Πεντάλοφος Βοΐου: “Τι έκανες γιαγιά στον Πόλεμο”


Toν Ιούλιο του 2012 στο  “Καρούτειο” Διαπολιτισμικό  Γυμνάσιο με Λυκειακές τάξεις  Πενταλόφου Βοΐου παρουσιάστηκε μια εργασία από τους μαθητές του σχολείου  με τον τίτλο  ““Τι έκανες γιαγιά στον Πόλεμο” και αναφέρονταν στις πρώτες στιγμές του πολέμου του 1940,και στο πως έδρασαν οι κάτοικοι στον Πεντάλοφο αλλά και στην ευρύτερη περιοχή του Βοΐου. 
Με την ευκαιρία της επετείου τις 28ης Οκτωβρίου 1940 παρουσιάζουμε αυτήν την εργασία

Παρουσίαση Ερευνητικών Εργασιών της Ά Λυκείου του “Καρούτειου” 
Διαπολιτισμικού  Γυμνασίου με Λυκειακές τάξεις  Πενταλόφου Βοΐου.
Συντονίστρια: Μαρούλα Παπαδοπούλου 
Καθηγήτρια  Αγγλικής Γλώσσας
 
 

ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΤΗΣ ΠΙΝΔΟΥ-ΟΙ ΑΦΑΝΕΙΣ ΗΡΩΕΣ

Στον Β’ παγκόσμιο πόλεμο ο Πεντάλοφος αποτέλεσε το ορμητήριο του ελληνικού στρατού. Από εδώ πέρασε ο Δαβάκης, ο πρωταγωνιστής του έπους του ’40 και από εδώ ξεκινούσαν οι γυναίκες τις Πίνδου φορτωμένες με πυρομαχικά στην ανηφόρα για το μέτωπο, κουβαλώντας τραυματίες στην επιστροφή τους προς το χωριό.
Μεγάλη στάθηκε η προσφορά της Ελληνίδας Γυναίκας, σ’ όλους τους αγώνες του Έθνους. Παντού και πάντοτε πρωταγωνιστεί στα μεγάλα γεγονότα της Ιστορίας, σε στεριά και θάλασσα. Έτσι, την ξαναβλέπουμε στο δύσκολο τούτο πόλεμο του 1940. Η συγκινητική προσφορά, ήταν αυθόρμητη και αυτόβουλη.
            Αυτές οι αγρότισσες των κακοτράχαλων Ηπειρωτικών βουνών, από το Ζαγόρι, το Πωγώνι, τη Φούρκα, τον Πεντάλοφο, τον Επτάλοφο, τη Βούρμπιανη, την Αγία-Παρασκευή, χωριά της Δυτικής Μακεδονίας,… έδειξαν με την αξιοσύνη και την λεβεντογέννα καρδιά τους, τι θα πει Ελληνίδα. Αψήφησαν το κρύο, τη βροχή, τον αέρα, το χιόνι και τον πάγο· αλλά και τις οβίδες, τις εχθρικές σφαίρες, τα αεροπλάνα. Έταξαν τον εαυτό τους, να προσφέρουν σε μια δύσκολη στιγμή στο φαντάρο-πολεμιστή, όχι μόνο τρόφιμα και ρούχα, αλλά και πολεμοφόδια (ακόμη και όπλα και οβίδες), μιας που κανένα μεταγωγικό, ούτε καν μουλάρια, δε μπορούσε να τα μεταφέρει εκεί.
            Ατέλειωτες φάλαγγες από κορίτσια, νέες και γριές, σκαρφάλωναν σε υψόμετρο πολύ πάνω από 2.000 μέτρα και όταν γύριζαν μετέφεραν τραυματίες. Ριγούσαν από συγκίνηση οι μαχητές μας, όταν έβλεπαν τις φάλαγγες αυτές να αναρριχώνται στα πιο απρόσιτα μέρη, κάτω από ασταμάτητες βροχές, μέσα σε χιονοθύελλες και βοριάδες. Ξάφνιασε τον κόσμο ολόκληρο ο ηρωισμός, η πίστη, η τόλμη, το θάρρος και η αντοχή των γυναικών, που κουβαλούσαν στους ώμους τους την Ελλάδα. Τα κατορθώματά τους, με θαυμασμό και σεβασμό θα τα θυμόμαστε.
Με τη σύνθεση αυτή, θέλησα να δημιουργήσω μια μεγάλη αντίθεση υψών και όγκων (το θέμα θέλει και πρέπει να λειτουργεί μόνο του, φορματικά και χρωματικά). Την αναπτύσσω αυτόνομα, με τις άλλες συνθέσεις να βρίσκονται περιμετρικά της. Πρώτη αναφορά έχουμε πάρει μόλις ξεμυτίσαμε απ’ τη σπηλιά του Καλπακίου. Κατόρθωσα να ενοποιήσω το χώρο, απ’ τα θεμέλια του κτιρίου μέχρι και τη στέγη (ύψους 10 μέτρων περίπου). Αφήνω τον επισκέπτη να ανακαλύψει περισσότερα στοιχεία γι αυτή την αίθουσα, καθώς ανεβαίνει· δημιουργώντας πρώτα μια σκάλα, ένα πλατύσκαλο λίγο μετά και τέλος έναν πλακόστρωτο χώρο, περίπου στο ύψος του “Ορεινού Πυροβολικού”.
            Με τη διάταξη αυτή, ο επισκέπτης μπορεί να άπτεται των βράχων που βρίσκονται δίπλα του και να γίνεται υποκείμενο όχι μόνο της σύνθεσης αυτής, αλλά και των γειτονικών της. Δουλεύω με τσιμέντο, ό,τι μπορεί να πιάσει το χέρι. Τον υπόλοιπο όγκο των βράχων, τον κατασκεύασα από λινάτσα, κόλλες, γύψο, νευρομετάλ και ξύλα. Με τη διάταξη των επιπέδων, προσπαθώ να φέρω τον επισκέπτη κοντά στην άγρια αυτή ομορφιά. Η σύνθεση, βρίσκεται ακριβώς πίσω απ’ τη “Σφαγή του Αλη-πασά”, δίπλα στον “Κολοκοτρώνη” και κάτω-διαγώνια των θεμάτων “Ρούπελ” και “Κρήτη” που θα δούμε αργότερα.
            Τα ξερά κλαδιά (κυρίως από κέδρους και έλατα), τα πήρα από μεγάλο υψόμετρο. Τα περισσότερα είναι από το Ζαγόρι, τα υπόλοιπα από άλλα βουνά της Ηπείρου. Θέλω να τοποθετήσω χρονικά το γεγονός, όσο και την εποχή (τέλη Οκτώβρη-αρχές Νοέμβρη). Τα χρώματα που χρησιμοποιώ είναι σε μεγάλη ποικιλία και τόνους, όπως υπάρχουν και στη φύση. Η μεγαλύτερη χρωματική αντίθεση, γίνεται μεταξύ του ζεστού κόκκινου (και σε αρκετές μεριές κεραμιδί) χρώματος, με τα στιλπνά πράσινα, τόσο της πατίνας των βράχων όσο και της βλάστησης που έβαλα. 
            Με σκοπό να δείξω τη συμμετοχή διαφόρων διαμερισμάτων στον ίδιο χώρο, αντάμωσα ενδυματολογικά τις φιγούρες, στη δράση τους. Τα πρόσωπα, τα έχω φτιάξει από φωτογραφίες γυναικών γνωστών για την προσφορά τους, όσο και δικά μου μοντέλα.
            Για να δέσω τη σύνθεση, στο αριστερό μέρος της σκάλας, δημιούργησα σκαλιστά βράχια και μια πηγή, με διάφορα φυτά σκορπισμένα τριγύρω. Προσθέτοντας κίνηση και ήχο, από το νερό που κυλάει, δημιουργώ στον επισκέπτη οπτικά, ακουστικά, κινητικά ερεθίσματα, παράλληλα με τα απτικά που του δίνω την ευκαιρία να ανακαλύψει.
Αλλες αναφορες για της Γυναίκες της Πίνδου:

¨Εθαυμάσθησαν οι γυναίκες αυτές.

Όταν φύγαμε από τη Λάρισα για να πάμε στην Κοζάνη, στο Σαραντάπορο εκεί πέρα οι δρόμοι τότε ήτανε καλντερίμια και χωματόδρομοι, θυμάμαι εκεί επάνω πριν από τα Σέρβια ότι ήταν γυναίκες οι οποίες την δεύτερη ημέρα ακριβώς προς την τρίτη φτιάχνανε τον δρόμο, δηλαδή ρίχνανε πέτρες μες στις λάσπες. Από τότε, από την ίδια μέρα και βέβαια εν συνεχεία στην Ήπειρο εθαυμάσθησαν οι γυναίκες αυτές. Εθαυμάσθησαν πολύ γιατί μετέφεραν εκεί που δεν μπορούσε ούτε μουλάρι. Βάζανε στην πλάτη, μαθημένες αυτές, αυτές κουβαλούσαν νερό και ξύλα. Πήγαιναν στο ρουμάνι μια ώρες δυο, φορτωνόταν τα ξύλα στην πλάτη και τα μετέφεραν στα σπίτια τους μέσα στα χιόνια. Εκάνανε βέβαια μια προμήθεια από το καλοκαίρι για τον χειμώνα, κάνανε για ένα μήνα, από κει και ύστερα. Πηγαίνανε πλέον μέσα στα χιόνια…

(Προφορική μαρτυρία Τάκη Τράντα, στο: Χατζηπατέρα-Φαφαλιού, Μαρτυρίες 1940-1941, Αθήνα, Κέδρος, 1982, σ. 103.)

 

Γυναίκες που κουβαλούσαν πυρομαχικά.

7 Νοεμβρίου 1940. Σήμερα σκοτώθηκαν δύο παιδιά του 33ου Συντάγματος και αυτό μάνιασε περισσότερο τους στρατιώτες. Φωνάζαν εμπρός για τη Ρώμη. Ο θάνατος αυτός αντί να μας δειλιάσει μας έδωσε περισσότερα φτερά για να κυνηγήσουμε τους Ιταλούς. Συνάντησα γυναίκες που κουβαλούσαν πυρομαχικά. Μία ήτο 88 ετών. Μία μου είπε κλείδωσε το μικρό σε μια καλύβα για να βοηθήσει τον στρατό. Το βράδυ είδα μια γριούλα να κρατά δυο μικρά και η μητέρα τους ζύμωνε ψωμί για τον στρατό με το φως δυο κεριών που είχε μέσα σ’ ένα ποτήρι. Τα χιόνια, ο πάγος, το τρομερό κρύο, δεν φαίνονταν να τις τρόμαζε. Όλες γεμάτες χαρά ήθελαν να προσφέρουν στο στρατό ό,τι δεν μπορούσαν τα μεταγωγικά. Αλήθεια γυναίκες θαύμα. Τι διαφορά με τις πόλεις!

(Από το Ημερολόγιο Πολέμου του Αργύρη Μπαλατσού, στο: Χατζηπατέρα-Φαφαλιού, Μαρτυρίες 1940-1941, Αθήνα, Κέδρος, 1982, σ. 103)

Ζωντανό τείχος.

Οι νικηταί της Πίνδου προχωρούσαν. Καθώς έφτασαν στον ποταμό Βογιούσα κι είδαν οι ατρόμητες γυναίκες της Πίνδου πως το απότομο ρέμα εμπόδιζε τους σκαπανείς στη δουλειά τους, έκαναν αυθόρμητα κάτι, που ξανάγινε ύστερα στον Καλαμά και στο Δρίνο: μπήκαν οι ίδιες μέσα στα νερά και, πιασμένες σφικτά από τους ώμους, σχημάτισαν πρόσχωμα, που ανάκοβε την ορμή του ποταμού και ευκόλυνε τους γεφυροποιούς!

(Τάκης Ε. Παπαγιαννόπουλος, στο: Χατζηπατέρα-Φαφαλιού, Μαρτυρίες 1940-1941, Αθήνα, Κέδρος, 1982, σ. 104)

Οι γυναίκες της Πίνδου, στον δύσκολο τούτο πόλεμο εναντίον του Ιταλικού Φασισμού, έδωσαν το δικό τους παρών, στην πρώτη γραμμή του μετώπου. Η προσφορά τους, αυθόρμητη και αυτόβουλη.

Αυτές οι αγρότισσες των κακοτράχαλων Ηπειρωτικών βουνών, από την Κόνιτσα, το Ζαγόρι, το Πωγώνι, τη Φούρκα, τον Πεντάλοφο, τον Επτάλοφο, τη Βούρμπιανη κ.λπ., σχημάτιζαν ατέλειωτες φάλαγγες, σκαρφαλώνοντας σε υψόμετρο 2.000 και 2.500 μέτρων, φορτωμένες πολεμοφόδια, όπλα και τρόφιμα στο ανέβασμα, και κουβαλώντας τραυματίες στο κατέβασμα.

Για όλες αυτές τις γυναίκες ο Νικηφόρος Βρεττάκος (1911 – 1991) έγραφε:

« Κι οι μάνες τα κοφτά γκρεμνά σαν Παναγιές τ’ ανέβαιναν.
Με την ευκή στον ώμο τους κατά το γιό πηγαίναν
και τις αεροτραμπάλιζε ο άνεμος φορτωμένες
κι έλυνε τα τσεμπέρια τους κι έπαιρνε τα μαλλιά τους
κι έδερνε τα φουστάνια τους και τις σπαθοκοπούσε,
μ’ αυτές αντροπατάγανε, ψηλά, πέτρα την πέτρα
κι ανηφορίζαν στη γραμμή, όσο που μες στα σύννεφα
χάνονταν ορθομέτωπες η μιά πίσω απ’ την άλλη »¨.