ΤΟ ΠΑΣΧΑ ΣΤΟΝ ΠΟΝΤΟ

Πάσχα Ποντίων, Πάσχα!

Κεντρικό σημείο αναφοράς των ημερών της Σαρακοστής τόσο στον Πόντο αλλά και σε ολόκληρο τον ορθόδοξο κόσμο η μεγάλη νηστεία της Σαρακοστής. Στον Πόντο η σαρακοστή αποτελεί την αυστηρότερη των νηστειών μιας και χωρίς παρεκκλίσεις νηστεύουν μέχρι και οι λεχώνες, οι άρρωστοι, οι γέροι και τα παιδιά. Το βράδυ πριν την ημέρα της καθαρής Δευτέρας, τα παιδιά φιλούν το χέρι των γονιών και των παππούδων τους, τα αδέλφια φιλιούνται μεταξύ τους και όλη η οικογένεια μπαίνει ενωμένη και αγαπημένη στην ψυχική και σωματική καθαρτήριο οδό της Σαρακοστής. Το πρωί της καθαράς Δευτέρας δίδεται η κοινωνία και κατά τις 3 πρώτες ημέρες η αποχή από την τροφή είναι ολοκληρωτική. Αν και ο κόσμος συνεχίζει να συνευρίσκεται στα καφενεία και στα σπίτια καθ όλη τη Σαρακοστή, εν τούτοις κανείς δε χορεύει. Το πένθος στον πόντο ξεκινά νωρίς και είναι πένθος ψυχής....

Σάββατο του Λαζάρου στον Πόντο και οι νοικοκυρές σηκώθηκαν πρωί πρωί να ζυμώσουν και να ψήσουν τα "κερκέλια". Την επαύριο, Κυριακή των Βαίων θα έρθουν τα παιδιά να ψάλλουν και πρέπει τα κουλούρια να ναι έτοιμα για να τα γευτούν..
Τα κερκέλια τα φτιάχνουν από νερό, αλεύρι και προζύμι γιατί σύμφωνα με την λαϊκή παράδοση αυτή την ημέρα, ο φτωχός Λάζαρος, ζητιάνεψε αλεύρι που αναμιγνύοντάς το με νερό, το έκανε κερκέλ και το μοίρασε στα φτωχά παιδιά που πεινούσαν. Μια άλλη εκδοχή λέει ότι με το που αναστήθηκε ο Λάζαρος το πρώτο πράγμα που του δώσανε να φάει ήταν κερκέλ να στυλωθεί.

Κυριακή των Βαΐων στην Μαύρη θάλασσα και τα μαυροθαλασσόπουλα έχουν σηκωθεί νωρίς νωρίς να ετοιμαστούν και να βγουν σο βάεμαν Μετά τη λειτουργία, μαζεύονται σε ομάδες, γυρίζουν πόρτα πόρτα όλο το χωριό και λένε τα κάλαντα. Απ άκρη σ άκρη σ ολόκληρο τον Πόντο παιδικές φωνούλες γεμίζουν τον αέρα:

Στην περιοχή της Ματσούκας τα παιδιά τραγουδούν::

Βάια βάια το βαϊ,
τρώμε οψάρα και χαμψίν
και τ' απάν την Κερεκήν
τρώμε βούτορον, τυρίν

Ενώ στα Κοτύωρα :

Βάι-βάι των Βαγιών
σέν' κερκέλ' κι εμέν ωβόν.

Στο καλαθάκι με τα βάγια που κρατούν, οι νοικοκυρές τους βάζουν αυγά, σακιαρλαμάδες , παράδες ή σπανιότερα και κανένα μαντίλι. Τα κερκέλ που λαμβάνουν άλλα τα περνάν σε σχοινί και τα βάζουν σαν περιδέραιο στο λαιμό τους και άλλα τα έχουν σαν ουρές περασμένα σε σχοινί που δένουν στη μέση τους με τη μια άκρη του ελεύθερη. Τα πιο πολλά τα περνούν σε ξύλο:

Ο Αλκιβιάδης Ευθυμιάδης θυμάται τα παιδικά του χρόνια και διηγείται στον εγγονό του:

«Στο χωριο μου υπηρχε ενα δεντρακι που εβγαζε βλασταρια και στα ποντιακα λεγοταν "τσουρανεα".
Ουτε στη Ρωσια το συναντησα,αλλα ουτε και στημιση Ελλαδα που γυρισα το βρηκα.Αυτο εβγαζε μικρες κοκκινες ρωγες.
Οταν ωριμαζε, μαζευαμε τους καρπους, τους δεναμε και τους βαζαμε σε πυθαρια και τους καναμε τουρσι. Βγαζαμε και τρωγαμε, ενω το ζουμι το χρησιμοποιουσαμε σαν ξυδι.
Αυτο το ξυλο το κοβαμε εμεις τα παιδια, το τρυπουσαμε 10 ποντους απο επανω και βαζαμε βεργες. Με αυτο γυριζαμε στο χωριο και μας εδιναν κουλουρακια.»

Στις κουζίνες τώρα οι νοικοκυρές την ημέρα αυτήν ετοιμάζουν τα τσίγκουρα, καλαμπόκια που τα βράζουν σπυρί-σπυρί, για να τα δώσουν μαζί με όλα τα άλλα αντιγύρισμα στα κάλαντα των παιδιών και στη συνέχεια ετοιμάζουν το φαγητό της ημέρας: χαψία!

Τα χαψία είναι ψάρια που βρίθουν στα νερά της Μαύρης θάλασσας, τα επονομαζόμενα καλκάνια. Στην Ελλάδα οι πρόσφυγες χρησιμοποιούν το κοντινότερο στα καλκάνια είδος ψαριού, τη σαρδέλα ή το γαύρο για να φτιάχνουν τις συνταγές που θέλουν χαψία.

Μεγάλη Πέμπτη πρωί και οι Πόντιοι ξεκινούν νηστικοί για την εκκλησία να πάρουν την μεταλαβιά. Οι νοικυρές δεν χασομερούν λεπτό στο δρόμο της επιστροφής: σήμερα έχουν πολλά να κάνουν, ξεκινώντας από το γενικό αποδράνισμα, δηλαδή το καθάρισμα όλων των μπακιριών του σπιτιού, ώστε την ανάσταση να ναι όλα καθαρά και αστραφτερά.

Μετά το αποδράνισμα σειρά έχει το βάψιμο των αυγών.

Στον Πόντο,πολλές νοικοκυρές βάφουν τα αυγά με κιτρινόξυλο, κι έτσι αποκτούν κίτρινο η πορτοκαλί χρώμα. Βάφουν μερικά και με μελάνι μωβ. Αυτά τα κρατούν να τα πάνε στα νεκροταφεία την Κυριακή του Θωμά.

Τα αυγά που βάφουν θα τα πάνε στην εκκλησιά μέσα σε άσπρες πετσέτες με αλάτι και πιπέρι ή σε καλάθια και θα τα πάρουν μετά την ανάσταση. Κάθε καλάθι περιέχει τόσα αυγά όσα και τα μέλη της οικογένειας συν δυο παραπάνω: της Παναγίας και του σπιτιού. Μέσα στο καλαθάκι βάζουν ακόμα μικρές πάνινες σακκουλίτσες με σιτάρι, καλαμπόκι, φασόλια, κολοκυθόσπορο, αλεύρι, προζύμι και αλάτι για να διαβαστούν. Τους σπόρους τους διαβασμένους θα τους αναμείξουν με τους σπόρους για τη σπορά για το καλό και το αλεύρι θα το ρίξουν στο αμπάρι για ευλογία. Για να μην μπερδευτούν τα καλάθια των οικογενειών του χωριού, πάνω σε κάθε καλάθι ράβεται ένα πανί που πάνω του είναι γραμμένο το όνομα της οικογένειας. Τα καλάθια θα μπουν κάτω από την Αγία Τράπεζα και ο παππάς θα ευχιαζ τα ωβα . Το διαβασμένο αυγό θα είναι η πρώτη μπουκιά μετά την ανάσταση. Της παναγίας και του σπιτιού θα τα κρατήσουν μέχρι την επόμενη λαμπρή φυλαγμένα στο εικονοστάσι εκτός και κάνει μεγάλη φουρτούνα η θάλασσα οπότε και θα τα ρίξουν σε αυτήν για να την ημερέψουν.

Μαζί με τα αυγά σήμερα ψήνουν και τα τσουρέκια τους και όλο το χωριό μοσχοβολά. Κάνουν και παραπάνω τσουρέκια από όσα χρειάζονται γιατί ο κόσμος τους είναι γεμάτος από φτωχούς γείτονες και συγγενείς.

«Βλέπεις εκείνον τον γυμνόν, τον παραπονεμένον,
όπου φορεί πουκάμισο στο αίμα βουτηγμένο,
όπου φορεί στην κεφαλή ακάνθινο στεφάνι,
εκείνος είν' ο γιόκας σου και 'με ο διδάσκαλός μου.»

Ξημερώνει Μεγάλη Παρασκευή...

Στα μέρη όπου οι κωδωνοκρουσίες επιτρέπονται οι καμπάνες σημαίνουν πένθιμα όλη την ημέρα.

Όλα τα μαγαζιά είναι κλειστά.

Τα κορίτσια έχουν πάει ήδη από το πρωί στην εκκλησία και στολίζουν τον επιτάφιο σιγοψιθυρίζοντας το μοιρολόι της παναγίας.

Στα σπίτια η νηστεία κορυφώνεται..στο τραπέζι δεν βάζουν ούτε λάδι. Οι νοικοκυραίοι ετοιμάζονται για να προσκυνήσουν τον αποκαθηλωμένο Χριστό. Πλένουν το κεφάλι τους πριν ξεκινήσουν για την εκκλησία, για να μην πονάει όλο το χρόνο. Όλοι , ανεξαιρέτως ηλικίας και κοινωνικής θέσης περνούν κάτω από τον επιτάφιο σταυρωτά τρεις φορές. Το βράδυ γίνονται ομάδες γυναικών και αντρών που ψάλλουν ενώ ο επιτάφιος γυρίζει στο χωριό. Μπροστά από τα σπίτια που περνάει οι νοικοκυρές βγάζουν μια εικόνα και την αναμμένη καντήλα τους και τον χαιρετούν.

 

Το σκοτάδι πέφτει και άντρες και γυναίκες ετοιμάζονται για την αγρυπνία. Μάνες με άρρωστα τα μικρά τους γονατίζουν μπροστά στην εικόνα της μεγάλης Μητέρας και μοιρολογούν τον πόνο της, ικετεύοντας την ευσπλαχνία της:

Δέντρον, δέντρον ξεφάντωτον,
δέντρον ξεφαντωμένον,
σην κόρφαν κάθεται ο Χριστόν,
σην ρίζα η Παναϊα,
σ' άκρας κάθουν οι άγγελοι,
σα φύλλα οι προφητάδες
κι έψαλλ'ναν κι επροφήτευαν
και του Χριστού τα πάθη.
Ψάλλ' ο Μωυσής, ψάλλ' ο Δαβίδ,
ψάλλ'νε κι οι προφητάδες,
ψάλλε κι εσύ Ιάκωβε
και αδελφέ Κυρίου,
ψάλλε κι εσύ Παράδεις
μετά των αρχαγγέλων.
Σήμερον μαύρος ουρανός,
σήμερον μαύρ' ημέρα,
σήμερον όλοι θλίβονται
και τα βουνά λυπούνται,
σήμερον έβαλαν βουλήν
οι άνμοι Εβραίοι,
οι άνομοι και τα σκυλα
οι τρισκαταραμμένοι
για να σταυρώσουν τον Χριστόν
τον πάντων βασιλέα.
Ο Κύριος ηθέλησε
να μπει σε περιβόλι
να λάβει δείπνον μυστικόν
για να τον λάβουν όλοι.
Κι η Παναγία η Δέσποινα
καθόταν μοναχή της,
την προσευχή της έκανε
για το μονογενή της.
Φωνή εξήλθ' εξ ουρανού
κι απ' αρχαγγέλου στόμα,

σώνουν, κυρά μου, οι προσευχές,
σώνουν και οι μετάνοιες
και τον υιόν σου πιάσανε
και σου χαλκιά τον πάνε.
Καρφιά, χαλκιάντ', φκιάσατε δυο,
καρφιά, φκιάσατε πέντε,
βάλτε τα δυο σα χέρα του
και τ' άλλα δυο σα πόδα,
το πέμπτο το φαρμακερό
βάλτε το σην καρδάν του.
Ένας υιός μονογενής
κι ατός έν' καρφωμένος,
ένας υιός μονογενής
κι ατός έν' σταυρωμένος.


Σαν τ' άκουσε η Παναγιά
λιγοθυμά και ρούζει,
σταμνί νερό της ρίξανε,
τρία κανάτα μόσκον,
αλείφ'ν ατέν ροδόσταγμαν,
΄κι έρται ο λογισμός ατ'ς...

Μεγάλο Σάββατο απόβραδο. Όλα στο σπίτι είναι σιωπηλά..Οι νοικοκύρηδες έχουν γευματίσει ελαφρά και έχουν πέσει νωρίς για ύπνο με την ψυχή τους καθαρή: έχουν φροντίσει όλη τη μεγάλη βδομάδα να αποφύγουν τις προστριβές και τους καυγάδες μη και κολατίουνται. Τα καλά ρούχα της οικογένειας, καθαρά και φροντισμένα κρέμονται στους τοίχους έτοιμα να φορεθούν. Το σπίτι πεντακάθαρο με τα μπακίρια του να γυαλίζουν στο χλωμό φως του φεγγαριού.

Ο ζαγκότσον ξεκινά να χτυπά πόρτα πόρτα και ξυπνά τους νοικοκύρηδες να ετοιμασθούν για την ανάσταση. Στη Σάντα όπου δεν υπάρχει απαγόρευση της κρούσης των καμπάνων η νύχτα γεμίζει με το κάλεσμα τους.

Οι άντρες φορούν τα ποτίνα και το σαάκ παλτόν, με τον κατιφεδέναν γιαχάν. Οι γυναίκες τα ζουπούνας, τη σαλβάρα, τα μεταξωτά φοτάδας, το λαχόρ', τα λουστρίνα κουντούρας και από πάνω τη κοντογούνα για να μην κρυώνουν. Στο κεφάλι βάζουν την τάπλαν με τα φλουρία. Πάνω σο καμίσ για να στολίσουν τη φορεσία τους φορούν μια χρυσή αλυσίδα με την ώραν και όλοι μαζί ξεκινούν για την εκκλησία.

Ορθου βαθέως και η ανασταση είναι πλέον γεγονός.

Το Χριστός Ανέστη του ο παπά συνοδεύεται από τον ήχο από τα πιστόφα , τα ρεβόλα και τ' άλλα όπλα που βροντούν, για να διαλαλήσουν το ότι αναστήθηκε ο Χριστός.

Η αναστάσιμη λειτουργία συνεχίζεται μέχρι το πρωί και κανείς βέβαια δεν φεύγει. Τα παιδιά στο προαύλιο τσουγκρίζουν τ' αυγά και αυτό το τσούγκρισμα θα διαρκέσει και τις τρεις ημέρες του Πάσχα. Την πρώτη μέρα τσουγκρίζουν με το μυτίν, τη δεύτερη με τον κώλον και την Τρίτη με την κοιλίαν τ ωβού).

Με το πέρας της μετάληψης και της θείας λειτουργίας επιστρέφουν στο σπίτι . Η νύχτα γεμίζει τρεμάμενα φώτα και χαρούμενες ευχές. Με το φως της λαμπάδας ανάβουν την καντήλα του σπιτιού και οι οικοδεσπότες μαζί με συγγενείς ή φίλους, κάθονται στο αναστάσιμο τραπέζι που είναι γεμάτο με μη νηστίσιμα πλέον φαγώσιμα.

Κυριακή του Πάσχα. Πάσχα Κυρίου Πάσχα, και με το πέρας της πρωινής λειτουργίας ξεκινά το μεγάλο τραπέζι που θα διαρκέσει μέχρι το μεσημέρι.

ο παππούς Αλκιβιάδης θυμάται:

«Δεν ειχαμε σουβλες και αρνια οπως τωρα,φτωχεια ειχαμε, Μονο αν κανενας ειχε κοτα μεγαλη, την εκοβε το Πασχα, ή αν ειχε καποιος προβατο, κατσικι ή μεγαλο ζωο, το μαγειρευε και φιλευε συγγενεις και γειτονες.
Ελιες δεν ειχαμε στα μερη μας και φερναμε με τους τενεκεδες απο την Τραπεζουντα, οπως και το λαδι.
Την 1η μερα του Πασχα παιρναμε κοκκινα αβγα και βγαιναμε στα σπιτια για αβγομαχιες.Ειχαμε πολλες κοτες τοτε.

Αυτό όμως που ξέχασε να μας πει ο παππούς Αλκιβιάδης είναι ότι ανήμερα του Πάσχα φραγκόκοτα να κλωσάει αυγό δεν υπάρχει σε ολόκληρο τον Πόντο. Ποιος πήρε τα αυγά, ποιος τα ψησε στην χόβολη, ποιος τα γέμισε πίσσα κανείς δεν ξέρει και ο ξομολόγος δε μολογάει!

Οι τρεις μέρες της Λαμπρής στον Πόντο λέγονται λαμπροήμερα . Σ' όλα τα σπίτια το τραπέζι είναι στρωμένο με πασχαλινά φαγώσιμα και ιδιαίτερα με κόκκινα αυγά και λαμπροκουλούρες.

Πρώτη μέρα του Πάσχα και τα καφενεία είναι όλα κλειστά. οι ξενιτάντ' ή όσοι κάτοικοι χωριών είναι εγκατεστημένοι σε πόλεις έχουν ήδη επιστρέψει για να περάσουν την ημέρα της Λαμπρής στο χωριό με τους συγγενείς τους. Ο κόσμος είναι έξω από τα σπίτια του και τσουγκρίζει αυγά. Οι Πόντιοι περηφανεύονται πως μπορούν να ξεχωρίσουν τα γερά αυγά κότας από τον ήχο που κάνουν αυτά όταν τα χτυπούν στα δόντια τους. Ο καθένας διαλέγει το καλύτερο αυγό και με αυτό παίρνει μέρος στα αυγοτσουγκρίσματα. Ο νικητής παίρνει ως έπαθλο το..σπασμένο αυγό. Δίκαιο αν θυμηθούμε όλα αυτά περί φραγκόκοτας και πίσσας... Οι μεγάλοι σε ομάδες 3-4 ατόμων γυρνούν από σπίτι σε σπίτι μαζί με μια λύρα, χορεύουν, τσουγκρίζουν αυγά και κερνιούνται ούζο.

12.00 το μεσημέρι, δεύτερη ανάσταση και πάλι ο κόσμος πηγαίνει στην εκκλησία. Στις περιοχές που κρατούν το έθιμο του Ιούδα καίνε το ομοίωμα του αμέσως μετά τη δεύτερη ανάσταση.

Έπειτα όλο το χωριό μαζεύεται στην κεντρική πλατεία ή μπροστά στο σχολείο και χορεύει μέχρι το απόγευμα που εθιμοτυπικά θα ξεκινήσουν οι επισκέψεις.. Οι νοικοκυρές θα προσφέρουν ρακί και μεζέ και οι ρεβεράντζες θα κρατήσουν μέχρι αργά το βράδυ.

Δεύτερη και Τρίτη ημέρα του Πάσχα και το γλέντι καλά κρατεί. Στα χωριά, μετά τα οικογενειακά τραπέζια της πρώτης ημέρας, τη δεύτερη ημέρα στήνονται χοροί και γλέντια στα αλώνια ή σε ανοιχτούς χώρους κι εκεί με τη συνοδεία της λύρας χορεύουν και τραγουδούν το ομάλ', τη Τρυγώνας, το λαγκευτόν.

Σαββίδου Λένα, για τη ραδιοφωνική εκπομπή της Ανέβζηγου Αροθυμίας.

Πηγή:halassa-karadeniz.mylivepage.com