟΡΙΑΣ

Επιστολή του Μελά στην γυναίκα του,13 Μαρτίου 1904:
«Εις τας 5 εγειρόμεθα καταμουσκευμένοι από την φοβεράν υγρασίαν. Πυκνοτάτη ομίχλη μας εμποδίζει να ίδωμεν εις απόστασιν πέντε βημάτων.Αρχίζει αμέσως η άνοδος. Το όρος είναι φοβερά απότομον και υψηλόν. Οι οδηγοί,κατά την συνήθειά των,μας είπαν,ότι απαιτούνται το πολύ 3/4 εως 1 ώρα,δια να αναβώμεν εις το λημέρι (τον Προφήτη Ηλίαν).Αλλ΄ημείς κάμνομεν 3 ολοκλήρους και απελπιστικάς ώρας. Επι τέλεους,φθάνομεν εκεί επάνω και ευρίσκομεν τον πρωτότοκον υιόν του ιερέως Παπά Δήμου (τον Γεώργιο,με το παρατσούκλι Τσιπτσιλίδην) και μας λέγει,ότι ο Κουντούλης ανεχώρησ χθές Παρασκευήν,εις τας 3 μ.μ,με έναν διαβολεμένον οδηγόν,ο οποίος θα τον εισαγάγη απ΄ευθείας εις τη οικίαν του Χ…., όπου θα συνεννοηθή με τον Μητροπολίτην,περί του σημείου συναντήσεως μας.Μας λέγει,επίσης ότι ο πατέρας του και τινες άλλοι μεμυημένοι προύχοντες μας ανέμεναν εδώ,ει τον Προφήτην Ηλίαν,καθ΄όλην τη νύκτα,αλλά,βλέποντες,ότι δεν ερχόμεθα,απελπισμένοι,με την ιδέαν,ότι θα επάθαμεν τίποτα κατήλθον,περί τα εξημερώματα,δια να μη τους ιδούν οι λοιποί κάτοικοι.Μας είχαν ετοιμάσει φαγί,κρασί κλπ.
Το εκκλησάκι ονομάζεται Προφήτης Ηλίας.Έχει 7 μέτρα μήκος και 4 πλάτος,πλακοστρωμένον,εν γένει δε εγκαταλελειμμένον.Ανάπτομεν φωτιά και ζεσταινόμεθα.(Την προς τούτο άδειαν έδωκεν ο ιερεύς).
Περί την εσπέραν,θα κατέλθωμεν ολίγον χαμηλότερα,όπου υπάρχει άλλη εκκλησία, ο Άγιος Αθανάσιος,μεγαλυτέρα,και έχει σανίδας.
Εις τας 10π.μ.,η πυκνή ομίχλη,η οποία τα πάντα εκάλυπτε,διελύθη.Και τότε,το πρώτον,είδα το Βογατσικόν,το οποίον είναι κτισμένον εις τους πόδας του αποτόμου όρους,όπου ευρισκόμεθα.
Η πόλις,αυτή καθ΄εαυτήν, είναι νόστιμη και συμπαθητική.Ακόμη,περισσότερον,την ηγάπησα,αναλογιζόμενος,ότι,εξ αυτής,κατάγεται η οικογένεια,την οποίαν,εις αυτόν τον κόσμον,υπέρ παν άλλο,λατρεύω.
Το εσπέρας,κατήλθομεν εις τον Άγιον Αθανάσιον.Εκεί,ήλθε,πρώτος-πρώτος,ο διδάσκαλος Αθανάσιος Ιατρού,45 ετών,αρκετά παχύς.Σε βεβαιώ,ότι όλοι μας συνεκινήθημεν,μέχρι δακρύων,βλέποντες τον ενθουσιασμόν του ανθρώπου.
Ο ανήφορος εις τον Άγιον Αθανάσιον διαρκεί δύο ώρας και είναι φοβερά κοπιαστικός,και εν τούτοις,αυτός ο δυστυχής,με όλον του το πάχος,εφορτώθη ένα ταγάρι,με λουκούμια,ούζο και παξιμάδια,και έκαμεν αυτόν τον δρόμον,πρώτην,ίσως,φοράν,δια να ΄έλθη,να μας ιδή.
Την π΄ρωτην στιγμήν,δεν ηδυνήθη να ομιλήση καν,αλλά μόον δάκρυα έτρεχαν από τα μάτια του.Όλοι μας τον εφιλήσαμεν,με την καρδιά μας.
Μετ΄ολίγον,ήλθεν ο Παπά-Δήμος και ένας άλλος ιερεύς,με δύο προύχοντας.Και αυτός ο δυστυχής,είναι φοβερά συγκινημένος.

Μας είπαν ότι εις Βογατσικόν,το τμήμα έχει ετοιμάσει 50 παιδιά,έτοιμα να λάβουν τα όπλα.Εις τας 12 κατέβην ενθουσιασμένος.

Σε φιλώ
Παύλος»

ΠΕΡΙΣΤΕΡΑ (ΜΑΡΤΙΣΤΙ) ΒΟΪΟΥ
ΣΤΟ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟ ΑΓΩΝΑ

ΠΕΡΙΣΤΕΡΑ (ΜΑΡΤΙΣΤΙ) ΒΟΪΟΥ ΣΤΟ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟ ΑΓΩΝΑ   Το 1904 ό Π. Μελάς πέρασε από την Περιστέρα και με τον Ιορδάνη Ζησόπουλο συγκρότησαν την τοπική επιτροπή του μακεδονικού αγώνα, πού την αποτέλεσαν ό Παπαγιώργης Παπαμήτσιος, ό Ιορδάνης Ζησόπουλος, ό Παντελής Σιδερόπουλος κι ό Ιωάννης Σιδερόπουλος.
Το Φθινόπωρο του 1904 ό καπετάν Αρκούδας Γεώργιος, από τη Σαμαρίνα, συγκέντρωσε τούς κατοίκους του χωριού στην εκκλησία και αφού τούς μίλησε για τον ιερό σκοπό του μακεδονικού αγώνα τούς όρκισε στο Ευαγγέλιο.
Oi κάτοικοι, με καρδιά που έπαλλε από ενθουσιασμό, όχι μόνον ορκίστηκαν να κρατήσουν το μυστικό του αγώνα αλλά και να βοηθήσουν σ’ αυτόν με κάθε τρόπο. Μάλιστα είχε συνταχθεί και σχετικό πρακτικό όρκου, τιμής και υποσχέσεως.
Ή Περιστέρα πέραν του ότι βοήθησε με κάθε τρόπο το μακεδονικό αγώνα σε τρόφιμα, πληροφορίες,διανυκτερεύσεις κλπ. πήρε και ενεργό μέρος με δυο της παλικάρια. Ό Σωτ. Παπαμήτσιος (Καπετάν Τρομάρας) κατατάχτηκε πρώτος στ’ αντάρτικα σώματα, ήταν πρωτοπαλίκαρο του Τσιρογιάννη και διακρίθηκε για το θάρρος και την αποφασιστικότητά του. Ό δε Χρ. Λίτας, πού βρίσκονταν στην  Αμερική, ήρθε κι άρπαξε το ντουφέκι.
Εδώ θα μνημονεύσουμε την οικογένεια των Ζησοπουλαίων, από την Περιστέρα, πού διακρίνονταν για τον πλούτο και την αρχοντιά της. Γι’ αυτό δέχονταν συχνές ληστρικές επιθέσεις, με σκοπό την αρπαγή και τη λεηλασία. Για να τις αποφεύγουν οι Ζησοπουλαίοι έχτισαν το σπίτι τους στην Περιστέρα στα 1865 με πολεμίστρες για να μπορούν ν’ αμύνονται.
Από την οικογένειά τους τραγικό τέλος βρήκαν ή Βασιλική Ζησόπουλου και το παιδί της , Αθανάσιος από τους ληστές. Στο νεκροταφείο του χωριού και στον οικογενειακό τάφο στη βάση του μαρμάρινου σταυρού διαβάζουμε:
«Βασιλική σύζυγος Ζήση φονευθείσα υπό ληστών τω 1880. ‘Αθανάσιος υιός της 1885 φονευθείς υπό ληστών έν ηλικία 45 ετών».
Τα παιδιά του Αθανάσιου Ζησόπουλου Κων. και Ιορδάνης πρόσφεραν ανυπολόγιστες εθνικές υπηρεσίες στο μακεδονικό αγώνα.
Ό Κωνσταντής Ζησόπουλος γεννήθηκε στην Περιστέρα το 1865 και το 1883 εγκαταστάθηκε στο
Τσοτύλι. Εδώ διατηρούσε εμπορικό κατάστημα, καθώς και τραπεζικό μεταναστευτικό γραφείο.
Ήταν έξυπνος, διορατικός και φλογερός πατριώτης. Μυήθηκε από τους πρώτους στο Μακεδονικό Αγώνα,από τον καπετάν Παντελή (Νικοτσάρα) και το 1903 ανέλαβε τη δύσκολη αποστολή του πράκτορα.
Επειδή Ο Κωνσταντής Ζησόπουλος, λόγω της φύσεως της εργασίας του, γνώριζε πρόσωπα και πράγματα, όχι μόνον του Τσοτυλίου και της περιοχής, αλλά ολόκληρου του Βοΐου και των Γρεβενών, στάθηκε πολύτιμος συνεργάτης και βοηθός οχι μόνον των αντάρτικων σωμάτων, άλλα και των προξένων Λάμπρου Κορομηλά Θεσσαλονίκης και Ίωνα Δραγούμη Μοναστηρίου.
Το σπίτι του στο Τσοτύλι ήταν κέντρο συσκέψεων των επιτρόπων και συναντήσεων των ενόπλων μακεδονομάχων, για την καλύτερη διεξαγωγή του μακεδονικού αγώνα.
Με την απελευθέρωση της Μακεδονίας η πατρίδα του απένειμε σε ένδειξη τιμής κι ευγνωμοσύνης, για τις ανεκτίμητες εθνικές υπηρεσίες του, μετάλλιο και δίπλωμα Μακεδονομάχου. Πέθανε στο Τσοτύλι το 1940.
Ό Ιορδάνης Ζησόπουλος, αδελφός του Κωσταντή γεννήθηκε το 1876 στην Περιστέρα και
εγκαταστάθηκε κι αυτός στο Τσοτύλι, όπου ασκούσε το επάγγελμα του εμπόρου. Πέθανε στο Τσοτύλι το 1928.

Ο ΔΑΣΚΑΛΟΣ
ΓΙΑΝΝΗΣ ΓΚΟΥΡΑΣ

Ό Περιστεριώτης δάσκαλος Γιάννης Γκούρας στα χρόνια του μακεδονικού αγώνα ανέπτυξε πλούσια εθνική δράση στο χωριό του και την περιοχή, για την οποία καταδιώχτηκε απ’ τούς Τούρκους και κατέφυγε στην Πόλη.
Εκεί γνωρίστηκε με τον Αιμιλιανό κι όταν ο Αιμιλιανός τοποθετήθηκε Δεσπότης Γρεβενών, οι ξενιτεμένοι, στην Πόλη Γρεβενιώτες και Βοΐωτες έκαναν δεξίωση στον Αιμιλιανό, προτού ακόμα αναχωρήσει για τα Γρεβενά, όπου
τον περίμενε ό φωτοστέφανος της εκκλησίας και του ‘Έθνους.
Προσφώνηση στη δεξίωση αυτή έκανε ό Γκούρας. Με την ενθρόνισή του στα Γρεβενά ό Αιμιλιανός φερε και τον
Γκούρα, άπ’ την Πόλη και τον τοποθέτησε δάσκαλο στο χωριό Άγιο Γεώργιο, όπου και συνέχισαν την εθνική τους συνεργασία
Πηγή: Αλέκος Δάφνης

Ο ΒΥΘΟΣ ΒΟΪΟΥ ΣΤΟ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟ ΑΓΩΝΑ

Ο ΒΥΘΟΣ ΚΑΙ Η ΜΟΝΗ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ ΕΙΣ ΤΟΝ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟ ΑΓΩΝΑ»
© Υπουργείο Πολιτισμού και Τουρισμού, © 11η Εφορεία Βυζαντινών ΑρχαιοτήτωνΥπό Χρ. Γερ. Κατσίκα
Περιοδικό «ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΗ ΖΩΗ» Οκτώβριος 1971 τεύχος 65.
( το κείμενο παρατίθεται αυτούσιο εις την καθαρεύουσα )

Κατά τον ιστορικό και θρυλικό Μακεδονικό Αγώνα, που διεξαχθεί για την διάσωση της Μακεδονίας από τα λυσσασμένα δόντια της θρασύδειλης βουλγαρικής ύαινης, ο Βυθός (τότε Ντόλος), δονούμενος από άκρατων ενθουσιασμό και εθνική έξαρσιν, έθεσε εαυτόν εις την διάθεσιν του αγώνος. Άνδρες και γυναίκες αφοσιώθηκαν στην εξυπηρέτηση των αγωνιστών.
Αι Ντολιανάτισσες νοικοκυρές και οι φούρνοι των σπιτιών δι’ όλης της νυκτός, ειργάζοντο για να εξασφαλίσουν το ψωμί και άλλα είδη τροφίμων δια τους αγωνιστάς. Εξησφάλιζον την επαφή , μετ΄ άλλων δια συντονισμών ενεργειών. Μεταφέρων τρόφιμα και άλλα χρειώδη και στους έξω του χωριού παραμένοντας. Δεν μπορώ να λησμονήσω την χωριανή μας Μαρία Γιαννάκηνα Γκιούρη, η οποία όταν κατηυλίσθη άνωθι του χωριού μας το πολυάριθμο σώμα του Καπετάν Ζιάκα ( αξιωματικού του ελληνικού στρατού Γρηγορίου Φαληρέα ) εζύμωσεν εν μία νυκτί μετ’ άλλων γυναικών περί των 4 – 5 φούρνους ψωμί, και το προώθησε την επομένην στον καταυλισμό, με γυναίκες που πήγαιναν δήθεν προς τα εκεί προς ξύλευσιν ή δια άλλας εργασίας, ακόμα δε και με παιδιά του σχολείου. Η ιδία πάλιν με άλλες γυναίκες, συγχωριανές μας και αυτές, την Πανάγιω Ζουρβέλιου, Καλλύνω Μόκκα και Τασιά Αραγιά, πήγαν δια νυκτός, εις την τρίωρον απέχουσαν θέσιν «ΠΑΛΙΟΚΡΙΜΙΝΙ» κι εξηφάνισαν κάθε ίχνος διαβάσεως και κατασκηνώσεως των εκεί προσφάτως παραμεινάντων ανταρτών, δεδομένου, ότι θα διήρχετο εκείθεν μια μεγάλη μονάς τουρκικού στρατού, στην οποίαν οι χωριανοί μας είχαν δώσει βεβαίωσιν ότι δεν ενεφανίσθησαν αντάρτες στην περιοχή μας.
Η αυτή Μαρία Γιαννάκηνα Γκιούρη συνηντήθη και μετά του Παύλου Μελά κατά το τελευταίον δρομολόγιο του, όταν προερχόμενος εκ Σαμαρίνας διήλθε παρά τον Πεντάλοφο. Η συνάντηση έλαβε χώρα εις τας παρυφάς της θέσεως «Πάππου Πηγάδι», όπου συναντώνται τα όρια Βυθού και Πενταλόφου. Εκεί του έδωσε συστάσεις και κατευθύνσεις πως και που θα προχωρήση.
Ο εκ των προυχόντων του χωριού μου και μέλος της επιτροπής του Αγώνος Στέργιος Καμπερογιάννης, μοι έλεγεν ότι συνηντήθη μετά του Μελά, ότε κατήρχετο εκ της δενδροθαμνώδους και δυσδιαβάτου περί και κάτωθι του «Πάππου πηγάδι» περιοχής. Του έδωσεν ως οδηγόν τον συγχωριανό μας Κώτσιον Δημουσιάρην για να τον οδηγήση προς τον ορθόν δρόμον που έπρεπε με πλήρη ασφάλειαν ν΄ ακολουθήση εκεί στα φαράγγια και στις χαράδρες.
Ο Κώτσιος Δημουσιάρης, προσλαβών ως σύντροφον και συνοδηγόν, τον ον συνήντησε Βυθηνόν ποιμένα Νικόλαο Γυφτάκον, οδήγησε ασφαλώς τον Παύλο Μελά και το σώμα του δια διαφόρων ατραπών και μυστικών διελεύσεων εις το χωρίον Ζώνη ( τότε Ζιαντσικον ). Τα τελευταία ταύτα, μοι τα εξιστορεί ο προ ολίγων ετών αποβιώσας Κώτσιος Δημουσιάρης.
Σοβαρωτάτην συμβουλήν εις τον Αγώνα τούτο παρείχε και το παρακέιμενον Μοναστήρι μας της Αγίας Τριάδος. Τούτο διοικούμενον υπό του μορφωμένου, λογίου, ικανοτάτου και φιλοπάτριδος ηγουμένου του αρχιμανδρίτου Σεραφείμ Χονδροκώστα εκ Πενταλόφου, κατέστη κέντρον διερχομένων και εντευκτήριον των αγωνιστών. Αι πολλαί και ασφαλείς κρύπται του εξησφάλισαν πληθώραν αγωνιστών. Αι γενόμεναι έρευναι δεν απέδιδον τίποτε.
Ο πλούτος του μοναστηριού ήτο μέγας, και μεγάλη η υλική και ηθική συμβουλή στον Αγώνα. Παρ’ όλας τάς πιέσεις, τάς απειλάς και τους προπηλακισμούς, στους οποίους υπεβάλλοντο οι πατέρες του Μοναστηριού και το πολυάριθμον υπαλληλικόν και υπηρετικόν προσωπικό ταύτης, ουδείς ποτέ ολιγοψύχησεν ή εμείωσε τον πατριωτισμόν του και την πίστιν του εις τον Μακεδονικόν Αγώνα.
Από το χωριό μας και το Μοναστήρι μας πέρασαν, διέμειναν, διενυκτέρεσαν και παντοιοτρόπως εξυπηρετήθηκαν κι αυτοί κι οι άνδρες τους πληθώρα οπλαρχηγών. Θυμούνται μερικούς. Θυμούνται τον Καπετάν Ζιάκαν, τον Καπετάν Λίτσαν (αξιωματικό του ελληνικού στρατού Αντώνιον Βλαχάκην ), τους Πετροπουλάκηδες, τον Καπετάν Κοροπούλην, τον Καπετάν Θεοδόσην, τον Καπετάν Λούκαν Κόκκινον, τον Καπετάν Μάλλιον, τον Καπετάν Αρκούδαν, τον Καπετάν Μπέλιον. Εκείνοι τους οποίους δεν θυμούνται είναι απείρως περισσότεροι. Και ο γενικός αρχηγός των εν Μακεδονία ελληνικών σωμάτων μετά τον θάνατον του Παύλου Μελά, Καπετάν Γεώργιος Βάρδας, και ούτος διήλθεν εντεύθεν και εξυπηρετήθη. Ήδη παραθέτω δύο έγγραφα, που πιστοποιούν την συμβολήν του Βυθού στον Μακεδονικόν Αγώνα. Το εν είναι προκήρυξις του αντιπροσώπου του γενικού αρχηγού των ελληνικών σωμάτων στην Μακεδονία Γεωργίου Βάρδα, και το άλλο πρακτικόν της επιτροπής Αγώνος.
Ιδού η προκύρηξις :
» Έλληνες αδελφοί, Είναι καιρός να εργασθώμεν υπέρ της Μακεδονίας μας. Τα θηρία, οι βάρβαροι Βούλγαροι αρκετά κακουργήματα έπραξαν καθ΄ ημών και εάν υπομείνωμεν θα μας εξοντώσουν . Οφείλουμεν , λοιπόν, πάντες εν αδελφική αγάπη και ομονοία να αγωνισθούμεν προς απόκρουσιν του φοβερού εχθρού, όστις θέλει τους δύο πολυτίμους και υπερλάμπρους αδάμαντας ημών, την Ορθοδοξία και τον Εθνισμόν μας να καταστρέψη. Εκείνα τα οποία παρ΄ υμών κυρίως ζητούμεν είναι τα εξής :
α. Όταν διέρχεται ελληνικόν σώμα πλησίον του χωριού υμών να το περιθάλπητε και να το οδηγήσετε εις το πλησιέστερο κατωκημένον και έχον είδησιν χωρίον.
β. Εάν έχετε πληροφορίας περί κινήσεως τουρκικού στρατού να μας ειδοποιήτε δια του ταχυδρόμου, τον οποίον έχετε σεις στην διάθεσίν σας. Όταν δε πληροφορηθήτε ότι άτιμόν τι πρόσωπον έχει διαθέσεις προδοτικάς εναντίον υμών προσωπικώς ή κατά της υποθέσεως να μας το καταγγέλητε δια τα περαιτέρω.
Εσωκλείω υμίν το πρακτικόν το οποίο ο ιερεύς πρόεδρος και 4 άλλοι καλοί πατριώται θα υπογράψωσιν, αποτελούντες ούτω την επιτροπήν, ήτις θα φροντίση δι’ ‘όλα ταύτα, άτινα είπομεν ανωτέρω. Το πρακτικόν θα μείνη εις τας χείρας του ιερέως διά πάντα. Επί τούτοις ασπάζομαι και εύχομαι υμίν ολοψύχως έτος ευτυχές και αίσιον.
(Υπ.) Οικονόμος Χρυσ. Χρυσομαλλίδης
Αντιπρόσωπος του Γενικού Αρχηγού των Εν Μακεδονία Ελληνικών Σωμάτων Γεωργίου Βάρδα.
Υ.Γ : Δι’ επιστολής αγγείλατε ημίν τας αποφάσεις σας. Ο ίδιος. »
Ιδού και το πρακτικόν :
Πρακτικόν
Συνελθόντες σήμερον τη 3η Ιανουαρίου του 1905 οι αποτελούντες την επιτροπήν επί παρουσία του Αντιπροσώπου του Αρχηγού των εν Μακεδονία Ελληνικών Σωμάτων, απεφασίσαμεν και παρεδέχθημεν τα εξής :
α. Το χωρίον θα διορίζη σκοπούς ( καραούλια ) δια την φύλαξιν των σωμάτων οσάκις έρχονται.
β. Θα χορηγή κατάλυμα εις τα σώματα άν παρουσιασθή ανάγκη. 
γ. Θα χορηγή μόνον άρτον εις τα σώματα.
δ. Θα διορίση ένα οδηγόν όστις θα είναι και ταχυδρόμος. 
ε. Θα φροντίζη να αρύηται πληροφορίας και να στέλλη ειδήσεις ενδιαφερούσας εις το πλησιέστερον πρός τα σώματα χωρίον. εν Δόλω τη 3η Ιανουαρίου 1905.
Κατά διαταγήν του κ. Αρχηγού όπως όπισθεν μας διατάσει διωρίσαμεν ως επιτροπήν τους κάτωθι υπογεγραμμένους, οίτινες και υπογράφονται ιδιοχείρως.
Δημήτριος Διμουσιάρης, Στέργιος Καραδήμος, Βάσος Γκιούρης, Στέργιος Καμπερογιάννης, Κώστας Τζημάς.»
Τα μέλη ταύτα ήσαν όντως θαυμάσιοι πατριώται. Απετέλουν την μουχταροδημογεροντίαν του χωριού και ετύγχαναν της γενικής εκτιμήσεως της ολότητος των κατοίκων. ‘Όντως ο Βυθός διέθεσεν όλην την ηθικήν και υλικήν ζωτικότητα των 180 οικογενειών, από τις οποίες απετελείτο τότε, για την επιτυχία του Μακεδονικού Αγώνος. Η εξυπηρέτησις εθεωρείτο ιερά υποχρέωσις.
Εκτός των εν τω χωρίω οπλισμένων εκδικητών, ήσαν κατατεταγμένοι εις διαφόρους μαχίμους μονάδας και έλαβον μέρος εις πολλάς μάχας οι Απόστολος Αγακίδης, Θωμάς Χαρίζης και Στέργιος Τσιούμας. Ο πρώτος απεβίωσεν εκ φυματιώσεως εις Αθήνας το καλοκαίρι του 1912 πριν η ελευθερωθή η Μακεδονία. Ο δεύτερος απεβίωσεν εις Ταγκανίκαν της Αφρικής μετά το 1930, ο δέ τρίτος απεβίωσεν εις Βυθόν την 27η Ιουνίου 1966.

PictureΤΣΟΤΥΛΙ ΒΟΪΟΥ-Η ΤΣΟΤΥΛΕΙΟΣ ΣΧΟΛΗ ΣΤΟ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟ ΑΓΩΝΑ

Η Τσοτύλειος όπως την ονομάζουν Σχολή,διαδραμάτισε σπουδιαώτατον ρόλο κατά την διάρκεια του Μακεδονικού Αγώνα.Στη περίοδο του Αγώνα , το οικοτροφείο έγινε κέντρο των Ηγετών του.
Το γραφείο του Γυμνασίου ,επί Γυμνασιάρχου Δημητρίου Στεφάνου,Πέρασε και ο μεγάλος αγωνιστής Παύλος Μελάς.
Από τις 15 Νοεμβρίου 1904,ύστερα από απόφαση του Γυμνασιάρχου Δημητρίου και των Καπεταναίων Μακεδονομάχων,οι μαθητές των μεγαλύτερων τάξεω,και όσοι από αυτούς το ήθελαν πήραν τα όπλα και κατετάγησαν στα Αντάρτικα Σώματα ή τοποθετήθηκαν σαν δάσκαλοι σε διάφορα χωριά που στερούνταν Δάσκαλο.

Η ΝΕΑΠΟΛΗ ΒΟΪΟΥ ΣΤΟ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟ ΑΓΩΝΑ

Στην περιοχή της Νεάπολης, κατά την διάρκεια του Μακεδονικού Αγώνα, η έμφαση και η προσφορά του καπετάν Βάρδα (Γεώργιος Τσόντος) ήταν τεράστια,τόσο στο οργανωτικό πεδίο όσο και στην ένοπλη φάση του Αγώνα.Η παρουσία του ξεσήκωνε από ενθουσιασμό ολόκληρα χωριά και κωμοπολεις.

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΤΣΟΝΤΟΣ-Ο ΘΡΥΛΙΚΟΣ ΚΑΠΕΤΑΝ ΒΑΡΔΑΣ :Ο Γεώργιος Τσόντος ή καπετάν Βάρδας (1871-1942) ήταν στρατιωτικός και πολιτικός από την Κρήτη.
Γεννήθηκε στο χωριό Ασκύφου της επαρχίας Σφακίων το 1871. Το 1888 εισήλθε στην Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων και ορκίστηκε το 1893 ανθυπολοχαγός πυροβολικού. Έλαβε μέρος στην Κρητική Επανάσταση του 1897-1898 καθώς και στον Μακεδονικό Αγώνα, Στην Μακεδονία μαζί με Κρήτες εθελοντές έλαβε μέρος σε επιχειρήσεις στις περιοχές Κορεστίων-Καστοριάς-Φλώρινας-Μοναστηρίου. Το ψευδώνυμο καπετάν Βάρδας του δόθηκε κατά την δράση του στον Μακεδονικό Αγώνα.
Συμμετείχε, ως Λοχαγός, στους Βαλκανικούς Πολέμους (1912-1913). Το 1914 παραιτήθηκε από το στράτευμα για να προσφύγει στην Βόρεια Ήπειρο, όπου τέθηκε υπό τις διαταγές της εκεί Προσωρινής Κυβέρνησης της Αυτόνομης Ηπείρου. Τέθηκε υπεύθυνος του τομέα Κορυτσάς μέχρι και τον Οκτώβριο του 1914.
Στην περίοδο του Εθνικού Διχασμού τέθηκε στο πλευρό των Βασιλικόςφιλοβασιλικών κύκλων με αποτέλεσμα να αποταχθεί από το στράτευμα. Επανήλθε το 1920 και διετέλεσε το επόμενο έτος διοικητής της Σχολής Ευελπίδων. Απομακρύνθηκε για δεύτερη φορά μετά την επικράτηση του κινήματος της 11ης Σεπτεμβρίου το 1922, ενώ επανήλθε πάλι σε περιορισμένο βαθμό το 1927 και πλήρως το 1935.
Ο Γεώργιος Τσόντος έφτασε μέχρι του βαθμού του Αντιστράτηγου, ενώ άφησε πλούσιο αρχείο με δικά του απομνημονεύματα το οποίο χρησίμευσε σε διάφορες ιστορικές μελέτες αργότερα.

24 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 1904(Συμπληρωματικά στοιχεία)

Στη φωτογραφία ο Τσόντος με παλληκάρια του.
Φθάνει στη Μονή Παναγίας Σισανίου, με το ανταρτικό σώμα του, ο νέος Γενικός Αρχηγός των Μακεδονομάχων – τοποθετήθηκε μετά τον θάνατο του Παύλου Μελά – στο βιλαέτι του Μοναστηρίου, ανθυπολοχαγός Πυροβολικού Γεώργιος Τσόντος (καπετάν Βάρδας). Είχε μπει στη Μακεδονία στις 13 Νοεμβρίου, με 40 άνδρες. Ο Τσόντος αργότερα, ως Λοχαγός, συμμετείχε στους Βαλκανικούς Πολέμους (1912-1913). Το 1914 παραιτήθηκε από το στράτευμα για να προσφύγει στην Βόρεια Ήπειρο, όπου τέθηκε υπό τις διαταγές της εκεί Προσωρινής Κυβέρνησης της Αυτόνομης Ηπείρου. Τέθηκε υπεύθυνος του τομέα Κορυτσάς μέχρι και τον Οκτώβριο του 1914. Στην περίοδο του διχασμού τάχθηκε με την πλευρά του Κωνσταντίνου και αποτάχθηκε. Επανήλθε το 1920 και διετέλεσε το επόμενο έτος διοικητής της Σχολής Ευελπίδων. Απομακρύνθηκε για δεύτερη φορά μετά την επικράτηση του κινήματος του 1922. Από το 1932 πολιτεύθηκε και εκλέχτηκε τρεις φορές βουλευτής Φλωρίνης και Καστοριάς με το Λαϊκό Κόμμα. Είχε γεννηθεί στα Σφακιά Κρήτης το 1871 και πέθανε στην Αθήνα το 1942.

http://safem.gr/Portals/0/Gallery/Album/1/%CE%93%CF%8D%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B7%CF%82%20%CE%A0%CE%B1%CF%8D%CE%BB%CE%BF%CF%82.jpgΈνας άλλος αξιολογότατος οπλαρχηγός, ο Παύλος Γύπαρης (1885-1966) από την Ασή Γωνιά Αποκορώνου της λεβεντογεννήτρας Κρήτης, ήτανζυμωμένος με τα προβλήματα του Μακεδονικού Κομιτάτου και τον ένοπλο Μακεδονικό Αγώνα. Ο Γύπαρης συνδέθηκε στενά με το Βάρδα και έλαβε μέρος στην ένοπλη φάση αρχικά ως απλός στρατιώτης και έπειτα ως αρχηγός σώματος.
Η Νεάπολη, όπως είναι γνωστό, ήταν έδρα Μεραρχίας και διέθετε ικανό αριθμό Τούρκων κατοίκων. Υπολογίζεται ότι η αριθμητική δύναμη της τουρκικής αυτής Μεραρχίας ξεπερνούσε τις 5.000 άνδρες. Από τη Νεάπολη και την Καστοριά ξεχύνονταν τα τούρκικα λεφούσια για να σκορπίσουν την καταστροφ σε όλη την ευρύτερη περιοχή. Άρα στη Νεάπολη η παρακολούθηση και αυστηρή αστυνόμευση του ελληνικού πληθυσμού ήταν διαρκής και γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο δεν ήταν δυνατή μία άμεση και εμφανέστερη συμμετοχή του πληθυσμού της στο Μακεδονικό Αγώνα. Όμως, όπου χτυπάει μια ελληνική καρδιά, τα σκιρτήματά της δε σταματούν μόνο σ’ ένα συγκεκριμένο τόπο. Οι Νεαπολίτες, καίτοι βρίσκονταν κάτω από μία αυστηρή αστυνόμευση, όχι μόνο δεν έμειναν απαθείς στα δρώμενα, αλλά ενεργά προσέφεραν πολλά στο δίκαιο αυτόν αγώνα. Στη Νεάπολη οι αυτόχθονες Έλληνες ίδρυσαν μία Αδελφότητα με σκοπό την οικονομική ενίσχυση των ανταρτικών σωμάτων και την παροχή σ’ αυτά χρήσιμων πληροφοριών, που αφορούσαν τις προθέσεις και κινήσεις των τουρκικών στρατευμάτων. Πρόεδρος της Αδελφότητας αυτής ήταν ο Τριαντάφυλλος Θεοδώρου, που θα πρέπει να ήταν την εποχή εκείνη,ήτοι το 1904, ηλικίας 40 ετών (γεννήθηκε στη Νεάπολη το 1864) και μέλη οι Παπανικόλας, Παναγιώτης Κεραμάρης, ο δικηγόρoς Νικόλαος
Ζαμκίνος (που δεν αναφέρεται κάν στα παλιά μητρώα αρρένων της Νεάπολης), Χρήστος Κατσάνος και άλλοι, των οποίων τα ονόματα δε μας είναι γνωστά.
Ο Παπανικόλας ήταν ο Χατζηβασιλείου-Τολιάδης από τη Δαμασκηνιά, που ήταν Πρωτοσύγκελος της Μητροπόλεως Καστοριάς, ταμίας της Αδελφότητας της Νεάπολης και μέλος του Επαρχιακού
Συμβουλίου Ανασελίτσας. Ήταν φίλος με τους μπέηδες Ριζάμπεη, Χατζήμπεη, Χαλίλμπεη και άλλους ακόμη. Σ’ αυτόν και τον Κοσμά Τσακνάκη οφείλεται η ενεργός δράση και βοήθεια στο Μακεδονικό Αγώνα του Ριζάμπεη και του Χαλίλμπεη, που συνδέονταν και αλληλογραφούσαν με το Βάρδα. Σαν ταχυδρόμος χρησιμοποιούνταν ο Βαλαάς Σερίφ, που εργαζόταν στο μοναστήρι του Δρυόβουνου. Ο Ριζάμπεης δεν ήταν μόνο ένας απλός και συμπαθών θεατής του αγώνα των Ελλήνων, αλλά ενεργά εκδήλωνε την αμέριστη συμπαράστασή του σ’ αυτόν και τους Έλληνες.
Από τη θέση που κατείχε εξαφάνιζε εμπιστευτικά έγγραφα, που στέλνονταν από τη Θεσσαλονίκη στο Ελληνικό Προξενείο του Μοναστηρίου και έπεφταν στα χέρια των Τούρκων. Με τον τρόπο αυτό κάλυπτε τους οργανωμένους στον αγώνα Έλληνες που αναφέρονταν στα έγγραφα αυτά και διέφευγαν τη σύλληψη εκ μέρους των Τούρκων.
Τον Οκτώβριο του 1903, στη θέση Κρυοπήγαδο, που βρίσκεται σε απόσταση μόνο 2 χιλιομέτρων από τη Νεάπολη, στρατοπέδευσε ο Π. Μελάς. Την ημέρα αυτήν εφοδίασαν αυτόν και τους άντρες του οι κάτοικοι του Αηδονοχωρίου με τρόφιμα. Σύνδεσμος και ταχυδρόμος επίσης των ανταρτικών ομάδων ήταν ο ένθερμος Νεαπολίτης πατριώτης Βασίλειος Μερτζάνης του Δημητρίου, που γεννήθηκε το 1864. Την ημέρα αυτήν, που ο Π. Μελάς ήταν στρατοπεδευμένος στο Κρυοπήγαδο, ο Βασίλειος Μερτζάνης, που φύλαγε καραούλι, αντιλήφθηκε κινήσεις των τουρκικών στρατευμάτων και τον ειδοποίησε. Το ανταρτικό σώμα άλλαξε λημέρι, αλλά ο Μερτζάνης συνελήφθη από τους Τούρκους, φυλακίστηκε και βασανίστηκε άγρια επί 10 μέρες, δεν προέβη όμως σε καμία ομολογία.
Στα ανταρτικά σώματα των Μακεδονομάχων υπηρέτησε από το 1903 ως το 1908 και ο γεννηθείς το έτος 1879 Θωμάς Κεραμάρης του Νικολάου, όπως ανέφερε στην Α. Νέττα και Κ. Ατατάμη ο αδελφός του Γεώργιος Κεραμάρης, ο οποίος τον επισκεπτόταν και τον εφοδίαζε με τρόφιμα. Ο Αχιλλέας Κεραμάρης αναφέρει ότι στις επιτροπές που είχαν δημιουργηθεί στη Νεάπολη για να βοηθούν τα ανταρτικά σώματα, ανήκαν οι Παπατσιούτσανος από τη Σιάτιστα, που καθόταν κοντά στην εκκλησία της Αγίας Τριάδας. Όπως του είχε διηγηθεί ο πατέρας του, όταν τα μέλη της
επιτροπής Βελανιδιάς Παπαγιάννης, ο Γιάννης Σιδέρης και ο Γιώργος Αλεξιάδης, που ήταν κουνιάδος του πατέρα του, πιάστηκαν από τους Τούρκους, κλείστηκαν στις φυλακές της Νεάπολης και βασανίζονταν από τους φύλακες εν αγνοία του Τούρκου Ταγματάρχη, που ήταν γαμπρός του Ριζάμπεη. Ο πατέρας του Αχιλλέα Κεραμάρη διαμαρτυρήθηκε έντονα στο Ριζάμπεη και οι φυλακισθέντες Έλληνες αφέθηκαν ελεύθεροι.

Ο ΚΑΠΕΤΑΝ ΙΣΙΔΩΡΟΣ ΣΙΔΕΡΗΣ

Ένα ιδιαίτερο όμως κεφάλαιο αποτελεί για τη Νεάπολη και ο Καπετάν Σιδέρης, ο Ισίδωρος Σιδέρης, που εγκαταστάθηκε σ’ αυτήν πολύ μετά το Μακεδονικό Αγώνα, έζησε και εκτελέστηκε στη Νεάπολη από τα γερμανικά στρατεύματα κατοχής.
Είναι χρέος, ιερό καθήκον, είναι τιμή για τη Νεάπολη, να αναφερθούν σε τούτο το σημείο της παρούσης εργασίας και να τονισθούν η προσωπικότητα και οι αγώνες για τη Μακεδονία του Καπετάν Σιδέρη.
Οι γονείς του, Ιωάννης και Αικατερίνη, κατοικούσαν στο Γιαννοχώρι, παλιά Γιαννοβαίνη, της Καστοριάς. Είχαν αποκτήσει τέσσερα παιδιά, τον Ευάγγελο, Δημήτριο, Ισίδωρο και Κωνσταντινιά.
Ο πατέρας του είχε δύο αδέλφια ακόμη, τον Χρήστο, που εργαζόταν σαν υλοτόμος στα Τρίκαλα και τον Κυριάκο, που τον σκότωσαν οι ληστές του Γιαννούλη, που καταγόταν από τη Ζέρμα Κόνιτσας, το 1884. Ο καπετάν Ισίδωρος γεννήθηκε στο Γιαννοχώρι το 1885 και μεγάλωσε κάτω από τουρκαρβανίτικη σκλαβιά. Φοίτησε και τελείωσε το Δημοτικό Σχολείο του χωριού του. Όταν ήταν 14 ετών πέθανε ο πατέρας του και ο αδελφός του Δημήτριος πήγε κοντά στο θείο του Χρήστο στα Τρίκαλα. Ο Ισίδωρος έμεινε με τη μητέρα του Αικατερίνη και την αδελφή του Κωνσταντινιά στο Γιαννοχώρι.
Ζούσαν φτωχικά. Τα κύρια εισοδήματά τους προέρχονταν από ένα εύφορο χωράφι, που συνόρευε με το χωράφι ενός Τουρκαρβανίτη, ο οποίος προσπαθούσε με κάθε τρόπο να τους το πάρει. Όταν πέθανε ο πατέρας του Ισίδωρου, ο Τουρκαρβανίτης έγινε πιο απαιτητικός και άγριος. Μια αvοιξιάτικη μέρα του 1900 η Αικατερίνη και ο Ισίδωρος βρίσκονταν στο χωράφι
τους και το όργωναν. Δίπλα τους όργωνε και ο Τουρκαλβανός, που όλο και προχωρούσε στην ιδιοκτησία της χήρας Σιδέρη. Η λογομαχία άναψε μεταξύ των και ο Τουρκαλβανός απειλούσε θεούς και δαίμονες, με σκοπό να εκφοβίσει την Αικατερίνη για να εγκαταλείψει το χωράφι της. Ο Ισίδωρος Σιδέρης, ηλικίας τότε μόλις 15 ετών, πήγε στο σπίτι του, πήρε μαζί του το κρυμμένο όπλο του πατέρα του και γυρνώντας στο χωράφι σκότωσε τα βόδια του Αρβανίτη. Το επεισόδιο όμως αυτό στάθηκε η αιτία, το ίδιο βράδυ, η Αικατερίνη, μαζί με τα δυο της παιδιά, να εγκαταλείψει το
Γιαννοχώρι και να μεταβεί μ’ αυτά στα Τρίκαλα, κοντά στα άλλα της παιδιά.
Στα Τρίκαλα ο Ισίδωρος μεγάλωσε και ανδρώθηκε σε γνώση και σωματική δύναμη, έχοντας βαθιά φωλιασμένο στην καρδιά του ένα άσβηστο μίσος εναντίον των κατακτητών. Όταν την 13 Οκτωβρίου του 1904 σκοτώθηκε ο Π. Μελάς, οι Έλληνες ένοιωσαν επιτακτικότερη την ανάγκη να εκδικηθούν το θάνατό του και να ελευθερώσουν την Μακεδονία. Για τον Ισίδωρο ήταν ο κατάλληλος καιρός να ενταχθεί στα ανταρτικά σώματα. Καίτοι πολύ νέος, διακρίθηκε πολύ σύντομα για την παλληκαριά και εξυπνάδα του και το 1905, μαζί με τον Επιλοχία του τακτικού Ελληνικού στρατού Γεώργιο Κονδύλη, έγιναν οι αρχηγοί ομάδας από 15 με 20 άνδρες και δρούσαν στην περιοχή Καστοριάς και Νεστορίου, μέρη που ο καπετάν Ισίδωρος γνώριζε πολύ καλά.
Το σώμα αυτό ήταν εντεταγμένο στη Διοίκηση του καπετάν Βάρδα, που είχε γίνει ήδη ο τρόμος και φόβος Βουλγάρων και Τούρκων. Ο καπετάν Σιδέρης έλαβε μέρος σε πάρα πολλές μάχες εναντίον των κομιτατζήδων και των Τούρκων. Σε όλο το Μακεδονικό και το Βορειοηπειρωτικό Αγώνα, διακρίθηκε για το θάρρος και την περιφρόνηση προς το θάνατο, σημείωσε καταπληκτικές επιτυχίες και ανακηρύχτηκε σε οπλαρχηγό Α’ Τάξης.36 Την 13.11.1916, ευρισκόμενος στην Κορυτσά, συνελήφθη από τους καταλαβόντας την πόλη Γάλλους, που ήταν αντίθετοι στις ενέργειες των
Ελλήνων για την απελευθέρωση της Β. Ηπείρου, μεταφέρθηκε στη Θεσσαλονίκη και απ’ εκεί στις φυλακές της Μασσαλίας. Αποφυλακίστηκε μετά δυο περίπου χρόνια και επέστρεψε στην Ελλάδα την 23.12.1918.
Στη Νεάπολη εγκαταστάθηκε οριστικά, όταν το κράτος, σε αναγνώριση των εθνικών του υπηρεσιών, τον διόρισε διευθυντή του Μονοπωλίου άλατος το έτος 1928. Είχε ήδη παντρευτεί την δασκάλα Ευανθία Κόντα, που είχε γνωρίσει το 1914, όταν ήταν στρατιωτικός διοικητής στη Δάρδα, και μ’ αυτήν απόκτησε δύο τέκνα, την Αικατερίνη και το Χρήστο.
Υπηρετώντας στα ανταρτικά σώματα, είχε συνδεθεί με στενή φιλία με το συμπολεμιστή του και φλογερό πατριώτη Νικόλαο Φωτίου Φωτόπουλο από το Αηδονοχώρι. Επιθυμώντας να συνεχίσει και συσφίξει ακόμη περιάσότερο την παλιά φιλία, που τόσο στενά τους είχε σμίξει, πάντρεψε την κόρη του Αικατερίνη με το μεγαλύτερο γιο του Νικολάου Φωτόπουλου, τον Παύλο.
Ο καπετάν Σιδέρης δοκίμασε πολλές πικρίες. Στο προσωπικό του ημερολόγιο, το οποίο από τις 10 Αυγούστου του 1905 μέχρι και τις 11.9.1907 τακτικά έγραφε, αναφέρει όλη του τη δράση, τις απογοητεύσεις, τις πικρίες και τις χαρές. Την ιστορία του, πολύ επιμελημένη, εξέδωσε σε βιβλίο ο αείμνηστος Α. Αδαμίδης το 1988. Από το βιβλίο αυτό αντλήσαμε όσα πιο πάνω έχουν γραφεί.

Η ΙΔΙΑΙΤΕΡΗ ΣΥΜΒΟΛΗ ΤΩΝ ΕΠΑΡΧΙΩΝ ΒΟΪΟΥ ΚΑΙ ΓΡΕΒΕΝΩΝ ΣΤΟ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟ ΑΓΩΝΑ

Ο Μακεδονικός Αγώνας, όπως σε όλους είναι γνωστό, διαδραματίστηκε, κατά κύριο λόγο, στον ευρύτερο χώρο της Δυτικής Μακεδονίας και, κυρίως, στις Επαρχίες Καστοριάς, Φλώρινας και Μοναστηρίου. Όπως επίσης σε όλους είναι γνωστό, ο επικός εκείνος αγώνας δεν ήταν δυνατόν ή, καλύτερα, ήταν πάρα πολύ δύσκολο να ευοδωθεί χωρίς την ενεργό συμμετοχή και συνεργασία των Νοτιοελλαδιτών – κυρίως των Κρητών και των Μανιατών- με τους Μακεδόνες, τους Δυτικομακεδόνες εν προκειμένω.
Οι Επαρχίες Καστοριάς, Φλώρινας και Μοναστηρίου υπήρξαν, κατά κοινή ομολογία, τα κυριότερα θέατρα συγκρούσεων και δυναμικών αναμετρήσεων Ελλήνων και Βουλγάρων κομιτατζήδων. Παράλληλα όμως και οι Επαρχίες Κοζάνης, Γρεβενών και Ανασελίτσας (Βοΐου) προσέφεραν ανυπολόγιστες υπηρεσίες και συνέβαλαν αποφασιστικά στην τελική νίκη, τη νίκη όλων των Ελλήνων.
Οι τρεις αυτές Επαρχίες και προπάντων των Γρεβενών και της Ανασελίτσας, ως συνέχεια και προέκταση της τότε ελεύθερης Ελλάδας, που την εποχή εκείνη έφτανε λίγο πιο πάνω από την Καλαμπάκα, υπήρξαν ασφαλείς γέφυρες διά των οποίων τα ανταρτικά σώματα προωθούνταν «στις γραμμές πυρός», που άρχιζαν από τα βόρεια Καστανοχώρια και εκτείνονταν ως το Μοναστήρι και ακόμη πιο πέρα. Και επειδή τα Γρεβενά και το Βόιο φημίζονται για τα πέτρινα θολογύριστά γιοφύρια, θα έλεγα ότι οι δυο αυτές Επαρχίες ήταν ένα δίτοξο πέτρινο γιοφύρι, με το ένα τόξο πάνω από την Επαρχία Γρεβενών και το άλλο πάνω από την Επαρχία Ανασελίτσας.
Οι δυο αυτές Επαρχίες με τα απανωτά ψηλά βουνά, τις βαθιές χαράδρες, τα ατέλειωτα πυκνά δάση και, κυρίως, με την αυθόρμητη σύμπραξη των κατοίκων τους και την εθελουσία κατάταξη πολλών νέων στα ανταρτικά σώματα που ανηφόριζαν προς την Καστοριά, προσέφεραν ιδιαίτερες  πολύτιμες υπηρεσίες. Γιατί, πέραν των άλλων, ποτέ δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι στα Γρεβενά οργίαζε τότε η Ρουμανική προπαγάνδα και ότι τα ανταρτικά σώματα ήταν υποχρεωμένα να περάσουν πολλά ποτάμια (Αλιάκμονας,Βενέτικος, Πραμόριτσα, Βέλος και άλλα), που κατά τη χειμερινή
περίοδο ήταν ιδιαίτερα επικίνδυνα.
Για όλους αυτούς τους λόγους τα διερχόμενα ανταρτικά σώματα είχαν απόλυτη ανάγκη από τις υπηρεσίες, τις πληροφορίες και τις οδηγίες, από τη βοήθεια γενικά των κατοίκων των χωριών από τα οποία περνούσαν.
Το Βόιο, επιπλέον, ήταν η τελευταία ασφαλής περιοχή για ξεκούραση, ανασύνταξη δυνάμεων, συλλογή πληροφοριών, και κατάστρωση σχεδίων.
Δεν είναι ασφαλές τυχαίο το γεγονός ότι στο Βόιο και συγκεκριμένα στο Βιντελούστι, τη σημερινή Δαμασκηνιά, είχε την έδρα του στην αρχή ο Γενικός Αρχηγός του Μακεδονικού Αγώνα στη Δ. Μακεδονία -μετά το θάνατο του Παύλου Μελά- καπετάν Βάρδας (Γεώργιος Τσόντος) από τα Σφακιά της Κρήτης και ότι από εδώ εξορμώντας τη νύχτα της 4ης προς την 5η Δεκεμβρίου 1904 σημείωσε μιαν από τις μεγαλύτερες επιτυχίες του: εξόντωσε το διαβόητο βοεβόδα Κωνστάντοφ, που λυμαινόταν τα Καστανοχώρια και είχε καταστεί φόβος και τρόμος των φιλήσυχων και μέχρι τότε ανυπεράσπιστων Καστανοχωριτών.
Τόσο από τις Επαρχίες Κοζάνης, Γρεβενών και Ανασελίτσας, όσο και από εκείνες Καστοριάς, Φλώρινας και Μοναστηρίου κατά τη διάρκεια του Μακεδονικού Αγώνα αρκετοί νέοι κατατάχτηκαν οικειοθελώς σε διάφορα ανταρτικά σώματα και διακρίθηκαν για τη γενναιότητα και την αποφασιστικότητά τους.
Μερικοί μάλιστα από αυτούς είχαν την πρόνοια να κρατούν σημειώσεις μετά από κάθε σημαντικό γεγονός, μολονότι σχεδόν αγράμματοι, και αργότερα, σε μεγάλη κατά κανόνα ηλικία, όταν αρχίζουν να μας πολιορκούν και να μας κατακλύζουν οι αναμνήσεις, έγραψαν, επί τη βάσει των σημειώσεών τους ή και χωρίς σημειώσεις, τις αναμνήσεις τους από τον Μακεδονικό
Αγώνα. Προέρχονταν δε όλοι αυτοί που κρατούσαν ημερολόγια ή έγραψαν αναμνήσεις ή απομνημονεύματα από όλες γενικά τις «τάξεις».
Γιατί ποτέ δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι ένα από τα κύρια γνωρίσματα του Μακεδονικού Αγώνα είναι ότι μετείχαν σε αυτόν άνθρωποι όλων των «τάξεων» και όλων των επαγγελμάτων: κληρικοί και λαϊκοί, πολιτικοί και στρατιωτικοί, μικροί και μεγάλοι, πλούσιοι και φτωχοί, επιστήμονες, έμποροι και ξωμάχοι: γεωργοί, ξυλοκόποι, αγροφύλακες, μυλωνάδες, μαστόροι, τσομπάνηδες και άλλοι.

Η ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΟΣΝΙΤΣΑΝΗΣ(ΚΑΣΤΑΝΟΦΥΤΟΥ)

Ήταν Μάης του 1906 όταν ετούτος ο τόπος τυλιγμένος με την φυσική του σοφία και τέχνη, μπροστά στον μεγάλο κίνδυνο ειδοποιούσε όλους τους Μακεδόνες με το ελληνικό και πανανθρώπινο ηφαίστειο της ψυχής των, άπαρτο και αμετάβλητο, με την υφαιστειονική σκόνη του την αντρειοσύνη του ακέραια να συντηρεί, για την μεγάλη ευθύνη της ελευθερίας για να διατηρηθεί από κάθε διχασμό άθικτη ακέραιη και φυσική.

            Μια άνοιξη ήταν σαν τώρα, γεμάτη σφρίγος ανθέων με τους αγωγούς των πουλιών και των μελισσών συντροφιά, που έφτανε, για να σκεπάσει ο στέφανος της αιωνιότητας με της ελευθερίας το άσβεστο φως τα κορμιά των παλληκαριών της μάχης της Οσνίτσανης για να γίνουν κατοπινά μια φλόγα που δεν θα χαμηλώσει ποτέ την περιφρόνηση της στο Θάνατο, δεν θα γονατίσει και δεν θα υποσταλλεί στο ρυθμό της λάμψης της.
Γιατί μέσα στον απέραντο χρόνο κάθε θυσία, γίνεται όλο και καθαρότερη, ευδιάκριτη και αγνή, που θα μας ποτίζει με της σωφροσύνης το νέκταρ και θα ειδοποιεί τον καθένα μας, για τους κινδύνους που και τώρα λειτουργούν γύρω μας, με άλλη μορφή.
Απαντάμε σε όλους πως εμείς οι Έλληνες, θέλουμε την ελευθερία μας όχι δοσμένη και χαρισμένη, γιατί δεν γίνεται δοτή από πουθενά, παρά μόνο πάντοτε ανασταίνεται και θεμελιώνεται με των οστών μας τη σπορά.
Με την ίδρυση το 1870 ανεξάρτητης Βουλγαρικής εκκλησίας γνωστής ως εξαρχίας, αρχίζει ανοιχτά ο Ελληνοβουλγαρικός ανταγωνισμός για επικράτηση στη Μακεδονία. Ο ανταγωνισμός αυτός επικεντρώθηκε στην προσπάθεια εδραίωσης της εθνικής ταυτότητας στις σλαβόφωνες μάζες που κατοικούσαν στην κεντρική ζώνη της Μακεδονίας. Η ζώνη αυτή όπως αναφέρουν προξενικές εκθέσεις της εποχής εκείνης, εκτεινόταν μεταξύ της γραμμής Καστοριάς – Πτολεμαΐδας – Γιαννιτσών – Ζίχνης Σερρών στο νότο, και Αχρίδας Στρώμνιτσας Μελενίκου Νευροκοπίου στο βορρά. Το καλοκαίρι του 1903 στην γιορτή του Προφήτη Ηλία στη Βουλγαρία πραγματοποιείται μια εξέγερση, γνωστή ως «Ιλιντεν» που όμως γρήγορα πνίγηκε στο αίμα από το στρατό των τούρκων. Η εξέγερση αυτή, είχε ως αποτέλεσμα και την καταστροφή πολλών Ελληνικών Κοινοτήτων και Κωμοπόλεων της δυτικής και βόρειας Μακεδονίας. Παράλληλα όμως, παρουσίασε ανάγλυφο τον κίνδυνο να χαθεί η Μακεδονία, γεγονός που οδήγησε ολόκληρο τον Ελληνισμό σε γενική κινητοποίηση. Έτσι λοιπόν αρχίζει ο Ένοπλος Μακεδονικός Αγώνας που κράτησε από το 1904 έως το 1908, με τα εθελοντικά σώματα από το ελεύθερο ελληνικό κράτος την Κρήτη και άλλες περιοχές να είναι πλάι στους Μακεδόνες. Ήταν ένας αγώνας ανάλογος εκείνου της Εθνικής Παλιγγενεσίας του 1821 που παράλληλα διατράνωσε προς τις Ευρωπαϊκές δυνάμεις ότι η Μακεδονία είναι μία και Ελληνική. Μια έννοια που κρύβει μέσα της πολλά πίσω από κάθε λέξη.
Έναν Αθάνατο λαό, υπερήφανο και ωραίο, χαρούμενο και λυπημένο, σαρκαστή, μα και σοφό, κεφάτο και ανάλαφρο, μα όποτε χρειαστεί γίνεται πικρός και σκληρός και προπάντων ανεκτικός, που διανύει μια μεγάλη πορεία αιώνες τώρα και ο αγώνας πότε για το μεγάλωμα πότε για την πρόοδο, μα πάντα για την ελευθερία και πάντα νικητής στο τέλος.
Η Δυτική Μακεδονία δεν μπορούσε να μην συμμετέχει ενεργά στο εθνικό σάλπισμα, του Μακεδονικό Αγώνα.
Κορυφαίες μορφές σαν τον Γερμανό Καραβαγγέλη, τον Παύλο Μελά έδρασαν εδώ ενάντια στον διπλό εχθρό.
Η περιοχή των Καστανοχωρίων έγραψε χρυσές σελίδες στον αγώνα, Είναι πολύ σημαντικό ότι ο πρόξενος της Ελλάδος στο Μοναστήρι Δημ. Καλλέργης προτείνοντας στο ΥΠΕΕ τη δημιουργία ανταρτικών ομάδων πρότεινε ως πρώτη την ομάδα της περιοχής των Καστανοχωρίων και με βάση το Βιδελούστι, τη σημερινή Δαμασκηνιά.
Τελικά, στην περιοχή μας έδρασαν πολλά ανταρτικά σώματα.
Κυριότερα ήταν:
Το σώμα του αρχηγού του αγώνα Παύλου Μελά, με κρητικούς και Δυτικομακεδόνες αγωνιστές. Το σώμα του καπετάν Βάρδα (Γ.Τσόντου), γενικού αρχηγού του αγώνα στο Βιλάέτι Μοναστηρίου που εγκατέστησε το στρατηγείο του στη Δαμασκηνιά. Μάλιστα κατάφερε να εξοντώσει στο Λιμπίσοβο (σημερινός Άγιος Ηλίας Καστοριάς) τον διαβόητο Βοεβάδα Κωνστάντωφ, φόβο και τρόμο της περιοχής, με τη συνδρομή των Καστανοχωριτών όπως, του παπά Στέργιου Παναγιωτίδη παπά Στέργιου Κυράδη, Αθανασίου Μπορόζη και Γ. Φωτιάδη.
Τη μεγαλύτερη όμως προσφορά στα χωριά μας είχε ο καπετάν Λίτσας (Αντώνιος Βλαχάκης) από τη Μάνη που προστάτεψε τα Καστανοχώρια με τη γενναία ομάδα του. Το λαμπρό αυτό παλληκάρι άφησε όμως την τελευταία του πνοή στην Οσνίτσανη της Καστοριάς (σημερινό Καστανόφυτο) σε επίθεση των κομιτατζήδων Μήτρου Βλάχου και Κυριάζου.
Οι Δαμασκηνιώτες, ευγνώμονες ζήτησαν να παραμείνουν τα οστά τους στη Δαμασκηνιά μαζί με όλους τους νεκρούς της μάχης και καθιέρωσαν την τέλεση μνημόσυνου για τον καπετάν Λίτσα, τον υπαρχηγό του Λ.Πετροπουλάκη και τους άλλους γενναίους μαχητές.
Η περίφημη μάχη της Οσνίτσανης ήταν το αποκορύφωμα σειράς πολλών εγκληματικών δράσεων των βουλγάρων κομιτατζήδων, που είχαν δολοφονήσει με απάνθρωπο πολλές φορές τρόπο πολλούς κατοίκους της περιοχής, πυρπόλησαν μοναστήρια και προξένησαν καταστροφές, για να πείσουν τους καστανοχωρίτες να αρνηθούν την πίστη και την πατρίδα τους.
Έτσι στις 23/4/1906 ο καπετάν Λίτσας εκτελώντας εντολή ξεκίνησε από την Ι.Μ. Αγίου Αθανασίου Ζηκοβίστης για το Μορίχοβο. Πήρε όμως νέα εντολή να γυρίσει στα καστανοχώρια για να επιτεθεί κατά του Μήτρου Βλάχου, του Κυριάζου και άλλων επιφανών κομιτατζηδων.
Έτσι επέστρεψε με το σώμα του στο μοναστήρι του Αγίου Αθανασίου, όπου κατέστρωσε το σχέδιο της επίθεσης.
Στη σύσκεψη πήραν μέρος εκτός από το Λίτσα και τους υπαρχηγούς του οι ιερείς Στέργιος Παναγιωτίδης Γεώργιος Παπαθωμάς, καθώς οι Κ. Τζώνης, Χαρ. Μακρής, Ν. Αδαμίδης, Χρ. Κέντης, Αθ. Χατζόπουλος, Β. Λιόκας, Δημ. Τζημίρης, Ν. Βλάχος καθώς και παράγοντες από άλλα χωριά.
Παρά τις κάποιες αντιρρήσεις και προτάσεις για αναβολή και καλλίτερη προετοιμασία, επεκράτησε η γνώμη του Λίτσα και αφού προσευχήθηκαν στον ιστορικό Ναό της μονής, κατευθύνθηκαν στην Οσνίτσανη. Εκεί στην προσπάθειά τους να τοποθετήσουν βόμβα, αυτή εξερράγη όταν την πυρπόλησε ένας κομιτατζής με συνέπεια τον επί τόπου θάνατο του Καπετάν Λίτσα και τον θανάσιμο τραυματισμό του Λ. Πετροπουλάκη.
Ακολούθησε μεγάλη σύγχυση, με τους Έλληνες να μη γνωρίζουν τι να πράξουν, έπειτα από την απώλεια των αρχηγών τους. Την κατάσταση πήρε στα χέρια του ο Καπετάν Λούκας (Λουκάς Κόκκινος), που οδήγησε τους άνδρες προς το Βιδελούστι Στην πορεία όμως δέχθηκαν επίθεση από Τούρκους στο ύψωμα ΄Ορλια και στο δάσος της Κλεισώριας με αποτέλεσμα τον τραγικό θάνατο 17 ανδρών.
Ήταν Μάης όταν ο ηρωικώς τους θάνατος τους πήρε στην κορυφή του θάρρους τους και τους έκανε τραγούδι για να πλανιέται το ανάστημά τους όρθιο στις πόλεις και στα χωρά, στα βουνά και στους κάμπους της ιερής πατρίδας μας. Καύχημα των γενεών μας θα είστε αθάνατοι νεκροί της εχεφροσύνης και της παγκόσμιας αλληλοκατανόησης η σύσταση και η πιο πλούσια της ελευθερίας εικόνα.
Η ζέστη στην καρδιά σας μεγάλη και πλατιά να πολεμήσετε τον εχθρό που είχε την αναίδεια την ακραιφνή να καταργήσει την γαλάζια μας ελευθερία γιατί πολύ καλά ξέρουμε εμείς οι Έλληνες τι σημαίνει ανεξαρτησία, πατρίδα και ανθρωπότητα.
Κανένα σκοτάδι λοιπόν δεν πρόκειται τη θυσία σας να κατακαλύψει γιατί σαν ένας ήλιος αδαπάνητος δεν θα σκοτεινιάσει τον πλούτο της δικής σας αυτάρκειας. Την δανειζόμαστε και εμείς από σας ήρωες νεκροί του Μακεδονικού Αγώνα και θα προσπαθήσουμε να συντηρήσουμε την τόλμη μας ακέραιη μέσα σε γειτονικούς και αγειτόνευτους πολέμιους λαούς.
Υπήρξατε η ατεμάχιστη και η πιο ακέραιη θέληση που συγγενεύει με των παντοτινών πραγμάτων το κέρδος όπου μέσα σε μία στιγμή η ταπεινή σας ψυχή χώρεσε την πατρίδα και την ανθρωπότητα καταστρέφοντας τα σχέδια των εχθρών
Ήσασταν απλοί άνθρωποι, αγρότες και θαλασσινοί, δάσκαλοι και εργάτες, η πιο ευγενική γενιά της πατρίδος, ένα θαύμα τόλμης και ανδρειωσύνης που τα παιδιά και τα εγγόνια μας θα το θυμούνται σ’ αυτό το γελαστό και τραγικό τόπο όπου χιλιάδες χρόνια εκπέμπουμε πατριωτικό φως, ενώ οι φίλοι μας οι δήθεν προστάτες, μας εμπαίζουν με της αγνωμοσύνης τους το σκοτάδι.
Και στα τραχιά χέρια τους βεβαιώνεται το μίσος και η μικροψυχία τους.
Μόνοι, ελεύθεροι άνθρωποι εμείς, θα δώσουμε τη μάχη κι αν χρειαστεί και το αίμα μας στην ξένη της πατρίδας υποδούλωση και να μη μας κυριεύει στη σκοτεινή του άλωση ο φανατισμός και η προκατάληψη.
Κανένας χρόνος λοιπόν δεν πρόκειται την ώριμη πράξη της θυσίας σας να μαράνει αυτό το πλούσιο άνθος των καρπών σας γιατί η ταπείνωση και η περηφάνια πηγαίνουν αντάμα, σας ανήκει και μας ανήκει.
Έχουμε ιερή υποχρέωση να σας θυμόμαστε για να μη διαιρούμε ποτέ τη δύναμή μας ως Έλληνες. Οφείλουμε όλοι μας να είμαστε οι συνεχιστές πάντα προσηλωμένοι στα ιδανικά, υπακούοντας σε νόμους αναλλοίωτους και να προσπαθούμε να κρατάμε την τόλμη και το πιστεύω μας ακέραιο πείσμα στους δύσκολους καιρούς, που διανύει η χώρα μας για μια Ελλάδα δυνατή για μια Μακεδονία Ελληνική.
Γι’ αυτό και η μάχη της Οσνίτσανης αποτελεί έναν από τους πιο σημαντικούς σταθμούς στο διμέτωπο αγώνα των Ελλήνων, κοσμώντας με ένα ακόμη πολύτιμο λίθο το στέμμα της δόξας του μακεδονικού έπους.
Τα ονόματα των ηρώων που πήραν μέρος σ’ αυτήν θα παραμείνουν εσαεί χαραγμένα στις ψυχές των Ελλήνων και ιδιαίτερα των Καστανοχωριτών, την γη των οποίων πότισαν με το αίμα τους για να βλαστήσει το δένδρο της Ελευθερίας και να διασωθεί η Ορθοδοξία και ο Ελληνισμός.

Αντώνης Βλαχάκης – Καπετάν Λίτσας

Ο Αντώνης Βλαχάκης γεννήθηκε στη Μυρσίνη (Πάνιτσα) του Δήμου Γυθείου, στις 12 Οκτωβρίου του 1874. Το 1897 ως λοχίας πυροβολικού πολέμησε και τραυματίστηκε στα Φάρσαλα, στη μάχη του Δομοκού και τιμήθηκε με τον Αργυρό Σταυρό του Σωτήρα. Το Σεπτέμβριο του 1905 ήταν Ανθυπολοχαγός του Ελληνικού Στρατού, απ’ όπου ζήτησε και έλαβε άδεια για σπουδές στη Γαλλία. Αντί όμως να χρησιμοποιήσει την άδεια για το σκοπό αυτό, συγκρότησε εθελοντικό σώμα από 48 άνδρες και εισήλθε στη Μακεδονία, όπου και έδρασε με το ψευδώνυμο «Καπετάν Λίτσας» στη περιοχή των Καστανοχωρίων, από το Σεπτέμβριο του 1905 έως το Μάρτιο του 1906.
Στο χωριό Σαρίστανη ο Καπετάν Λίτσας συγκρούσθηκε με τους κομιτατζήδες του διαβόητου Μήτρου Βλάχου, ο οποίος παρόλο που του είχε στήσει ενέδρα, βρέθηκε σε δεινή θέση, αφού αυτό έπεσε στην αντίληψη του Καπετάνιου, γλίτωσε όμως μέσω ενός υπονόμου και μετά τη παρέμβαση του Τουρκικού στρατού. Η ενέργεια αυτή του Καπετάν Λίτσα έδωσε κουράγιο στους χωρικούς της Σαρίστανης που ζήτησαν και επανήλθαν στο Πατριαρχείο, απαρνούμενοι την Εξαρχεία που τους είχε επιβληθεί με τη βία των κομιτατζήδων.
Στις 1 Ιανουαρίου 1906 επιτέθηκε στο χωριό Έζερετς, το οποίο ήταν κέντρο συγκέντρωσης κομιτατζήδων και εκεί είχε καταφύγει ο διαβόητος Μήτρος Βλάχος, ο οποίος τραυματίστηκε στη μάχη που ακολούθησε, κατά την οποία οι απώλειες των κομιτατζήδων ήταν μεγάλες. Τη κατάσταση έσωσε και πάλι ο ερχομός Τουρκικού στρατού, που καταδίωξε το σώμα του Καπετάν Λίτσα, ο οποίος αναζήτησε καταφύγιο στην Ήπειρο και επανήλθε στα Καστανοχώρια μετά από ένα μήνα.
Επιστρέφει στην Αθήνα για την αναδιοργάνωση του αντάρτικου σώματος και μετά από ένα μήνα, τον Απρίλιο του 1906, επανέρχεται στη Μακεδονία με 85 εθελοντές, όπου αρχίζει και πάλι τη δράση του.
Κατά τη μάχη της Οσνίτσανης1 (σήμερα Καστανόφυτο) στις 7 Μαΐου 1906 έπεσαν ηρωϊκά ο Καπετάν Λίτσας, ο Καπετάν Λεωνίδας, οι Μανιάτες εθελοντές Παναγιώτης Ηλία Πετροπουλάκης, Πάνος Στεφανάκος, Παναγιώτης Γκιτάκος, Νικόλαος Κατζάκος και Γ. Σκοπετέας, όπως και οι Δ. Οικονόμου, Σ. Μάνδαλος, Δ. Σκλαβούνος, Ι. Τριανταφύλλου, Δ. Χελάκης και Σ. Νιμάς, ενώ τραυματίσθηκαν πολλοί περισσότεροι. Εκ μέρους του Τουρκικού στρατού σκοτώθηκαν 6 αξιωματικοί και 130 στρατιώτες, από τους 1200 άντρες που επιτέθηκαν εναντίον των Ελλήνων.
Πρέπει να αναφέρουμε το γεγονός ότι η επίθεση του Ελληνικού σώματος έγινε κατά των κομιτατζήδων, αλλά κατά την πάγια τακτική τους, αυτοί ειδοποίησαν2 το Τουρκικό στρατό παριστάνοντας τους απλούς χωρικούς και ζητώντας προστασία από τους επιτιθέμενους Έλληνες.
Μετά από μερικές ημέρες οι διασωθέντες οπλαρχηγοί Λουκάς Κόκκινος και Βαγγέλης Βλάχος κινήθηκαν προς το χωριό Έζερετς, όπου είχαν καταφύγει οι προδότες της μάχης της Οσνίτσανης Βούλγαροι πράκτορες και επιτέθηκαν εναντίον τους, μετατρέποντας το χωριό σε στάχτες εντός δυο ωρών.
Η Πολιτεία τιμώντας τη μνήμη των νεκρών της Οσνίτσανης, καθιέρωσε με το υπ’ αριθ. 709/1960 Β.Δ. (Φ.Ε.Κ. 183) της 19.11.1960 να τελήται ετήσιο μνημόσυνο τη πρώτη Κυριακή του Μαΐου «Υπέρ των εν πολέμοις πεσόντων εν Καστανοφύτω Μακεδονομάχους». Το πρώτο μνημόσυνο έγινε στις 7 Μαΐου 1961.
Από το βιβλίο του Γ. Γιαννακάκου – Ραζέλου «Οι Εθελοντικοί Αγώνες της Μάνης δια την Ελευθερίαν (1840-1940)» αναδημοσιεύουμε άσμα «..συντεθέν υπό του αγωνιστού του σώματος Ιωάννου Τσιμπιδάρου εκ Ξηρομερίου, αδόμενον εις όλην την περιφέρειαν των Καστανοχωρίων»:

«Σαββάτο βράδυ είμαστε κοντά σε μοναστήρι
κι’ ο Λίτσας ήτο σκεπτικός κι’ όλλο συλλογισμένος
τους αρχηγούς εκάλεσε και τον Πετροπουλάκη
να τοιμασθούνε τα παιδιά στον πόλεμο να πάμε
Βουλγάρους για να κάψουμε, ταμπούρια για να φάμε.
Την χαραυγήν κινήσαμε και πάμε στην Οσνίτσα
άϊντε Λίτσα μου καυμένε
και στον κόσμο ξακουσμένε
Λεωνίδα πονεμένε
και αητέ καμαρωμένε
Πρώτος ο Λίτσας έτρεξε μεσ’ στην φωτιά στα βόλια
και τ’ αρχηγού ο ψυχογιός και ο Καπετάν Λεωνίδας
-Πετροπουλάκη, φώναξε, του καπετάν Λεωνίδα
τα παραθύρια χτύπησε, να μην εβγούν Βουλγάροι
και ’γω θα βάλω τη φωτιά να κάψωμε τα σπίτια
ψυχή να παραδώσωμε με όλα μας τα ντέρτια.
Και ’συ Μακεδονία στα μαύρα να ντυθείς
γι’ αυτά τα παλληκάρια πώχεις στη μαύρη γη.

Παραπομπές:
Στα Απομνημονεύματά του ο Ιωάννης Καραβίτης «Μακεδονικός Αγών» σελ. 448 αναφέρει ότι ο καπετάν Λίτσας κατευθυνόμενος προς Μορίχοβο το Μάιο του 1906, έλαβε επιστολή από Μητροπολίτη Καστοριάς Γερμανό Καραβαγγέλη, με την οποία του ζητούσε να σπεύσει προς τα Καστανοχώρια όπου βρίσκονται κομιτατζήδες. Στη συνέχεια γράφει: «Καλός και ενθουσιώδης πατριώτης ο Μητροπολίτης Καραβαγγέλης, αλλά δεν περιωρίζετο να δίδη πκηροφορίες, έδιδε και διαταγάς. Γιατί να σπεύση ο άνθρωπος προς τα Καστανοχώρια, αφού «σπεύδει» προς το Μορίχοβο; Έπειτα το γεγονός δεν είναι οι κομιτατζήδες στο Γκαμπρές ή τα Καστανοχώρια, δεν είναι νέο, δεν είναι ζήτημα σπουδής, δεν πρόκειται να φύγουν οι κομιτατζήδες από την περιφέρεια. Είναι ζήτημα εγκαταστάσεως και του ελληνικού σώματος εις την ιδίαν περιφέρεια και επιβάλλεται επισταμένη παρακολούθησις δια να δυνηθή να ανακαλύψη τους κομιτατζήδες. Επομένως, η δίωξη των κομιτατζήδων εις τα Καστανοχώρια θα ήτον έργον σώματος που θα επήγαινε να εγκατασταθή εκεί και ο Λίτσας δεν έπρεπε να λοξοδρομήση, αλλά να τραβήξη εις την περιφέρεια που προωρίζετο. Φιλότιμος και ορμητικός όπως ήταν, μόλις έλαβε την επιστολή του Καραβαγγέλη, που την εθεώρησε ως διαταγή, άλλαξε δρόμο και κατευθύνθηκε εις την Οσνίτσανη».
2. Η προδοσία έγινε από τον Σλιάχα, που είχε μεγαλώσει στη Κωνσταντινούπολη και είχε σταλεί από την τουρκική κυβέρνηση στο Βογατσικό, που ήταν αντάρτικο κέντρο, για να προδίδει τα σώματα. Ο Σλιάχας μπαινόβγαινε στο κατάλυμα του αρχηγού για να τον περιποιηθή, έμαθε την πορεία του και τον πρόδωσε στο τουρκικό στρατό. Ο καπετάν Λουκάς τον σκότωσε αργότερα και αφού είχε πραγματοποιήσει την επίθεση στο Έζερετς (Απομνημονεύματα Ιωάννη Καραβίτη, σελ. 449).

Βιβλιογραφία:Τα Καστανοχώρια Σπήλιος και Κερασώνα Καστοριάς Β.Δημόπουλου
Τα Καστανοχώρια:Επάλξεις και Βωμοί: Π. Μιλτιάδη Σιδέρη
Το Βογατσικόν(Ιστορία-Λαογραφία) Α. Κορομήλη
Η Εράτυρα:Αθανασίου Γιομπλάκη
Εκατό Χρόνια της Ενοπλή Φάσης του Μακεδονικού Αγώνα(1904-2004):Έκδοση Βοϊακής Εστίας Θεσσαλοίκης
Χρονικά Νεάπολης Βοΐου Κοζάνης:Αλκιβιάδη Νέττα

Πηγές Ιντερνετ:  http://www.thessalonikeis.gr,

http://www.kastanofito.com

istorikakastorias.blogspot.com

http://www.siatistanews.gr

www.vithos-voiou.org.