Φωτοδιαδρομή : Σπήλαιο Γρεβενών – Ιερά Μονή Κοιμήσεως της Θεοτόκου 22-10-2014

Μετά και την φωτογραφική μας εξόρμιση στο φαράγγι και το γεφύρι της Πορτίτσας , μαζί με τον μικρό Παναγιώτη πήραμε τον δρόμο της επιστροφή και κάναμε μια  στάση  στο χωριό Σπήλαιο, και στην Ιερά Μονή Κοιμήσεως της Θεοτόκου.

Το Σπήλαιο Γρεβενών

Εκεί στη γειτονιά της Πίνδου, στα Βόρεια, η αμόλυντη φύση φαντάζει παντοδύναμη. Οι άνθρωποι, τα χωριά, τα μνημεία, τα τοξωτά γεφύρια μοιάζουν ξεχασμένα, υποταγμένα. Μόνο οι εποχές έχουν τη δύναμη να μεταλλάσσουν το ποικιλόμορφο τοπίο και να πιστοποιούν ότι ο χρόνος κυλά. ΄Ετσι ο επισκέπτης, έρμαιο αυτής της μαγείας, απλώς αφήνεται να τον συνεπάρει το τοπίο. Ούτως ή άλλως πάντα θα νοσταλγεί και θα ελπίζει στην επιστροφή.
  Η προσέγγιση του Παραδείσου δεν γίνεται ποτέ από ένα μόνο μονοπάτι, και το χωριό Σπήλαιο  είναι το πιο κατάλληλο μονοπάτι  26 χλμ. δυτικά από τα Γρεβενά στη βορειοδυτική Ελλάδα χτισμένο στα 1000 μέτρα υψόμετρο.

 

  Το χωριό αυτό, τόπος ιστορικός , είναι χτισμένο σε ένα «μπαλκόνι» του βουνού ΄Ορλιακας. Για τους κατοίκους του, η ζωντανή φύση είναι καθημερινότητα, ενώ για τον επισκέπτη συναρπαστική αποκάλυψη. Η ομορφιά του και η ιδιαιτερότητα του τοπίου αναγνωρίστηκε από την πολιτεία που το  χαρακτήρισε και επίσημα <<ως τόπο ιστορικό και ιδιαιτέρου φυσικού κάλλους>> (ΦΕΚ 526Β΄/8-5-1973)
 Στο χωριό θα πρέπει  όλοι να επισκεφθούν το θαυμάσιο μοναστήρι της Κοιμήσεως της Θεοτόκου που χτίστηκε το 1633.  Το μοναστήρι βρίσκεται στην είσοδο του χωριού. Ο ρυθμός του είναι βυζαντινός και οι αγιογραφίες χρονολογούνται από το 1641 εώς το 1658. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν η ξυλόγλυπτη πόρτα του, το επίσης ξυλόγλυπτο και επιχρυσωμένο τέμπλο, τα κειμήλια και οι εικόνες μεγάλης αξίας.

 

Από την Κοίμηση ο επισκέπτης πιάνει την άκρη του νήματος της μαγείας του Σπηλαίου. Περπατώντας μέσα στον κήπο που περιβάλλει την εκκλησία φθάνει στην άκρη του απότομου βράχου στο Καραούλι, όπου αποκαλύπτονται η άγρια ομορφιά και η δυναμική εναλλαγή του τοπίου που περιβάλλει το χωριό. Εκεί δίπλα βρίσκεται και το εκκλησάκι της Αγίας Παρασκευής μέσα σε ένα τοπίο καταπληκτικής ομορφιάς.

 

 Οι πλαγιές του ‘Όρλιακα και των απέναντι βουνών «γκρεμίζονται» ως την κοίτη του Βενέτικου ποταμού, ο οποίος στριμώχνεται μέσα σε επιβλητικά, στενά πέτρινα φαράγγια. ΄Οταν ο επισκέπτης αποδεσμευθεί από την ομορφιά αυτού του τοπίου που τον κρατά καθηλωμένο στην άκρη του βράχου μπορεί να πάρει τον χωματόδρομο που θα τον φέρει κοντά στο ποτάμι. Εκεί, στην είσοδο του φαραγγιού υπάρχει το δίτοξο ονομαστό γεφύρι της Πορτίτσας το οποίο κτίσθηκε το 1743. Πάνω από την έξοδο του φαραγγιού ανοίγεται ένα όμορφο όσο και απόκρημνο σπήλαιο, το Κελί της Καλογριάς, γεμάτο σταλακτίτες και σταλαγμίτες.

 

 Ξεχωριστά είναι επίσης με λιγότερη επισκεψιμότητα μεν αλλά το ίδιο εντυπωσιακά δε,  είναι το γεφύρι του Κατσογιάννη και το γεφύρι του κλέφτη.
 Το χωριό περικλείεται από κάστρο της εποχής του Ιουστινιανού το οποίο προφύλασσε τους κατοίκους του  από επιδρομές που γινόταν από διάφορους εχθρούς μέχρι και τα χρόνια της τουρκοκρατίας όπου έγινε και η ξακουστή μάχη του Ζιάκα (για την οποία θα βρείτε πληροφορίες στην ενότητα ιστορία). Το κάστρο σώζεται αυτούσιο σε πολλά σημεία.

 

 Στην κορυφή του χωριού δεσπόζει επιβλητικά η κορυφογραμμή του Σταυρού που είναι σαν να παρατηρεί στωικά τα τεκταινόμενα ανά τους αιώνες στο χωριό. Στην πάνω γειτονιά στην περιοχή Κούλια (που στα τούρκικα σημαίνει παρατηρητήριο) μπορείς να διακρίνεις ακόμη κτίσματα από την ακρόπολη του χωριού και να θαυμάσεις την υπέροχη θέα από τον εθνικό δρυμό της Βάλια Κάλντα έως τον  Όλυμπο.

 

Iερά Μονή Κοιμήσεως της Θεοτόκου Σπηλαίου 
 Τό Καθολικόν τής ημε­τέρας Μονής είναι ό συνήθης αγιορείτικος τύπος εκκλησίας εχούσης την αψίδα εις το μέσον της ανατολικής πλευράς μετά κογχών κατά το διακονικόν και την πρόθεσιν και δύο κατά τας εκατέρωθεν μακράς πλευρά χορών. Ό τύπος ούτος ίσταται  μεταξύ των  αρχιτεκτονικών μορφών των καθολικών των εν Μετεώροις Μονών της Μεταμορφώσεως και του Βαρ­λαάμ και αποτελεί διά των αρχιτεκτονικών διαφορών παραλλαγήν τίνα, ης συνέχεια η του καθολικου  της  Μονής   του Άγ. Στεφάνου  Γ.Α. ΣΩΤΗΡΙΟΥ Βυζαντινά μνημεία της Θεσπαλίας κατά τον ΙΓ’ και ΙΔ’ αί. και εν ΕΠΕΤ. ΒΥΖ. ΣΠΟΥΔΩΝ τ. Θ 38 1 κέ. είχ. 13, 16 και 19»,
Φρονώ δε ότι ο τεχνίτης του ημετέρου καθολικού έχει υποστή αρκετήν έπίδρασιν εκ των κα­θολικών των Μετεώρων, άτινα μόλις οκτάωρον εντεύθεν απέχουσιν. Εις το μέσον της ανατολι­κής πλευράς πεντάπλενρος αψίς φέρει άνω και κάτω δύο σειράς τυφλών τόξων μετά διπλών πλαισίωνκαι δίλοβον παράθυρον κατά το μέσον της κάτω σειράς των τόξωνομοίας κατασκευής είναι και αι εκατέρωθεν τρίπλευροι κόγχαι εκατέρα τούτων φέρει εις το μέσον επίσης της κατωτέρας σειράς των τυ­φλών τόξων ταπεινον .ταράθυρον. Της αυτής κατασκευής είναι και οι εκατέρωθεν χοροί. κόγχαι και χοροί εδραζόμενοι επί ημικυκλικών ελα­φρώς προεχόντων τοίχων είναι κατεσκευασμένοι δι’ ισουψών λίθων και μιας σει­ράς οπτοπλίνθων, αμφοτέρων διατεταγμένων εις παραλλήλους γραμμάς συνεχείς και μη διακο­πτόμενας διά  παρεμβολή καθέτων όπτοπλίνθων ως εν ταίς εκκλησίαις των Αθηνών Αγ. Θεοδώρων Καπνικαρέας, Νικόδημου, “Ομορφης Εκκλησιάς, Δαφνιού κ.λ.π. η δια κεραμεικών διακοσμήσεων (.πρβ.ΑΝΔΡ.- ΞΥΓΟΠΟΥΛΟΥ Εΰρετηριον των μνημείων τής Έλλάδος τεΰχ. εικ. 55, 56, 61, 73,  79. Αθήναι   1929  ΑΝ. ΟΡΛΑΝΔΟΥ  τεύχ. Γ’ είκ. 172, 293, 294. Αθήναι1933. Του αυτού Βυζαντινά μνη­μεία της Καστοριάς Αθήναι 1939. DIEIL-Manuel D’art Byzantin S 724 kέ είκ. 365. 366. Η λοιπή τοχοδομία αποτελείται εκ κοινής Αργολιθοδομίας
Αντί παραθύρων είς τας μακράς πλευράς φέρει στενά επιμήκη ανοίγματα μετά πλαισίων ευρυνόμενα εσωτερικώς ως αι τυφεκήθραι .
Η μετάβασις από των τοίχων εις την στέγην επίσης απλή. Ή κεράμωσις εγένετο διά πλα­κών εκ σχιστολίθου λόγω των ισχυρών ανέμων
Εις το μέσον της στέγης τής εκκλησίας υψούται ο πολυγωνικός μάλλον ταπεινός τρούλλος επιμελώς εχτισμένος δια τετραγώνων πλίνθοπεριβλήτων λίθων εκάστη τούτου πλευρά φέρει τυφλόν τόξον μετά διπλού άνω πλαισίου στηρι­ζόμενου εις τον κιονίσκον  εκάστης γωνίας εις δε το μέσον του τύμπανου των τυφλών τόξων στεναί θυρίδες εναλλάξ . “Ομοιος τρίφυλ­λος κατά τι ταπεινότερος υψούται όπισθεν της εγχηρσίας στέγης του νάρθηχος η λητής ομοίας κατασκευής πλην άνευ χρήσεως οπτοπλίνθων .
    Ες το μέσον τής δυτικής πλευράς σημειούται έξωθεν και άνωθεν της εισόδου αετωμάτιον, οπερ καλύπτεται υπό της στέγης της νεωτέρας προς δυσμάς προσθήκη του έξωνάρθηκος .
Διά της μεικτής τοιχοδομίας ο τεχνίτης επέ­τυχε να εξάρη τα κυρία σημεία της εκκλησίας, κόγχας και χορούς, και χαρακτήρισας τον τρούλλον ως το κυριώτατον  μέρος  εποίκιλλεν αυτόν δια πλούσιας χρήσεως οπτοπλίνθων. Ρομβοειδή τινά άνωθεν του διλόβου της αψίδας  παραθύρον σχήματα και ο κάτωθεν του αετού της ανατο­λικής πλευράς σταυρός αποτελούσι την μόνην κεραμεικήν διακόσμησιν. Η δέ χρησιμοποίησις   των   ποικίλων  εν  τω   αυτώ   κτιρίω οικοδομικών τρόπων φρονώ, ότι εκφράζει μεν την προσπάθειαν του τεχνίτου προς μίμησιν τοιχοδομίας παλαιοτέρων μνημείων, δεικνύει όμως εν ταύτω και την τάσιν της μεταβάσεως από της συνθέτου τοιχοδομίας εις την απλήν αργολιθοδομίαν, ήτις μετ’ ολίγον επικρατεί και γενικεύεται.
      Έν δε τω εσωτερικώ δύο ισχυροί τετράγωνοι πεσσοί προς ανατολάς και δύο όμοιοι προς δυσμάς μετά των τεσσάρων κιόνων, έφ’ ων στη­ρίζεται ο τρούλλος υποβαστάζουσι το όλον συγ­κρότημα τής στέγης καί παρέχουσι την μορφήν βασιλικής μετά τρούλλου και χορών . “Η   δέ   στέγη    σχηματιζόμενη    διά οριζοντίων  και εγκάρσιων καμάρων φέρει κατά τας τέσ­σαρας γωνίας ήμισφαιρικάς στέγας, ων εν τοις  συσχρονοίς καθολοκοίς τών αττικών Μονών Άσωμάτωνν Πετράκη, Καρέα, Άστερίου βλ.ΟΡΛΑΝΔΟΥ. ευρετήριο  εΐκ. 158, 208, 223) έν Κϊlisee τζαμί Κωνσταντινουπόλεως (DIEHL ε.α είκ. 194) κλπ. έν ω εν τω νεωτέρω καθολικού τής Μονής του ‘Αγ. Στεφάνου των Μετεώρων τα μεν πρός ανατολάς ημισφαίρια διανοιγέντα μετεσχηματίσθησαν εις στενούς ραδινούς τρουλλίσκους παραλείπονται δε τα κατά τας γωνία; της δυτι­κής πλευράς (πρβ. ΣΩΤΗΡΙΟΥ έ.ά. είκ. 18 καί 19). Ό δε νάρθηκας δια των δύο εκατέρωθεν αμφοτέρων των θυρών ισχυρώς προεχουσών δίκην πεσ­σών παραστάδων, εφ’ων εδράζεται ο τρούλλος, σχηματίζει εις το μέσον ευρύχωρον οιονεί διάδρομον, από της εσωτερικής θύρας προς την εκκλησίαν μετά δυο εκατέρωθεν σχεδόν τριγώνων διαμερισμάτων.
       Ό   κυρίως   ναός   χωρίζεται από της αψίδος της προθέσεως και του διακονικού δια ξυλο­γλύπτου τέμπλου λαμπράς τέχνης μετά βημοθύρων θαυμάσιας διακοσμήσεως.
       Ζωγραφική. Τό έσωτεριχόν του καθολικού είναι κατάγραφον: αι τοιχογραφίαι όμως καλυπτόμεναι υπό του ρύπου των καπνών είναι δυσδιάκριτοι. Επειδή δε το φως και εν πλήρει μεσημβρία είναι αμυδρόν, έλειπον δε και τα τεχνικά μέσα, δεν ήτο δυνατόν να ληφθώσιν απεικονίσεις. Την έλλειψιν ταύτην αναπληρούσιν αι επί των δίκην αντερεισμάτων τετραγώνων ξύλινων δοκών των μεταξύ τών κιόνων και των πεσσών χρώματι αναγεγραμμέναι επιγραφαί δηλωτικοί του τρόπου και του χρόνου της ανιστορήσεως εχουσαι ούτως «Ανιστορήθη η θεία τρούλα και οι δύο χοροί έως της κολώνες και υπάρχει ξόδος του μακαρίτου κυρ Παχωιιίου ιερομόναχου και πρώην καθηγουμένου και κτίτορος αχμ
        Έτερα:  Άνιστορήθη   τό  θείον   καί   Ιερόν θυσιαστήριον δι’ εξόδων τού Πανοσιωτάτου έν Ίερομονάχοις  [κύρ Γαλακτίον] έτος  ζρμΘ. από  Χρίστου αχμ και ετελειώθη  έν  μηνί Σεπτέμ­βριο) ΚΣΤ ».
       Τρίτη:  Διά συνδρομής και κόπων Γαλακτίου “Ιερομόναχου και Καθηγουμένου Χειρ Νικολάου Ζωγράφου και “Ιωάννου.
       Τετάρτη: «Ώ Θεοτόκε Παρθένε χαίρε κεχαριτωμένη Μαρία ό κύριος μετά Σου Ευλογη­μένη συ εν γυναιξί και ευλογημένος ο καρπός της κοιλίας σου Πάναγνε.Διά συνδρομής του Πανοσιωτάτου καθηγουμένου Χριστόφορου Ιε­ρομόναχου εκ χωρίου Κοσματέους. Ίστορήθη από τους χορούς και κάτωθεν ίσως τήν θύραν Έτελειώθη μηνί Αύγουστου ζρξςτ
          Πέμπτη: «Ανιστορήθη ο θείος και πάνσεπτος ούτος ναός της Πανυπερευλογημένης ενδό­ξου δεσπίνης ημών Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας διά συνδρομής, κόπου και εξόδου του Πονοσιωτάτου καθηγουμένου Χριστόφορου”Ιε­ρομόναχου έπ’ έτους , ΖΡΞΣΤ’ καί άπό Χριστού ΑΧΝΗ’ και έτελειώθη εν μηνί Αύγούστω Διά χειρός   καμού   του αμαρτωλού Μηχάλη Ζωγράφου   εκ   χώρας ….ας και Ηλία Ζωγράφου εκ χώρας Βουρβουτσικού
         “Εκ τών άνωτέρω επιγραφών ή πρώτη, δευ­τέρα και.τετάρτη είναι αναθηματικ τών διά τήν άνιστόρησιν  δαπανησάντων καθηγουμένων Παχωμίου. Γαλακτίου και  Χριστόφορου, Ιερο­μόναχων. Τήν δευτέραν συνεπλήρωσα διά τού κύρ_Γαλακτίου», διότι ούτος είναι ό έτερος των Ιερομόναχων μεταξύ τών κτιτόρων καί φαίνεται, ότι διεδέχθη έν τη ηγουμενεία τον Παχώμιον άλλως τε ο αυτός αναφέρεται και υπό των ίστορησάντων μέρος του Καθολικού ζωγράφων, Νικολάου και Ιωάννου. Ή δε τρίτη και η πέμπτη ανεγράφησαν υπό των ζωγράφων του δευτέρου και του τρίτου τμήματος της ανιστορήσεως. Έκ του λεκτικού όμως της πρώτης επιγραφής φαίνεται ότι εκτός των αναφερο­μένων ζωγράφων ειργάσθησαν και άλλοι ζω­γράφοι, άγνωστον πόσοι, διά την ανιστόρησιν της τρούλας και των χορών
        Κατά ταύτα τό μεν Καθολικόν άνηγέρθη τό 1633 η δε η άνιστόρησις ήρξατο τό1640 ήτοι μετά επταετίαν διά χρημάτων, όπερ κατέλιπεν « υπάρχει ξόδος » ο πρώην καθηγούμενος και κτίτωρ Παχώμιος, όστις είχεν ήδη αποθάνει. Την άνιστόρησιν εξηκολούθησε μετά εν έτος ήτοι το 1641 ο διάδοχος του Παχωμίου Γαλάκτιος διά των ζωγράφων Νικολάουκαι Ιωάννου εργασθέντων μέχρι της 25 Σεπτεμβρίου του αυτού έτους και ανιστορησάντων το θυσιαστή­ριον. Ό δέ καθηγούμενος και Ιερομόναχος Χριστόφορος εκ Κοσματέων των Γρεβενών εδαπάνησε το 1658 διά την άποπεράτωσιν της ανιστορήσεως του υπολοίπου του Καθολικού χρησιμοποιήσας τους ζωγράφους Μιχάλην και Ηλίαν, οίτινες ετελείωσαν το έργον την10 Αυγούστου 1648
          Ή δε τεχνοτροπία, ην ακολουθούσιν οι ζω­γράφοι ούτοι, εξ όσων ηδυνήθην να παρατη­ρήσω, είναι η γνωστή Μακεδονική.
     
    
                                                                                        ΝΙΚΟΛΑΟΣ  ΚΟΤΖΙΑΣ
                                                                                             ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΟΣ  
                                                                                    
ΣΠΙΛΟ,ΣΠΥΛΙΟ,ΣΠΗΛΑΙΟΝ,ΠΥΛΑΙΟΝ ΚΑΙ ΕΝ ΤΩ ΑΥΤΩ Ι ΜΟΝΗ
 ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΑ ΕΠΙΚΑΙΡΑ 1950-1951
  Ή Ί. Μονή τοΰ Πυλαίου. Αύτη ανεγερθεϊσα μεταξύ τής ΒΑ είσοδου καί τού συν­οικισμού και έπί ορθογωνίου έλαφρώς πρός  νότον αποκλίνοντος χώρου παρουσιάζει όψιν τετραγώνου περιβόλου, , ούτινος την μέν βόρεια  καί δυτική καταλαμβάνουσι  διάφορα κτίρια, έν οίς το ήγουμενείον, τά κελλία τών μοναχών, οί ξενώνες και αϊ άποθήκαι κάτω καί κατά τήν νοτιοδυτικήν γωνίαν κείται ή ημιυ­πόγειος κρύπτη τών κειμηλίων, έν τή νοτία πλευρά ύπάρχουσιν ήττονος σημασίας κτίρια, τήν δέ άνατολικήν κλείει απλούς μανδρότοιχος
    Εις τό μέσον τού περιβόλου τούτου άνηγέρθη τό καθολικόν τής Μονής.  Ή Μονή είναι Σταυρο­πηγιακή ανήκουσα ποτέ διοικητικούς είς την Άρχιεπισκοπήν Άχριδών καί καθηγιάσθη έπ’ ονόματι τής Πανυπεράγνου Δεσποίνης Θεοτό­κου καί Άειπαρθένου Μαρίας. Τον δέ χρόνον τής ανεγέρσεως και άνιστορίσεως τής Μονής γνωρίζομεν ακριβώς εκ τών έν τω καθολικω άναγεγραμμένων επιγραφών, όν αί δύο κτητορικαί, αί δέ λοιπαί πέντε ανάγονται είς τήν άνιστόρησιν. Ή μία τών κτητορικών κειμένη εις τήν εξωτερικήν πλευράν  τού νοτίου κλιτούς εχει έν μεταγραφή οΰτως «Ι.ΧΝ.Κ. Σταυροπήγιον Πατριαοχικόν άγιασθέν έπ’ονόματι τής Πανυπεραγνού  Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και άειπαρθένου Μαρίας έν τή θεοσώστω και πολύ- εβάστου έπαρχίας Γρεβενών έν τώ ιδίω θελήματι του Μακιριωτάτου Αρχιεπισκόπου Κλήμεντος Α’ Ίουσανιανής Άχριδών καϊ έκ θελήματος τού κατά τόπον αρχιερατεύοντος κυρίου κύρ Γαβριήλ εκ χωρίου Μηλιάς Μετοόβου έπί βασιλέως Σουλτάν Μουράτ ζρμα άπύ κτίσεως αχλγ άπό Χριστού. Κτίτορες Δημητρίου Ιερέως, Παχωμίου άπό Ιερομόναχου. Γαλαχτίου ιερομονά­χου Παρθενίου τών Μοναχών,   Δημητρίου Ιερέως Μαίου ΚΗ   Ή δέ   ετέρα ώς   έξής Σταυροπήγιον Πάτριαρχικόν άγιασθέν έπ’ ονό­ματι τής Ύπεραγίας Θεοτόκου Σπηλαιωτίσσης έν τώ ίδίω θελήματι παρά κυρίου κυρ Μελετίου Μακαριωτάτον Άχριδών Πατριάρχου αχλγ».Ό συνήθης τύπος τών κτιτορικών επιγραφών είναι «άνηγέρθη έκ βάθρων καί άνεκαινίσθη άνηγέρθη έκ θεμελίων, άνηγέρθη έκ βάθρων θεμέλιον και άνοικοδοιιήθη. κ.τ.τ.»,άντί τούτων άμφότεραι αί έπιγραφαί ημών άρχονται διά τοϋ «Σταυροπή-γίου άγιασθέν» και θά ήδύνατό τις νά υπό­θεση.ότι τό καθολικόν είχεν άνεγρθή παλαιότερον καί καθηγιάθη ώς Σταυροπήγιον τό 1633, άν μη εις την εξωτερικήν πλευράν τού νοτίου χώρου ήτο άναγεγραμμένον διά κεράμων τό αυτό έτος
Κατά την πρώτην έπιγραφήν τό σταυροπή­γιον καθηγιάσθη επί βασιλείας Σουλτάν Μουράτ. Ό Μουράτ δέ ούτος δέκατος έβδομος έν τη σειρά τών Σουλτάνων γνωστός ΰπό τό όνομα Μουράτ Δ’ έβασίλευαε δέκα επτά ετη 1623 – 1640 (βλ. Α. ΒΑΠΟΡΙΔΟΥ Βιογραφική Ιστορία τών Σουλτάνων τής οθωμανικής αυτο­κρατορίας  τομ. Β’ σ. 55- 65.  Κων/πολις 1885)
Αί έπιγραφαί όμως παρέχουσι πράγματα εις τά αναφερόμενα ονόματα τών αρχιερέων. Ό κατά τόπους δηλ. άρχιερατεύων Γαβριήλ κατα­γόμενος έκ χωρίου Μηλιάς Μετσόβου είναι προφανώς ό αρχιεπίσκοπος Γρεβενών.’Υπό τό όνομα όμως τούτο ό μεν ‘Αμασείας “Ανθιμος έν τω χρονολογικώ   καταλόγω   τών πάλαι ποτέ Αρχιεπισκόπων   Α’    Ίουοτινιανής     Αχριδών(Εκκλησιαστική Αληθεια   ετος Θ’  1888-89 Σ 158 κέ.  Κων/πολις)  αναγράφει  τόν Γαβριήλ ώς 54ον Άρχιεπίσχοπον  Άχριδών  1585-1594 Ό δε  Der Patrarechat von Axrida σ. 26, Leipeig 1902)  τόν αυτόν  ώς 42ον κατά σειράν τό 1551, ακολουθών τόν Golumbinski νομίζει όμως oτι είναι κατά σειράν νεώτερος. Ό Ιεράρχης  ούτος   είναι   ό  κατά   Murawieff Verhaltinis Russlands zum Osten II σ. 167, 51.  St..Petersburg 1858) μειαταβάς   τό1586 είς Ρωσσίαν δι’ έπαιτείαν, και κατά τήν έπιστροφήν   επισκεφθείς τόν   Στέφανον  Μπατόρυ,   έλαβεν ΰποσχετιχήν επιστολήν προς τόν Σίξτον τόν Ε’. “Ετερον αναφέρει   τό1593,  άλλ’ υποθέτει, ότι είναι ό αυτός τώ 42ω . “Οθεν οι υπό τοϋ   Ceizsr  1551,1586  και   1593  αναφερόμενοι είναι  εν  και  τό αυτό πρόσωπον τοΰ Γαβριήλ 42ου κατά   σειράν Αρχιεπισκόπου Άχριδών και ό αυτός  όν  ό Άμασείας   “Ανθιμος   ονομάζει 540ν.
Προσθέτω ενταύθα, ότι έν τή ημετέρα μονή συνήλθον τή προστάξει και έγκρίσει τοΰ Μακαριωτάτου Άχριδών Παρθενίου οι διά τήν πλήρωσιν τής χηρευούσης Μητροπόλεος Πελαγονίας ορισθέντες τρες Αρχιεπίσκοποι τό 1679. Τό υπόμνημα τής εκλογή;ς όπερ δημοσιεύει ό Gezler. σ. 46), έχει οϋτως: «+Τής α “Ιου·σχινιιινής Άχριδών καί πάσης Βουλγαρίας Παρ­θένιου  + Τής άγιωτάτη; Μητροπόλεως Πελα-γονίας άνευ προσιάτου έναπομεινάσης διά τε τοΰ έν αύτή προεδρεύοντος πρώην Άχριδών κυρίου Γρηγορίου οικειοθελώς παραιτησαμένου, ήμεΐς ουν οι έν τή αγιότατη αρχιεπισκοπή ταύτη Άχρίδος καί πάσης Βουλγαρία; διατελούντες αρχιερείς συνελθόντες καί τή προστάξει καί τη έγκρίσει τού μακαριωτάτου ήμών δεσποτου_κυ­ρίου   κυρίου   Παρθενίου  ένδον   τοΰ ναοΰ   τής Ύπεραγίας θεοτόκου είσελθοντες τής λεγομένης Σπηλαίου έν;Γρεβενά καϊ ψήφους κανονικάς ποιήσαντες, τό τις άρα είναι ο άξιος εις τό προστατεϋειν και ποιμένειν τά έκείσε λογιχά πρό­βατα τοΰ κ ή. Ί. Χριστού, πρώτον μέν έθέμέθα τον θεοφιλέστατον έπίσκοπον Διβρών κύριον Μητροφάνην, έπειτα τόν πανιερώτατον Σισανίου κύριον Λεόντιον καϊ τρίτον έξελέξαμεν τόν όσιώτατον εν Ιερομόναχοις κύριον Γερμανόν, έξ ών ο πρώτος τών άλλων ευρέθη βέλτιστος καϊ άξιος τοΰ ποιμένειν τήν άνωθεν δια. ληφθείσαν άγίαν Μητρόπολιν.”Οθεν και διά το ασφαλές έγράφη τό παρόν υπόμνημα και κατεστρώθη έν τώ παρόντι θείω κώδηκι τής άγιοτάτης εκκλησίας Άχρίδος εις μνήμην άίδιον τών μεταγενεστέρων. Έν έτει σωτηρίω αχοθ, μηνός μεταγενεστέρων. Έν έ’τει σωτηρίψ αχοθ, μηνός
+ ό ποώην “Αχριδών Γρηγόριος
Καστοριάς        Διονύσιος
                                                                                   
ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΚΟΤΖΙΑΣ
ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΟΣ
ΣΠΙΛΟ,ΣΠΥΛΙΟ,ΣΠΗΛΑΙΟΝ,ΠΥΛΑΙΟΝ ΚΑΙ ΕΝ ΤΩ ΑΥΤΩ ΜΟΝΗ
ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΑ ΕΠΙΚΑΙΡΑ 1950-1951
Για την Ιστορία του Σπηλαίου Γρεβενών και της Ιερά Μονή Κοιμήσεως της Θεοτόκου μπορείτε να επισκεφτείτε την ιστοσελίδα του Χωρίου   κάνοντας κλικ εδώ