ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΑ ΕΘΙΜΑ

"Χριστός γεννάται δοξάσατε. Χριστός εξ ουρανών' απαντήσατε. Χριστός επί γης' υψώθητε. Άσατε τω Κυρίω πάσα ή γη, και εν ευφροσύνη, ανυμνήσατε λαοί' ότι δεδόξασται".

 
 
Για τους Ορθοδόξους, "η γιορτή των Χριστουγέννων δεν έχει μόνο έντονο θεοκεντρικό χαρακτήρα άλλα και βαθύτατη και ουσιαστική ανθρωπολογική σημασία. Το γεγονός της γέννησης του Ιησού και της σάρκωσης του Λόγου δίνει μια εντελώς νέα διάσταση στην κατανόηση του ανθρώπου και της ιστορίας του.
  Με το γεγονός της Βηθλεέμ δεν έχουμε ουσιαστικά ύψωση του Θεού αλλά ύψωση και θέωση του ανθρώπου. Ο Θεός γίνεται άνθρωπος για να γίνουμε εμείς 'θεοί' κατά χάρη.
  Ο Θεός στη φάτνη φανερώνεται και γίνεται ως 'ένας απο εμάς'.  
Καλή  πορεία  λοιπόν,  καλή  πορεία  για την  Βηθλεέμ  και  σαν  φτάσουμε  εκεί  μην  τύχει  και  φύγουμε  βιαστικά, να  μείνουμε...ν' αφουγκραστούμε! Ισως, ενδέχεται ακούγοντας   κι΄εμείς αυτό  το  χαρμόσυνο  μήνυμα να  γίνει  για  μας βίωμα...συνάντηση  Ζωής  με  το  Θείο  βρέφος.
  Τότε η  ψυχή  θα  καταλάβει, τότε  η  ψυχή  θ΄αντιληφθεί,  τότε  η  ψυχή  θα  ζήσει  ένα  βουβό  έντονο  διάλογο ευχαριστήριας αγάπης,  πλάσματος  με  Πλάστη.







Χριστουγεννιάτικα έθιμα απ' όλη την Ελλάδα

Πόσο "ελληνικό" είναι το χριστουγεννιάτικο δέντρο ;

Πότε, πώς και γιατί χρησιμοποιήθηκε το χριστουγεννιάτικο δέντρο σαν σύμβολο;
Σύμφωνα με μερικούς ερευνητές, οι χριστουγεννιάτικες γενικά δοξασίες και παραδόσεις, αποτελούν ένα μίγμα από κατάλοιπα της λατρείας του Σατούρνο (μιας θεότητας που ταυτίζεται με τον Κρόνο) κι άλλων δοξασιών που αναμίχθηκαν με τις χριστιανικές, για να ξεχαστεί στο πέρασμα των αιώνων η αρχική τους προέλευση. Τον 4ο αιώνα μ.Χ. η 25η Δεκεμβρίου καθιερώθηκε ως η μέρα της Γέννησης του Χριστού και ταυτόχρονα σαν η πρώτη μέρα του χρόνου.
Ωστόσο υπάρχουν μαρτυρίες ότι τα Χριστούγεννα γιορτάζονταν στη Ρώμη στις 25 Δεκεμβρίου από το 336. Κι η ίδια αυτή μέρα ήταν κι η Πρωτοχρονιά.
Το δέντρο, σαν χριστουγεννιάτικο σύμβολο, χρησιμοποιήθηκε μετά τον 8ο αιώνα.
Εκείνος που καθιέρωσε το έλατο σαν χριστουγεννιάτικο δέντρο ήταν, σύμφωνα με την παράδοση, ο ΄Αγιος Βονιφάτιος, που για να σβήσει την ιερότητα που απέδιδαν οι ειδωλολάτρες στη δρυ, έβαλε στη θέση του το έλατο, σαν σύμβολο χριστιανικό και ειδικότερα σαν σύμβολο των Χριστουγέννων. Φυσικά, στο πέρασμα των αιώνων, το νόημα του χριστουγεννιάτικου δέντρου πήρε αναρίθμητες μορφές.
Κι αρχικά, για να συμβολίσει την ευτυχία που κρύβει για τον άνθρωπο η γέννηση του Χριστού, άρχισε να γεμίζει το δέντρο-σύμβολο με διάφορα χρήσιμα είδη, κυρίως φαγώσιμα κι αργότερα ρούχα κι άλλα είδη καθημερινής χρήσης, συμβολίζοντας έτσι πρακτικά την προσφορά των Θείων Δώρων, για να εξελιχτεί προοδευτικά σ' ένα απαραίτητο διακοσμητικό είδος της μέρας αυτής, που αργότερα πήρε και τη θέση της "Δωροθήκης"- του χώρου δηλαδή που σ'αυτόν τοποθετούσαν οι συγγενείς και φίλοι τα δώρα τους ο ένας για τον άλλο. Για την Αγγλία ο Τσαρλς Ντίκενς, ο συγγραφέας εκείνης της εποχής, φρόντισε να ξαναπάρουν τα Χριστούγεννα την παλιά χαρούμενη γιορταστική μορφή τους, όσο κανένας άλλος. Κι αν σήμερα σ'ολόκληρο τον κόσμο το χριστουγεννιάτικο δέντρο θυμίζει αυτή τη μέρα, αυτό σίγουρα οφείλεται στον Ντίκενς, που σε διάφορα έργα του και πιο πολύ ακόμα στις χριστουγεννιάτικες ιστορίες του, και το πασίγνωστο Κρίστμας Κάρολ, το προβάλλει σαν βασικό χριστουγεννιάτικο σύμβολο. Στην πατρίδα μας, το χριστουγεννιάτικο δέντρο το έφεραν για πρώτη φορά στην Αθήνα οι Βαυαροί.
(το άρθρο αυτό είναι αναδημοσίευση από την ηλεκτρονική βιβλιοθήκη του Ελληνοαερικανικού Εκπαιδευτικού ιδρύματος) Το στόλισμα του χριστουγεννιάτικου δέντρου είναι η ουσία των Χριστουγέννων.
Το έθιμο αυτό έχει ξενική προέλευση και όπως λέγεται το εισήγαγαν οι Βαυαροί.
Για πρώτη φορά στολίστηκε δέντρο στα ανάκτορα του 'Οθωνα το 1833 και μετά στην Αθήνα. Από το Β' παγκόσμιο πόλεμο και μετά το δέντρο με τις πολύχρωμες μπάλες μπήκε σε όλα τα ελληνικά σπίτια.
Πρόδρομος του χριστουγεννιάτικου δέντρου είναι το χριστόξυλο ή δωδεκαμερίτης ή σκαρκάνζαλος ένα χοντρό ξύλο δηλαδή από αχλαδιά ή αγριοκερασιά.
Τα αγκαθωτά δέντρα, κατά τη λαϊκή αντίληψη, απομακρύνουν τα δαιμονικά όντα, όπως τους καλικάντζαρους. Οι πρόγονοί μας τοποθετούσαν το χριστόξυλο στο τζάκι του σπιτιού την παραμονή των Χριστουγέννων.
Η στάχτη των ξύλων προφύλασσε το σπίτι και τα χωράφια από κάθε κακό. Το χριστόξυλο αντικαταστάθηκε από το χριστουγεννιάτικο δέντρο, το οποίο από τη Γερμανία εξαπλώθηκε και ρίζωσε και στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες, για να ταξιδέψει στη συνέχεια στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού.
Ωστόσο, κάποιοι υποστηρίζουν ότι η προέλευσή του δεν είναι γερμανική.
Ο καθηγητής Χριστιανικής Αρχαιολογίας Κώστας Καλογύρης υποστηρίζει ότι το έθιμο του δέντρου έχει ανατολίτικη προέλευση.
Την άποψη του στηρίζει σε ένα συριακό κείμενο που υπάρχει σε χειρόγραφο στο Βρετανικό Μουσείο. Το κείμενο αναφέρεται σε έναν ναό που έχτισε το 1512 ο Αναστάσιος ο 'Α στα βόρεια της Συρίας και στον οποίο υπήρχαν δύο μεγάλα ορειχάλκινα δέντρα.
Σύμφωνα με μια άλλη παράδοση, το στόλισμα του δέντρου καθιερώθηκε από τον Μαρτίνο Λούθηρο, ο οποίος, περπατώντας τη νύχτα στα δάση και βλέποντας τα χειμωνιάτικα αστέρια να λάμπουν μέσα στα κλαδιά, συνέλαβε την ιδέα της τοποθέτησης ενός φωτεινού δέντρου στο σπίτι του, που θα απεικόνιζε τον έναστρο ουρανό απ' όπου ο Χριστός ήρθε στον κόσμο. Ομως σε μερικά μέρη όπως στη Λέσβο το χριστουγεννιάτικο δέντρο δεν είναι από έλατο αλλά από κλαδί ελιάς το οποίο το στολίζουν με χρυσωμένα πορτοκάλια, καρύδια και διάφορα παιχνίδια. Πολλές φορές αντί για κλαδί ελιάς στολίζουν ξύλινα καραβάκια.

Στην πόλη της Χίου την παραμονή της Πρωτοχρονιάς υπάρχει ένα έθιμο, τα αγιοβασιλιάτικα καραβάκια. Σύμφωνα με αυτό, όποιες ενορίες επιθυμούν, κατασκευάζουν (βάσει μακέτας) πλοία, -πολεμικά ή εμπορικά- σε σμύκρινση. Αυτά συναγωνίζονται μεταξύ τους ως προς την ποιότητα κατασκευής και ως προς την ομοιότητα με τα πραγματικά πλοία, ενώ οι ομαδες, το πλήρωμα, του κάθε πλοίου τραγουδούν κάλαντα. Για να έρθουμε τώρα στις μέρες μας στο δίκτυο υπάρχουν διευθύνσεις για χριστουγεννιάτικα δέντρα.Εξάλλου το πλέον απαραίτητο αξεσουάρ των Χριστουγέννων είναι το ωραίο ελατάκι, αληθινό ή ψεύτικο, που φροντίζουμε να το στολίζουμε.
Στην Αμερική, τη χώρα του υπερκαταναλωτισμού υπάρχουν φάρμες που μεγαλώνουν έλατα ειδικά γι' αυτή τη γιορτή.

National Christmas Tree Associationhttp:www.christree.org
Η διεύθυνση οδηγεί στον τόπο Εθνικού Οργανισμού Χριστουγεννιάτικου Δέντρου της Αμερικής, που ασχολείται με την παραγωγή και την πώληση των δέντρων και σχετικές βιομηχανίες και υπηρεσίες.
Εδώ λοιπόν μπορούμε να μάθουμε τα πάντα για το απαραίτητο αξεσουάρ του εορταστικού στολισμού.
Ποιοι τύποι έλατου υπάρχουν στις ΗΠΑ, πώς μπορούν τα έλατα να φανούν χρήσιμα στο περιβάλλον και μετά την έλευση των εορτών (πραγματικά πολύ ενδιαφέρον), οδηγίες περιποίησης του χριστουγεννιάτικου δέντρου, διευθύνσεις με φάρμες δέντρων σε όλες τις πολιτείες της Αμερικής, πλήρεις οδηγίες κατεύθυνσης και πλήρης οδηγός του τι μπορεί κανείς εκεί να κάνει και να αγοράσει

 Το χριστουγεννιάτικο ψωμί  -  ΕΘΙΜΟ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ

 Το φτιάχνουν οι γυναίκες με ιδιαίτερη φροντίδα και υπομονή.
Το ζύμωμα είναι μια ιεροτελεστία .
Χρησιμοποιούν ακριβά υλικά , ψιλοκοσκινισμένο αλεύρι , ροδόνερο , μέλι , σουσάμι , κανέλα και γαρίφαλα, λέγοντας: "Ο Χριστός γεννιέται , το φως ανεβαίνει, το προζύμι για να γένει."
Πλάθουν το ζυμάρι και παίρνουν τη μισή ζύμη και φτιάχνουν μια κουλούρα. Με την υπόλοιπη φτιάχνουν σταυρό με λουρίδες απ΄ τη ζύμη. Στο κέντρο βάζουν ένα άσπαστο καρύδι. Στην υπόλοιπη επιφάνεια σχεδιάζουν σχήματα με το μαχαίρι ή με το πιρούνι, όπως λουλούδια , φύλλα, καρπούς, πουλάκια.
Για το χριστουγεννιάτικο τραπέζι, το Χριστόψωμο είναι ευλογημένο ψωμί.
Το κόβουν ανήμερα τα Χριστούγεννα, δίνοντας πολλές ευχές. Απαραίτητος επάνω, χαραγμένος ο σταυρός.
Γύρω - γύρω διάφορα, διακοσμητικά σκαλιστά στο ζυμάρι ή πρόσθετα στολίδια. Αυτά τόνιζαν το σκοπό του χριστόψωμου και εξέφραζαν τις διάφορες πεποιθήσεις των πιστών.
Την ημέρα του Χριστού, ο νοικοκύρης έπαιρνε το χριστόψωμο, το σταύρωνε, το έκοβε και το μοίραζε σ' όλη την οικογένειά του και σε όσους παρευρίσκονταν στο χριστουγεννιάτικο τραπέζι. Μερικοί, εδώ βλέπουν ένα συμβολισμό της Θείας κοινωνίας.
'Οπως ο Χριστός έδωσε τον άρτον της ζωής σε όλη την ανθρώπινη οικογένειά του. Γύρω από το χριστόψωμο υπάρχουν και άλλες παραδόσεις. Αναφέρονται στην ενότητα της Εκκλησίας και των λαών, με συμβολικό πρότυπο την ένωση των κόκκων του σίτου σ΄ ένα ψωμί. Οι λαοί κάποτε θα ενωθούν μ' ένα ποιμένα το Χριστό. Από τις προετοιμασίες της παραμονής των Χριστουγέννων πιο χαρακτηριστική είναι εκείνη που αναφέρεται στο ζύμωμα του χριστόψωμου.
Κατά τόπους φτιάχνεται σε διάφορες μορφές και έχει διαφορετικές ονομασίες όπως: "το ψωμό του Χριστού", "Σταυροί", "βλάχες" κ.ά."
Τα χριστόψωμα, αποτελούν το βασικό ψωμί των Χριστουγέννων και το ευλογημένο, αφού αυτό θα στηρίξει τη ζωή του νοικοκύρη και της οικογένειάς του.
Εκτός από το χριστουγεννιάτικο δέντρο, οι νοικοκυρές φροντίζουν και για το ζύμωμα των χριστόψωμων. Το έθιμο αυτό διατηρείται σε ελάχιστα μέρη της Ελλάδας κυρίως στην Κρήτη. Η συνήθεια αυτή είναι πολύ βαθεία ριζωμένη.
Το ζύμωμα του χριστόψωμου θεωρείται έργο θείο και είναι έθιμο καθαρά Χριστιανικό. Οι γυναίκες φτιάχνουν τη ζύμη με ιδιαίτερη ευλάβεια και υπομονή.

Σε πολλά μέρη τα χριστόψωμα, τα έφτιαχναν κεντημένα με ωραία σχήματα που γίνονταν πάνω στο ζυμάρι με διάφορα ποτήρια, μικρά ή μεγάλα ή κούπες από βελανίδια που συμβόλιζαν την αφθονία που ήθελαν να έχουν στην παραγωγή των ζώων και της σοδειάς του σπιτιού τους. Μερικοί συνήθιζαν στη μέση του χριστόψωμου να βάζουν ένα άβαφο αυγό που συμβόλιζε τη γονιμότητα.

Το Χριστόξυλο    -   ΕΘΙΜΟ ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ

 

Στα χωριά της βόρειας Ελλάδας , από τις παραμονές των εορτών ο νοικοκύρης ψάχνει στα χωράφια και διαλέγει το πιο όμορφο, το πιο γερό , το πιο χοντρό ξύλο από πεύκο ή ελιά και το πάει σπίτι του.

Αυτό ονομάζεται Χριστόξυλο και είναι το ξύλο που θα καίει για όλο το δωδεκαήμερο των εορτών (από τα Χριστούγεννα μέχρι και τα Φώτα) στο τζάκι του σπιτιού.
Πριν ο νοικοκύρης φέρει το Χριστόξυλο, κάθε νοικοκυρά φροντίζει να έχει καθαρίσει το σπίτι και με ιδιαίτερη προσοχή το τζάκι , ώστε να μη μείνει ούτε ίχνος από την παλιά στάχτη. Καθαρίζουν ακόμη και την καπνοδόχο , για να μή βρίσκουν πατήματα να κατέβουν οι καλικάντζαροι, τα κακά δαιμόνια, όπως λένε στα παραδοσιακά χριστουγεννιάτικα παραμύθια. Έτσι το βράδυ της παραμονής των Χριστουγέννων , όταν όλη η οικογένεια θα είναι μαζεμένη γύρω από το τζάκι , ο νοικοκύρης του σπιτιού ανάβει την καινούρια φωτιά και μπαίνει στην πυροστιά το Χριστόξυλο.
Ο λαός λέει ότι καθώς καίγεται το Χριστόξυλο , ζεσταίνεται ο Χριστός , εκεί στην κρύα σπηλιά της Βηθλεέμ .
Σε κάθε σπιτικό , οι νοικοκυραίοι προσπαθούν το Χριστόξυλο να καίει μέχρι τα Φώτα.

Το πάντρεμα της φωτιάς

Την παραμονή των Χριστουγέννων σε πολλά μέρη της Ελλάδας "παντρεύουν", τη φωτιά. Παίρνουν δηλαδή ένα ξύλο με θηλυκό όνομα π.χ. κερασιά και ένα με αρσενικό όνομα, συνήθως από αγκαθωτά έργα.
Τα αγκαθωτά δέντρα, κατά τη λαϊκή αντίληψη, απομακρύνουν τα δαιμονικά όντα, όπως τους καλικάντζαρους.
Στη Θεσσαλία, τα κορίτσια έβαζαν δίπλα στο αναμμένο τζάκι κλωνάρια κέδρου, ενώ τα αγόρια τοποθετούσαν κλαδιά αγριοκερασιάς.
Τα λυγερά αυτά κλωνάρια αντιπροσώπευαν προσωπικές τους επιθυμίες και μια καλότυχη γενικά ζωή. 'Οποιο κλωνάρι καιγόταν πρώτο σήμαινε ότι ήταν καλό σημάδι για το κορίτσι ή το αγόρι, καθώς και ποιο θα παντρευόταν πρώτο ανάλογα αν ήταν κέδρος ή αγριοκερασιά. Στα χωριά της βόρειας Ελλάδας, από τις παραμονές των εορτών ο νοικοκύρης ψάχνει στα χωράφια και διαλέγει το πιο όμορφο, το πιο γερό, το πιο χοντρό ξύλο από πεύκο ή ελιά και το πάει σπίτι του.
Η στάχτη των ξύλων αυτών προφύλασσε το σπίτι και τα χωράφια από κάθε κακό.
Το βράδυ της παραμονής των Χριστουγέννων, όταν όλη η οικογένεια θα είναι μαζεμένη γύρω από το τζάκι, ο νοικοκύρης του σπιτιού ανάβει την καινούρια φωτιά και λέει: "Παντρεύω σε φωτιά για το καλό του νοικοκυριού".
Σε κάθε σπιτικό, προσπαθούν να διατηρήσουν τη φωτιά αυτή να καίει μέχρι τα Φώτα.
Η νοικοκυρά του σπιτιού έχει φροντίσει να έχει καθαρίσει το σπίτι και με ιδιαίτερη προσοχή το τζάκι, ώστε να μη μείνει ούτε ίχνος από την παλιά στάχτη. Καθαρίζουν ακόμη και την καπνοδόχο, για να μη βρίσκουν πατήματα να κατέβουν οι καλικάντζαροι, τα κακά δαιμόνια, όπως λένε στα παραδοσιακά χριστουγεννιάτικα παραμύθια.
Ο λαός λέει ότι καθώς καίγονται τα ξύλα αυτά, ζεσταίνεται ο Χριστός, εκεί στην κρύα σπηλιά της Βηθλεέμ.

Κλωνάρια στο τζάκι

Στη Θεσσαλία, επιστρέφοντας από την εκκλησία στο σπίτι, τα κορίτσια έβαζαν παραδίπλα στο αναμμένο τζάκι κλωνάρια κέδρου που τα ξεδιάλεγαν, ενώ τα αγόρια τοποθετούσαν κλαδιά από αγριοκερασιά.
Τόσο τα κορίτσια όσο και τα αγόρια φρόντιζαν τα κλωνάρια αυτά να είναι λυγερά, αφού αντιπροσώπευαν προσωπικές τους επιθυμίες για την πραγματοποίηση μιας όμορφης ζωής. Παρακολουθούσαν με ενδιαφέρον ποιο κλωνάρι θα καιγόταν πρώτο και τότε έλεγαν πως αυτό ήταν καλό σημάδι για το κορίτσι ή το αγόρι, και συγκεκριμένα πως θα παντρευόταν πρώτο.

Οι μωμόγεροι

Η λαϊκή φαντασία οργιάζει στην κυριολεξία σχετικά με τους Καλικάντζαρους, που βρίσκουν την ευκαιρία να αλωνίσουν τον κόσμο από τα Χριστούγεννα μέχρι τα Φώτα, τότε δηλαδή που τα νερά είναι "αβάφτιστα".
Η όψη τους τρομακτική, οι σκανδαλιές τους απερίγραπτες και ο μεγάλος φόβος τους η φωτιά. Στις περιοχές της Μακεδονίας, Θράκης και Θεσσαλίας εμφανίζεται το έθιμο των μεταμφιέσεων, που φαίνεται πως έχει σχέση με τους καλικάντζαρους.
Οι μεταμφιεσμένοι, που λέγονται Μωμόγεροι, Ρογκάτσια ή Ρογκατσάρια, φοράνε τομάρια ζώων (λύκων, τράγων κ.λ.π.) ή ντύνονται με στολές ανθρώπων οπλισμένων με σπαθιά. Γυρίζουν στο χωριό τους ή στα γειτονικά χωριά, τραγουδούν και μαζεύουν δώρα.
Οταν συναντηθούν δυο παρέες κάνουν ψευτοπόλεμο μεταξύ τους, ώσπου η μία ομάδα να νικήσει και η άλλη να δηλώσει υποταγή.

Οι καλικάτζαροι

Ο μυλωνάς και τα καλικαντζαράκια
Το Δωδεκαήμερο βαστάει από τις 25 Δεκεμβρίου τα Χριστούγεννα, έως τις 5 Ιανουαρίου τα Μισόφωτα (Παραμονή των Φώτων).
Λένε ότι το Δωδεκαήμερο κάθε νύχτα κυκλοφορούν οι Καλικάτζαροι στους δρόμους και στα σπιτικά. Μα τι είναι αυτοί; Είναι αερικά, λέγανε οι γιαγιάδες πιο παλιά. Ο λαός μας τους βλέπει σαν κάτι μαυριδερά, ψηλά και ξερακιανά όντα που χορεύουνε και σαλταπηδούνε. Όλο το χρόνο βρίσκονται κάτω από τη Γη, στον κάτω κόσμο και ζηλεύουνε τον απάνω κόσμο.

Η ροδιά των Χριστουγέννων

Γι' αυτό, άλλοι με πριόνια και τσεκούρια κι άλλοι με μπαλτάδες, βάζουν όλη τους τη δύναμη, να κόψουν τους στύλους, που πάνω σ' αυτούς στηρίζεται η Γη, για να την κάνουνε να βουλιάξει. Όταν φθάνει το βράδυ της παραμονής των Χριστουγέννων, από φόβο μη βουλιάξει η Γη και τους πλακώσει, φεύγουν ευθύς, κι ανεβαίνουν πάνω στη Γη για να τυρρανέψουν τον κόσμο.
Έτσι οι Καλικάτζαροι γυρίζουν στους δρόμους, ανεβαίνουν στα κεραμίδια και καμιά φορά, όπως λένε, μπαίνουν από το τζάκι σε κανένα σπίτι που δεν είχαν θυμιάσει οι νοικοκυραίοι του. Γι' αυτό, για καλό και για κακό, εκείνες τις μέρες φροντίζουνε και φράζουνε τις τρύπες των τζακιών με πανιά. Ακόμα καίνε λιβάνι σε θυμιατό και το τοποθετούν στο τζάκι, γιατί οι Καλικάτζαροι δεν αντέχουν αυτή τη μυρωδιά..
Διηγιότανε μια γυναίκα πως αφού ετοίμασε τα γλυκά της - βασιλόπιτες, κουραμπιέδες, μελομακάρονα - είδε από το παράθυρο πως ξημέρωσε. Όμως είχε ξεγελαστεί από το φεγγάρι, γιατί λένε "του Γενάρη το φεγγάρι παρά λίγο να 'ναι μέρα".
Έτρεξε και ξύπνησε τα παιδιά της για να τα στείλει με τα γλυκά στο φούρνο. Τα παιδιά σηκώθηκαν. Όμως η αυγή αργούσε να 'ρθει και ξαφνικά σ' έν τρίστρατο ακούσαν φωνές και γέλια. Σε μια στιγμή γέμισε ο δρόμος Καλικάτζαρους. Άρπαξαν τα παιδιά τους πετάξανε ότι κρατούσανε και αρχίσανε ένα διαβολικό χορό τραγουδώντας:
- Ω!... στραβά ταψιά, με τα ψεύτικα ψωμιά, άλλα με τα άσχημα, πηδάτε, μπρε μπαγάσικα.
Την ώρα που λάλησε ο πρώτος πετεινός, εξαντλημένοι οι Καλικάτζαροι αφήσανε τα ταψιά στα κεραμίδια ενός σπιτιού, κι αρχίσανε να τρέχουνε με στριγγλιές και γέλια, βγάζοντας έξω τις γλώσσες τους "που 'ναι κόκκινες σαν φλογίτσες φωτιάς" και κουνούσανε τις ουρές τους σαν το "φυσερό" εδώ και εκεί. Σαν ξημέρωσε και βγήκαν τα τρία παιδιά μισολιπόθυμα, χωρίς να έχουν δυνάμεις να σηκωθούν. Τα κουνήσανε, τα ραντίσανε αγιασμό και όταν συνήλθανε, διηγήθηκαν τι τους είχαν κάνει οι Καλικάτζαροι.
Αυτά διηγιότανε και όλοι φοβότανε να βγουν αξημέρωτα από τα σπίτια τους όλο το Δωδεκάμερο.

Πολλοί από σας θα 'χετε ακούσει το παραμύθι για 'κείνα τα μικρούτσικα πλάσματα, τα μαύρα σαν κατράμι, που τις μέρες του Δωδεκαήμερου κάνουν λογιώ λογιώ τρέλες.
Μα ποια είναι αυτά τα πλάσματα που αναγκάζουν όσους βρουν έξω από τα σπίτια τους να χορέψουν μαζί του, εμποδίζουν τα ζώα να περπατήσουν, λερώνουν τα τρόφιμα των νοικοκύρηδων, κλέβουν γλυκά;
Ποια είναι; Κι από που ξεφύτρωσαν; Ναι! Ναι! ξεφύτρωσαν... Γιατί βγήκαν από τα βάθη της γης...
Είναι τα καλικαντζαράκια...
Έναν ολόκληρο χρόνο παλεύουν να κόψουν το δέντρο που στηρίζει τη γη. Ενώ όμως κοντεύουν να τελειώσουν το κόψιμο του δέντρου, φτάνουν τα Χριστούγεννα... Τότε αφήνουν κάτω τα πριόνια και τα τσεκούρια κι αποφασίζουν ν' ανέβουν στη γη να γλεντήσουν λιγάκι, πειράζοντας τους ανθρώπους...
Βράδυ, 24 Δεκεμβρίου, και να τους...
Λένε πως η αρχή των μύθων που είναι σχετικοί με τους καλικάντζαρους βρίσκεται στα πολύ παλιά χρόνια.
Οι Αρχαίοι πίστευαν πως οι ψυχές σαν έβρισκαν την πόρτα του 'Aδη ανοιχτή, ανέβαιναν στον απάνω κόσμο και τριγύριζαν παντού χωρίς έλεγχο και περιορισμούς.
Πολύ αργότερα οι Βυζαντινοί, γιόρταζαν το Δωδεκαήμερο με μουσικές, τραγούδια και μασκαρέματα. Οι άνθρωποι, έχοντας κρυμμένα τα πρόσωπά τους, έκαναν με πολύ θάρρος και χωρίς ντροπή ό,τι ήθελαν. Πείραζαν τους ανθρώπους στους δρόμους, έμπαιναν απρόσκλητοι σε ξένα σπίτια κι αναστάτωναν τους νοικοκύρηδες: ζητούσαν λουκάνικα και γλυκά για να γλιτώσουν απ' αυτούς έκλειναν πόρτες και παράθυρα. Οι μασκαρεμένοι όμως έβρισκαν πάντα κάποιους τρόπους να εισβάλλουν στα ξένα σπίτια, ακόμα κι από τις καμινάδες. Κι όλα αυτά για δώδεκα μέρες, ως την παραμονή των Φώτων, οπότε με το Μεγάλο Αγιασμό όλα σταματούσαν κι οι άνθρωποι ησύχαζαν.
Με το πέρασμα του χρόνου όλα αυτά τα παράξενα φερσίματα, τα μασκαρέματα και οι φόβοι των ανθρώπων έμειναν ζωντανά στη μνήμη του λαού μας κι η πλούσια φαντασία του γέννησε σιγά σιγά τα μικρά, αλαφροίσκιωτα πλάσματα που τα ονόμασε καλικάντζαρους ή παγανά ή καλιοντζήδες ή τσιλικρωτά...
Οι άνθρωποι φαντάζονταν τους καλικάντζαρους αλλού σαν σκυλιά, αλλού σαν γάτες, αλλού σαν ανθρώπους μαλλιαρούς, αλλού σαν στραβοπόδαρους ή στραβομούτσουνους με καμπούρες, όλους, βέβαια, μαύρους σαν κατράμι και με ουρά όμοια με τους διαβόλου

Οι καλικάντζαροι     -    ΑΠΟ ΤΗ ΛΑΪΚΗ ΜΑΣ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΓΙΑ ΤΙΣ ΑΓΙΕΣ ΜΕΡΕΣ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ

Το Δωδεκαήμερο βαστάει από τις 25 Δεκεμβρίου , ημέρα των Χριστουγέννων, μέχρι τις 5 Ιανουαρίου , παραμονή των Φώτων.
Λέγανε οι γιαγιάδες τα παλιά χρόνια στα εγγονάκια τους για να κάθονταν ήσυχα ότι κάθε νύχτα του Δωδεκαήμερου στους δρόμους του χωριού και στα χαλάσματα κυκλοφορούσαν οι Καλικάντζαροι. Μα τι ήταν αυτοί οι καλικάντζαροι;
Όπως λοιπόν έλεγαν οι παλιές γιαγιάδες , ήταν αερικά , ξωτικά. Τους φαντάζονταν σαν κάτι μαυριδερά , ψηλά και κοκαλιάρικα κακάσχημα όντα, κάτι μεταξύ ζώου και ανθρώπου και που συνέχεια , όλη την ώρα, χοροπηδούσαν γκρινιάζοντας, φωνάζοντας και τραγουδώντας. Όλο το χρόνο βρίσκονταν κάτω από τη γη, στον κάτω κόσμο και ζήλευαν τον απάνω κόσμο. Γι΄ αυτό λοιπόν ,άλλοι με πριόνια , άλλοι με τσεκούρια κι άλλοι με μπαλντάδες έβαζαν όλη τη δύναμή τους να κόψουν τους στύλους, που πάνω σε αυτή στηριζόταν η γη και να την κάνουνε να βουλιάξει.
Όταν έφτανε το βράδυ της παραμονής των Χριστουγέννων , από φόβο μη βουλιάξει η γη και τους πλακώσει , έφευγαν κι ανέβαιναν στον απάνω κόσμο , στη γη , για να τυραννήσουν τους ανθρώπους που θα έβρισκαν μπροστά τους.
Έτσι λοιπόν οι καλικάντζαροι το Δωδεκαήμερο γύριζαν στους δρόμους , ανέβαιναν στα κεραμίδια και καμιά φορά , όπως λέγανε, έμπαιναν από την καμινάδα του τζακιού σε σπίτια που δεν τα είχαν θυμιατίσει οι νοικοκυραίοι τους.
Γι΄ αυτό , για καλό και για κακό , εκείνες τις ημέρες φροντίζανε να φράζουν τις τρύπες των τζακιών με πανιά. Ακόμα καίγανε λιβάνι σε θυμιατό κοντά στο τζάκι , γιατί οι καλικάντζαροι δεν άντεχαν αυτή τη μυρωδιά.
Λέγανε κάποιοι ,παλιά , πως μια γυναίκα αφού ετοίμασε τα γλυκά της , βασιλόπιτες, κουραμπιέδες, μελομακάρονα, είδε από το παράθυρο πως ξημέρωσε.
Όμως είχε ξεγελαστεί από το φεγγάρι, γιατί όπως λένε: "του Γενάρη το φεγγάρι παρά λίγο νά ΄ναι μέρα". Έτρεξε λοιπόν αυτή η γυναίκα και ξύπνησε τα παιδιά της για να τα στείλει με τα γλυκά για ψήσιμο στο φούρνο.
Τα παιδιά σηκώθηκαν πρόθυμα , πήρε το καθένα από ένα ταψί και ξεκίνησαν για το φούρνο. Όμως η αυγή αργούσε να έρθει και ξαφνικά μέσα από τα κοντινά στενά ακούστηκαν αγριοφωνάρες και δυνατά γέλια.
Σε ελάχιστο χρόνο ο δρόμος γέμισε με καλικαντζαράκια. Άρπαξαν τα παιδιά , τους πετάξανε ό, τι κρατούσανε και άρχισαν έναν τρελό χορό χτυπώντας τα ταψιά και φώναζαν:
"-Ω!... στραβά ταψιά , με τα ψεύτικα ψωμιά , άλλα με τα άσχημα, πηδάτε βρε μπαγάσικα ..." Την ώρα που λάλησε ο πρώτος πετεινός , εξαντλημένα τα καλικαντζαράκια αφήσανε τα ταψιά στα κεραμίδια ενός σπιτιού κι αρχίσανε να φεύγουν τρέχοντας με στριγγλιές και γέλια, βγάζοντας έξω τις γλώσσες τους που ήταν κατακόκκινες σαν τις γλώσσες της φωτιάς και κουνούσαν τις ουρές τους εδώ κι εκεί...
Όταν ξημέρωσε και βγήκαν οι άνθρωποι να πάνε στις δουλειές τους, βρήκαν στο δρόμο τα τρία παιδιά μισολιπόθυμα , χωρίς να έχουνε δυνάμεις για να σηκωθούν.
Τα κουνήσανε, τα ραντίσανε με αγιασμό και όταν συνήλθαν, διηγήθηκαν τι τους είχαν κάνει τα καλικαντζαράκια. Αυτά λέγανε οι παλιοί για τους καλικάντζαρους κι όλοι φοβόντουσαν να βγουν έξω από τα σπίτια τους πριν ξημερώσει, όλο το Δωδεκαήμερο. Εσείς όμως , σήμερα , δεν πιστεύω να φοβηθήκατε , γιατί όλα αυτά είναι ωραία παραμυθάκια του παλιού καιρού! (κείμενα από το βιβλίο της δασκάλας Αγγελικής Μαστρομιχαλάκη "Χριστούγεννα-Πρωτοχρονιά-Θεοφάνεια" Καλικάντζαροι Tα παγανά, τα γνωστά σε όλους μας καλικαντζαράκια, οι παραδόσεις και οι θρύλοι τα θέλουν να παίζουν σπουδαίο ρόλο και να επηρεάζουν σημαντικά τις συνήθειες και τα έθιμα αυτών των ημερών. Από τα Χριστούγεννα και μέχρι τα Θεοφάνια οι πιστοί στην Ηπειρο έβαζαν άλλοτε στο τζάκι δώδεκα αδράχτια για να τα βλέπουν οι καλικάντζαροι να μη κατεβαίνουν από την καπνοδόχο. Στα Γρεβενά ανάβουν ένα μεγάλο κούτσουρο, στη γωνιά από την παραμονή των Χριστουγέννων και η φωτιά καίει συνέχεια μέχρι τα Φώτα για να προστατεύει την οικογένεια από τους καλικάνταρους. Ενώ, οι πιστοί στις παραδόσεις από την Κρήτη από την παραμονή των Χριστουγέννων μέχρι τα Φώτα, που φεύγουν οι καλικάντζαροι, δεν τρώνε ελιές, φασόλια και σύκα για να μην βγάλουν καλόγηρους. Στην Κρήτη, λένε ότι εκεί κάτω στα έγκατα της γης τα καλικαντζαράκια κρατούν ένα τεράστιο πριόνι κι αγωνίζονται να κόψουν τον τεράστιο ξύλινο στύλο που κρατά στη θέση της τη γη. Θέλουν να τον κόψουν, για να δουν τη γη να γκρεμίζεται και τους ανθρώπους να υποφέρουν.
Ο στύλος όμως είναι πολύ χοντρός και γι αυτό χρειάζεται μεγάλη και πολύχρονη προσπάθεια για να τον κόψουν. Σίγουρα κάποια μέρα θα τα καταφέρουν, αν δεν είχαν τη συνήθεια να ανεβαίνουν πάνω στη γη κάθε χρόνο την παραμονή των Χριστουγέννων, για να πειράξουν τους ανθρώπους. Η παραμονή τους στη γη διαρκεί δώδεκα μέρες . Αφήνουν λοιπόν μισοκομμένο το στύλο που στηρίζει τη γη και θα συνεχίσουν αυτή την προσπάθεια, όταν ξαναγυρίσουν στα τάρταρα. Την παραμονή των Χριστουγέννων ξεκινούν τα καλλικαντζαράκια για το μεγάλο ταξίδι τους πάνω στη γη. Είναι χιλιάδες και ξετρυπώνουν στην επιφάνειά της από τις μυριάδες τρύπες που βρίσκονται πάνω στο στερεό φλοιό της. Βγαίνουν μέσα από τα φαράγγια και τα πηγάδια, από τις σπηλιές και τις καταβόθρες, τις καταπαχτές και τα πιο μικρά από τις μυρμηγκιές και διάφορες άλλες μικροσκοπικές τρύπες της γης! Φοβούνται πολύ το φως και γι' αυτό τη μέρα κρύβονται. Βγαίνουν όμως από τους κρυψώνες τους τη νύχτα και πειράζουν τους ανθρώπους. Μικρά και ευκίνητα, καθώς είναι, μπαίνουν στα σπίτια απ' όπου βρουν. Από τις καμινάδες, τις κλειδαρότρυπες, τις χαραμάδες των πορτών και των παραθυριών, τους ανηφοράδες των σπιτιών.
Τους αρέσει να πλατσουρίζουν μέσα στα δοχεία που έχουν οι νοικοκυρές το λάδι, στα τηγάνια, στα τσουκάλια, στα πιάτα, στους λύχνους που παλαιότερα χρησιμοποιούσαν για το φωτισμό στα χωριά. Λερώνουν τα φαγητά με τα ακάθαρτα νύχια τους και αφήνουν τις ακαθαρσίες τους όπου βρουν. Τίποτε βέβαια δεν κλέβουν, αλλά αναστατώνουν τόσο πολύ το σπίτι που το κάνουν αγνώριστο. Η ονομασία τους προέρχεται από το επίθετο "καλός" και από το "κάνθαρος". Ο λαϊκός άνθρωπος φανταζόταν τους καλικάντζαρους τριχωτούς με μορφή τράγου που σύχναζαν στα τρίστρατα.
Τους εξευμένιζαν καίγοντας αλάτι ή κρεμώντας πίσω από την πόρτα κατωσάγονο ή πανωσάγονο χοίρου.
Οι καλικάντζαροι εξαφανίζονταν τα Φώτα με τον αγιασμό των νερών.

Το τάισμα της βρύσης

Οι κοπέλες, τα χαράματα των Χριστουγέννων (αλλού την παραμονή της Πρωτοχρονιάς), πηγαίνουν στην πιο κοντινή βρύση "για να κλέψουν το άκραντο νερό". Το λένε άκραντο, δηλαδή αμίλητο, γιατί δε βγάζουν λέξη σ' όλη τη διαδρομή. Όταν φτάνουν εκεί, την "ταΐζουν", με διάφορες λιχουδιές: βούτυρο, ψωμί, τυρί... Και λένε:   "Όπως τρέχει το νερό σ' βρυσούλα μ', έτσ' να τρέχ' και το βιο μ'".
Έπειτα ρίχνουν στη στάμνα ένα βατόφυλλο και τρία χαλίκια, "κλέβουν νερό" και γυρίζουν στα σπίτια τους πάλι αμίλητες μέχρι να πιούνε όλοι από τ' άκραντο νερό. Με το ίδιο νερό ραντίζουν και τις τέσσερις γωνίες του σπιτιού, ενώ σκορπούν στο σπίτι και τα τρία χαλίκια.

Η γαλοπούλα

Κύριο πιάτο την ήμερα των Χριστουγέννων είναι η γαλοπούλα.
Την πρωτοχρονιά η συνήθεια ήταν να φτιάχνουν κότα ή"κούρκο" (γαλοπούλα) γεμιστό με κάστανα, καρύδια, σταφίδες, κιμά, κρεμμύδιπιπέρι και μαϊντανό, όλα καβουρδισμέναΤο έθιμο της Γαλοπούλας έφτασε στην Ευρώπη από το Μεξικό το 1824 μ.Χ.
Ωστόσο, σε αρκετές περιοχές της χώρας μας διατηρείται το έθιμο της κοτόσουπας, ιδιαίτερα στη Θεσσαλία και στην Κρήτη Παλαιότερα η κοτόσουπα αποτελούσε το κυρίως πιάτο που έτρωγαν οι Έλληνες όταν επέστρεφαν από την εκκλησία.
Ενα άλλο συνηθισμένο πιάτο είναι το ψητό χοιρινό κρέας (το ψήσιμο γινόταν στη χόβολη του τζακιού).
Υπήρχε όμως και η εποχή που τη μέρα αυτή έτρωγαν χοιρινό με πρασοσέλινο ή όποιο άλλο κρέας με πιλάφι.

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΑ ΚΑΛΑΝΤΑ ΘΡΑΚΗΣ

Ά Κόολιαντα- κόολιαντα  κόοολιαντα –ντα

Έτσι τραγουδούσαν, τα μεσάνυχτα προς την Παραμονή των Χριστουγέννων, τα τρανά παιδιά, μόνο αγόρια, από τα δώδεκα έως και τα δεκαπέντε τους χρόνια “οι Κολιαντράδες”, όπως λέγονταν. Ξεχύνονταν σε όλο το χωριό, παρέες -παρέες για να αναγγείλουν πρώτοι αυτοί, τη γέννηση του Χριστού. Ήταν ντυμένοι καλά, γιατί συνήθως, τις μέρες αυτές δεν έλειπαν το κρύο και τα χιόνια, όπως λέει και το γνωστό σε όλους τραγούδι “χιόνια στο καμπαναριό, που Χριστούγεννα σημαίνει, χιόνια στο καμπαναριό, ξύπνησε όλο το χωριό”. Κάθε παιδί κρατούσε το καλοφτιαγμένο από κρανιά δεκανίκι του, που μόνο του μαστόρεψε και φιλοτέχνησε, γι' αυτή εδώ την τόσο μαγική και ξεχωριστή για τα παιδιά της ηλικίας του, νύχτα. Αυτό το δεκανίκι, που συμβόλιζε “τη ράβδο” των βοσκών, τους βοηθούσε στο να στηρίζονται, να αμύνονται στις άγριες και επικίνδυνες επιθέσεις των σκυλιών αλλά και για να χτυπούν με σημασία την πόρτα του νοικοκύρη εκείνου, που παρά τα μεγαλόφωνα χωρατάδια τους και τα κολιαντίσματά τους, έκανε ότι τάχα δεν τους άκουγε. Κάποιο από την παρέα των 3-5 παιδιών κρατούσε φαναράκι ή φακό τα τελευταία μεταπολεμικά χρόνια. Το φως του βοηθούσε για να βλέ­πουν που πατούν και να μαζεύουν τα καρύδια, που μαζί με τα “σπορίδια”, σκορπούσε στην αυλή της η νοικοκυρά του σπιτιού φωνάζοντας τα “πουλ'- πουλ'- πουλ'”, ακριβώς έτσι, όπως έκανε καθημερινά για το τάισμα των πουλερικών της. Εκείνα τα χρόνια τα πουλερικά αφθονούσαν στα σπίτια, για την καλύτερη διατροφή της οικογένειας.

Σχετικά με τα πάρα πάνω δρώμενα ο Κώστας Καραπατάκης γράφει:“Στην Αγιά- Σωτήρα του Βοΐου, οι νοικοκυρές βάζανε τα “βλιάγματα'” σ' ένα κόσκινο και σηκώνοντας το ψηλά τα 'ριχναν κάτω και από κει τα μάζευαν τα παιδιά σπρώχνοντας το ένα το άλλο, φωνάζοντας: “Να γέν' αρνιά! Να γέν' κατσίκια! Να γέν' κλωσσαριές2!” Όλα αυτά γίνονταν όπως φαίνεται, για να πάει καλά η σοδειά όλο το χρόνο και ν' αποκτήσει το σπίτι, πουλερικά, βαμπάκια, σιτηρά και όλα τα αγαθά του θεού. Οι κολιαντράδες γύριζαν από σπίτι σε σπίτι σχεδόν τρέχοντας, χωρίς να μιλούν μεταξύ τους στο δρόμο, για να προλάβουν να πάνε σε περισσότερα σπίτια, πριν από τα άλλα παιδιά. Αυτό το φρόντιζαν ιδιαίτερα γιατί ήξεραν ότι το έθιμο ήταν το κάθε σπίτι να ρίξει μια φορά τα σπορίδια που έβαζε η νοικοκυρά στο κόσκινο. Τα καρύδια που μάζευαν τα έβαζαν στον τρουβά3, που είχαν κρεμα­σμένο στον ώμο τους. Την ώρα που τα μάζευαν, παρά τη βιασύνη τους, πρόσεχαν αν είναι πολλά και γερά. Αλίμονο στη νοικοκυρά που θα τολμούσε να τους ξεγελάσει με λίγα ή κούφια καρύδια. Εξαγριώνονταν τότε οι Κολιαντράδες και άρχιζαν να απειλούν και να φωνάζουν λέγοντας μεταξύ άλλων:

“τουν άντρα σου τουν γ-κιρατά
δεσ' τουν άπου τ' αμάξι
κι παρακαλά του Θιό
να στράψει να τουν γ-κάψει”

 Έφθαναν δε στο σημείο ν' αρπάξουν την “τρουχλιά4” ή την πόρτα της αυλής, που την ξήλωναν από τη θέση της για να τα μεταφέρουν σε άλλο σπίτι ή στην πλατεία του χωριού. Σκοπός τους ήταν να διαπομπεύσουν το νοικοκύρη για την πονηριά του και την τσιγκουνιά του. Αυτό το πετύχαιναν γιατί ο νοικοκύρης, που το πάθαινε, ντροπιασμέ­νος έψαχνε το πρωί για την πόρτα ή το κάρο του. Είχε γίνει πια έθιμο στο χωριό. Όπως μας πληροφορεί ο καθηγητής Φαίδων Κουκούλες αυτό το συνήθιζαν και οι βυζαντινοί Καλαντιστές. Σαν τέλειωναν όλα τα σπίτια του χωριού και γέμιζαν τους τρουβάδες τους με καρύδια, συγκομιδή που τους δικαίωνε για το ξενύχτι και τον κόπο τους, επέστρεφαν στα σπίτια τους ευχαριστημένοι και χαρούμενοι και πήγαιναν για ύπνο μέχρι τα ξημερώματα οπότε θα ακούγονταν κάλαντα από τα μικρότερα παιδιά του χωριού. Το γραφικό και απλό αυτό έθιμο που περιγράψαμε με συντομία, έχει ευετηριακό, ευγονικό, αλλά και ανακοινωτικό χαρακτήρα.

 Οι Κολιαντράδες αυτής της βάρδιας, με τα νυκτερινά κόλιαντα ή κόλιαντρά τους, συμμετέχουν βέβαια με πάθος στο δρώμενο αυτό, χωρίς να λογαριάζουν τον κόπο και το ξενύχτι τους, αλλά σαν κύριο στόχο τους έχουν να ανακοινώνουν κάτι πολύ πιο σοβαρό και σημαντικό. Με την πράξη τους αυτή γίνονται οι πρώτοι αγγελιοφόροι της γέννησης του θείου βρέφους. Γι' αυτό και τολμώ να τους παραλληλίσω με τους αγραυλούντες ποιμένες της ουράνιας εκείνης βραδιάς, που αξιώθηκαν να ακούσουν το σωτήριο και θείο μήνυμα από αγγελικά στόματα, που προστακτικά σχεδόν τους έλεγαν “πηγαίνετε... και ευρήσετε βρέφος5...” Εκείνοι, έτρεξαν και είδαν, το θείο βρέφος, άκουσαν καθαρά και με κατάπληξη τα πρώτα εκείνα κάλαντα των αγγέλων που λέγανε “Δόξα εν υψίστοις θεώ και επί γης ειρήνη εν6....” Και τα ανήγγειλαν σε όλους τους ανθρώπους, αψηφώντας τον κίν­δυνο που διέτρεχαν από τους καραδοκούντες Ιουδαίους και τον τρομε­ρό και αδίστακτο βασιλιά τους, Ηρώδη. Έτσι οι Κολιαντράδες, σαν γνήσιοι συνεχιστές της παράδοσης, των ηθών και των εθίμων, συμμετέχουν χαρούμενοι και σεβαστικοί στη γιορ­ταστική ζωή του χωριού, που είναι τόσο συνταιριασμένη με την καθημε­ρινή ζωή του μόχθου και της αγωνίας για το αύριο. Κι του χρον' λένε και φεύγουν για να ξανάρθουν τον επόμενο χρόνο, να μας τα πουν, να χαρούν και να μας χαροποιήσουν. Φεύγουν, γιατί σε λίγο θα πάρουν τη σειρά τους τα μικρότερα παιδιά, για να μας επιβε­βαιώσουν ότι είναι αλήθεια αυτό που ακούσαμε από τους Κολιαντρά­δες.

Β' Κόλιαντα -Κόλιαντα Κόλιαντα Μπαμπού τσι' τσι' (τσίου- τσίου)

 Με αυτό το ευχετικό τραγούδι τα παιδιά, αγόρια και κορίτσια κάτω των δέκα χρόνων, ξεχύνονταν στους δρόμους από τα ξημερώματα της παραμονής των Χριστουγέννων, για να αναγγείλουν και αυτά με τη σειρά τους την γέννηση του Χριστού. Αδιαφορούσαν για το κρύο και το χιόνι που είχε σκεπάσει τις στέγες, τα δέντρα, τους δρόμους και τα σοκάκια. Ντυμένα καλά, με τον κόλιαντρο δεμένο στη ζώνη τους και με το τζιντάνι7 στον ώμο ή στο χέρι, για να βάζουν μέσα ό, τι θα τους έδιναν οι νοικοκυρές, γύριζαν από σπίτι σε σπίτι τραγουδώντας εν χορώ και με όση φωνή είχαν, Κόλιαντα-Κόλιαντα. Γυρίζανε όλα τα σπίτια, τα συγγενικά, τα φιλικά και όλου του χωρι­ού. Μόνο στα σπίτια που είχαν λύπη, πρόσφατο πένθος, για κάποιο πολύ δικό τους πρόσωπο, δεν πήγαιναν να τα πούνε. Οι νοικοκυρές περίμεναν με συγκίνηση και χαρά, ιδιαίτερα τα μι­κρότερα παιδιά, να ακούσουν τις χαρούμενες παιδικές φωνές, που μέσα στην γιορταστική αυτή ατμόσφαιρα, φάνταζαν αγγελικές.

 Τα κλουρούδια που θα περνούσαν στον κόλιαντρο τους καθώς και τα άλλα καλού­δια, σύκα, καρύδια, αμύγδαλα, ξυλοκέρατα, και καμιά δραχμή, ήταν έτοιμα από την προηγούμενη μέρα· ήταν ένα φιλοδώρημα από καρδιάς και τα δικαίωνε για τη θυσία που έκαναν να φέρουν τη χαρούμενη είδη­ση στο κάθε σπίτι. Αν μάλιστα κάποια νοικοκυρά, και το έκαναν πολλές αυτό, τα έβαζε μέσα για να ξαποστάσουν και να ζεσταθούν, τότε ξεχνούσαν το τσουχτερό κρύο, αν και τα χέρια τους και οι μύτες τους ήταν κατακόκκινα και παγωμένα. Αφού έπαιρναν μια ανάσα και έτρωγαν επί τόπου κάποιες από τις λι­χουδιές, που εκείνα τα χρόνια σπάνια απολάμβαναν στο χωριό, έφευγαν να πάνε σε άλλο σπίτι, μέχρι να τα τελειώσουν όλα και να γυρίσουν στα σπίτια τους με τον κόλιαντρο φορτωμένο κουλουράκια, το τζιντάνι γεμάτο και με τις καρδιές ανοιχτές για προσφορά και απολαβή της αγά­πης, της αγάπης όπως την εννοούν οι αγνές παιδικές ψυχές, της αγάπης όπως τη δίδαξε ο Χριστός, που όταν μερικοί θέλησαν να τα εμποδίσουν να πάνε κοντά του.

Εκείνος τους είπε: Άφετε τα παιδία έλθείν προς με8. Με αυτά τα συναισθήματα, καθισμένα δίπλα στο τζάκι, έκαναν σχέ­δια για τα Σούρβαλα της Πρωτοχρονιάς, που είναι μια διπλή χριστιανι­κή γιορτή. Γιορτή για την Περιτομή του Κυρίου, δηλαδή, το Βάπτισμα Του σύμφωνα με τον Ιουδαϊκό νόμο, που τον υιοθέτησε και η Μωαμε­θανική θρησκεία και γιορτή για τον ερχομό του Αγίου Βασιλείου. Ωστόσο μετά από τα κόλιαντα και των μικρών παιδιών, σειρά είχαν τώρα τα πιο μεγάλα παιδιά, οι Χριστοϊαννάδες. Ας τους απολαύσουμε.

1.Διάφοροι ξηροί καρποί.
2. Κώστα Καραπατάκη, Το Δωδεκάμερο των Χριστουγέννων, σελ. 57, 1981, Αθήνα.
3. torba: Λ.Τ. σακίδιο.
4.Δίτροχο αμάξι (κάρο), δηλ. το μπροστινό σκέλος του κάρου.
5.Λουκ. κεφ. β 'στίχ. 8-12.
6.Λουκ. κεφ. β 'στίχ. 14.
7.Η σχολική τσάντα που ήταν καμωμένη από πανί του αργαλειού.
8.Ματθ. κεφ. 19, στίχ. 13-15.

Η Γουρουνοχαρά

Ένα από τα σημαντικότερα χριστουγεννιάτικα έθιμα της Θεσσαλίας είναι το σφάξιμο του γουρουνιού.
Πριν το 1940, πολλές οικογένειες έκαναν τα πάντα για να έχουν τον μεγαλύτερο χοίρο, δίνοντάς του να φάει αλεσμένο καλαμπόκι, πίτουρο, ζεστό νερό και αλάτι. Ήταν η εποχή που οι οικογένειες εξέτρεφαν τα χοιρινά για το κρέας και το λίπος τους. Όταν μάλιστα η οικογένεια είχε πολλά μέλη, το γουρούνι έπρεπε να παχύνει πολύ ώστε το λίπος του να είναι αρκετό. Η προετοιμασία για το σφάξιμο του γουρουνιού γινόταν με εξαιρετική φροντίδα, ενώ επακολουθούσε γλέντι μέχρι τα ξημερώματα, για να επαναληφθεί η ίδια διαδικασία την επόμενη και τη μεθεπόμενη μέρα.
Τρεις-τέσσερις συγγενικές οικογένειες καθόριζαν με τη σειρά ποια ημέρα θα έσφαζε το γουρούνι της...
Για κάθε σφαγή μεγάλου γουρουνιού απαιτούνταν 5-6 άνδρες, εκτός των παιδιών, που έφταναν πολλές φορές τα 20-25. Επειδή όμως η όλη εργασία είχε ως επακόλουθο το γλέντι και τη χαρά, γι' αυτό και η ημέρα αυτή καθιερώθηκε ως "γουρουνοχαρά ή γρουνουχαρά". Όταν μάλιστα προσκαλούσαν κάποιον την ημέρα αυτή, δεν έλεγαν "έλα να σφάξουμε το γουρούνι", αλλά "έλα, έχουμε γουρουνοχαρά".
Το σφάξιμο των γουρουνιών δεν συνέπιπτε τις ίδιες ημερομηνίες κατά περιφέρειες.
Σε άλλες περιοχές τα έσφαζαν 5-6 ημέρες πριν από τα Χριστούγεννα και σε άλλες άρχιζαν από την ημέρα των Χριστουγέννων και μετά, ανάλογα με την παρέα.
Οι περιοχές που έσφαζαν τα γουρούνια μετά τα Χριστούγεννα, το επειδή πριν νήστευαν και ήθελαν να μεταλάβουν, χωρίς να έρθουν σε επαφή με τη μυρωδιά του κρέατος. Επίσης, ήθελαν να διασκεδάσουν με ένα καλό φαγοπότι, κάτι που τους απαγόρευε η νηστεία, την οποία τηρούσαν.
Τα περισσότερα γουρούνια σφάζονταν στις 27 Δεκεμβρίου, ημέρα του Αγίου Στεφάνου.
Γι' αυτό και η γιορτή αυτή ονομαζόταν "γρουνοστέφανος ή γουρουνοστέφανος". Υπάρχουν όμως και μικρές περιοχές που τα έσφαζαν ένα μήνα ή και περισσότερο, μετά τα Χριστούγεννα.
Η εργασία ήταν σκληρή και ο σφαγέας έπρεπε να είναι καλός τεχνίτης. Σε ορισμένες μάλιστα περιπτώσεις αναγκαζόταν να χρησιμοποιήσει τσεκούρι για να αποκόψει την καρωτίδα. Πολλές φορές, για ορισμένους λόγους, προπαντός υγείας ή προληπτικούς, το τουφέκιζαν με το όπλο "γκρα" και έμενε στον τόπο, ενώ με πιστόλι τραυματισμένο πολλές φορές το έβαζε στα πόδια. Υπήρχαν περιπτώσεις που δεν το πετύχαιναν, οπότε το γουρούνι έτρεχε να ξεφύγει έως ότου το αποτελείωναν και με άλλες τουφεκιές. Επίσης, το γδάρσιμο απαιτούσε χέρι δυνατό και τεχνικό για να μην κάνει τρύπες, δεδομένου ότι το δέρμα αυτό το χρησιμοποιούσαν και έκαναν τα λεγόμενα γρουνοτσάρουχα, που τα φορούσαν για όλο το χρόνο και προπαντός στα χωράφια. Μετά το γδάρσιμο, άρχιζε το κόψιμο του λίπους (παστού), για να γίνει έπειτα το κόψιμο του κρέατος σε μικρά τεμάχια.
Το αλάτιζαν και το έβαζαν σε πιθάρια για να το έχουν σαν ένα από τα κύρια φαγητά τους τις παγωμένες νύχτες του χειμώνα. Παλιότερα, πριν από το 1920, το κρέας αυτό το τοποθετούσαν στο ίδιο το δέρμα του γουρουνιού.
Αφού τελείωναν όλες τις δουλειές, καταπιάνονταν ύστερα με το γέμισμα των λουκάνικων, για τα οποία έδειχναν ιδιαίτερη επιμέλεια. Το κρέας το έκοβαν κομματάκια με ψαλίδια ή μαχαίρια.
Τ ο έπαιρναν κυρίως από τα πλευρά και το φιλέτο και γι' αυτήν τη δουλειά ασχολούνταν κυρίως αγόρια και κορίτσια 10-15 χρονών. Αυτό το κομμένο κρέας το έριχναν και έβραζε σε μικρό καζανάκι (σύβρασμα) μαζί με κομμένα πράσα και διάφορα μπαχαρικά, τα οποία έκαναν τα λουκάνικα να ευωδιάζουν. Γι' αυτή τη δουλειά όλοι οι άντρες ήταν καθισμένοι γύρω από το καζάνι, και όταν κρύωνε λίγο, άρχιζαν με τους γεμιστήρες (κοκκαλάρια) να γεμίζουν τα λουκάνικα. Ενώ που έβραζε το κρέας, η φωτιά με τα κούτσουρα δούλευε και οι μπριζόλες ψήνονταν για να τις γευθούν όλοι οι συγγενείς και φίλοι της "γουρουνοχαράς". Συγχρόνως, η νοικοκυρά ετοίμαζε τα διάφορα και πλούσια φαγητά, πίτες και μαγειρεμένο κρέας δύο-τριών ειδών, για να περιποιηθεί όλους τους καλεσμένους της γουρονοχαράς.

Το στρώσιμο του τραπεζιού δεν αργούσε και τα πιάτα με τα φαγητά ακολουθούσαν το ένα το άλλο. Μετά το φαγητό, συνέχιζαν το κρασί και άρχιζαν τα τραγούδια, προπαντός τα κλέφτικα και το χορό. Την επόμενη όμως μέρα είχαν πάλι γουρνοχαρά στο σπίτι κάποιου από την παρέα. Έτσι η γιορτή διαρκούσε μέρες και οι άνθρωποι γλεντούσαν με την ψυχή τους.Αυτές τις ημέρες, αν περνούσε κανείς από κάποιο χωριό το βράδυ, θα άκουγε τουλάχιστον σε 30-40 σπίτια τα τραγούδια και τις φωνές της γουρουνοχαράς. Τα παλαιότερα χρόνια τα γλέντια αυτά τα συνόδευαν πάντοτε πυροβολισμοί, που ενθουσίαζαν πιο πολύ τους γλεντζέδες.
Η γουρουνοχαρά κράτησε, με όλη την αίγλη της, μέχρι το 1940. Συνεχίστηκε βέβαια και αργότερα, μέχρι το 1955, αλλά τα μεγάλα γεγονότα, Κατοχή και εμφύλιος πόλεμος, ανέκοψαν τον ενθουσιασμό και ανέτρεψαν μια παραδοσιακή συνήθεια που κράτησε πολλούς αιώνες.
Το λίπος, το λεγόμενο παστό, το έκοβαν μικρά κομματάκια και το έλιωναν μέσα σε καζάνι, που έβραζε κάτω από μεγάλη φωτιά. Για να λιώσει το παστό, η νοικοκυρά πάσχιζε πραγματικά, επί 2-3 ημέρες, ανάλογα με την ποσότητά του. Η φωτιά έπρεπε να καίει με ένταση χωρίς να ελαττώνεται καθόλου, ώστε το λιώσιμο να γίνεται κανονικά για κάθε καζάνι. Αφού άδειαζε το ρευστό λίπος στο δοχείο, έμεναν τα υπολείμματα, μικρά τεμάχια που όχι μόνο δεν τα πετούσαν, αλλά αποτελούσαν τους καλύτερους μεζέδες για όλους. Αυτά τα ροδοκοκκινισμένα κομματάκια, ιδιαίτερα ελκυστικά και γευστικά για πολλούς, ήταν οι τσιγαρίδες. Το γουρουνίσιο κρέας γινόταν μαγειρευτό αλλά ο καλύτερος μεζές του ήταν ο σουφλιμάς στη θράκα με μπόλικη ρίγανη και η τηγανιά, μικρά κομμάτια χοιρινού στο τηγάνι με κοκκινοπίπερο και ρίγανη.
Το λιωμένο λίπος το έβαζαν σε δοχεία λαδιού ή πετρελαίου και αφού πάγωνε, διατηρούνταν σχεδόν όλο το χρόνο. Οι κάτοικοι της Θεσσαλίας το χρησιμοποιούσαν όλο το χρόνο και σε όλα σχεδόν τα φαγητά. Υπήρχαν μάλιστα περιπτώσεις που πολλοί δεν το αντικαθιστούσαν με τίποτα. Ακόμα και το καλοκαίρι στα φαγητά τους χρησιμοποιούσαν λίπος, γιατί το θεωρούσαν δική τους παραγωγή και επομένως φθηνό, σε αντίθεση με το λάδι που το αγόραζαν μισή ή μια οκά για να περάσουν ένα και δυο μήνες.
Επίσης, πολλές φτωχές οικογένειες δεν αγόραζαν καθόλου λάδι και δεν ήξεραν ούτε ποιο είναι το χρώμα του.