ΠΟΙΟ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟ ΕΙΣΟΔΗΜΑ ΤΟΥ ΝΟΙΚΟΚΥΡΙΟΥ ΓΙΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΛΗΨΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΥ ΜΕΡΙΣΜΑΤΟΣ ; (Tου κ. Ιωάννου Ρόνα Φορο-συμβούλου)

     Στον Ν. 4501/22-11-2017 (άρθρ. 1) συμπεριλήφθηκε και η διανομή Κοινωνικού Μερίσματος, που τόσο πολύ απασχολεί τον κόσμο σήμερα, λόγω και των γενικότερων οικονομικών δυσχερειών, που οι περισσότεροι  αντιμετωπίζουν.

Οι ενδιαφερόμενοι απόκτησης αυτού του μερίσματος, υποβάλλουν ηλεκτρονικά, ως τις 12/12/2017, αίτηση με τους κωδικούς ΤΑΧΙS που διαθέτουν.  Οι πάνω των 70 ετών ενδιαφερόμενοι μπορούν να μη υποβάλλουν την αίτηση, εκτός αν νομίζουν ότι συντρέχει περίπτωση διευκρίνησης και διευκόλυνσης (π.χ έχουν φιλοξενούμενους, κ.ά), καθ ότι αποφασίστηκε όπως το αρμόδιο Υπουργείο να επεξεργασθεί αυτό το ίδιο τα δεδομένα των δηλώσεων τους, όπου εκεί φαίνονται τα οικονομικά στοιχεία κατά το φορολογικό έτος 2016, τα λοιπά οικογενειακά δεδομένα αυτών και τα διάφορα  δικαιολογητικά. 

     Με την ευκαιρία αυτή, της διανομής δηλαδή του Κοινωνικού Μερίσματος, με κριτήριο το οικογενειακό εισόδημα του υποβάλλοντος υπόχρεου την αίτηση αυτή, έχουμε να παρατηρήσουμε τα παρακάτω και τα εκθέτουμε, όχι μόνο για την περίπτωση, αλλά γενικότερα, σε ό,τι αφορά το εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες  (όπως μισθωτοί, ημερομίσθιοι, συνταξιούχοι κ.ά).

Ποιό λοιπόν είναι το ακαθάριστο και ποιό το καθαρό εισόδημα, από την εν λόγω πηγή,  που πρέπει να λαμβάνονται υπόψιν, τουλάχιστον για το Κοινωνικό αυτό Μέρισμα ;

Ως εισόδημα, πρώτα, από μισθωτές υπηρεσίες, είναι το εισόδημα που προκύπτει καθένα οικονομικό (φορολογικό) έτος από μισθούς, ημερομίσθια, επιχορηγήσεις,  επιδόματα, συντάξεις και γενικά από κάθε παροχή που χορηγείται περιοδικά με οποιαδήποτε μορφή, είτε σε χρήμα είτε σε είδος ή άλλες αξίες για παρούσα ή προηγούμενη υπηρεσία ή για οποιαδήποτε άλλη αιτία, το οποίο αποκτάται από μισθωτούς γενικά και συνταξιούχους.

Ειδικότερα, στα εισοδήματα αυτά περιλαμβάνονται και άλλες παροχές. Στη συνέχεια, υπάρχουν και κάποια εισοδήματα που δεν λαμβάνονται όμως υπόψιν στις μισθωτές υπηρεσίες ( άρθρ. 45 του Ν.Δ 2238/94 ). 

Αυτά που αναφέρονται παραπάνω, βάσει του άρθρ. 45, στο άρθρο 47  καθορίζονται  ως ακαθάριστο εισόδημα (παρ. 1).

Τώρα, απ αυτό το ακαθάριστο εισόδημα, εκπίπτουν : α) κάθε ποσό για φόρο, τέλος ή δικαίωμα ( και εισφορά ), υπέρ του Δημοσίου ή οποιουδήποτε τρίτου που βαρύνει αυτό το εισόδημα.

β) οι κρατήσεις υπέρ των ασφαλιστικών ταμείων, οι οποίες επιβάλλονται με νόμο.

Το ποσό που απομένει, μετά την διενέργεια των εκπτώσεων, που ορίζονται παραπάνω, αποτελεί το καθαρό εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες ( παρ. 2 αυτού του άρθρου).

Το άρθρο 57 του ίδιου ως άνω νόμου, αναφέρεται στην παρακράτηση φόρου στο εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες : Παράγρ. 1. Στο εισόδημα  από μισθωτές υπηρεσίες ο φόρος παρακρατείται από εκείνον, που απασχολεί κατά σύστημα έμμισθο  ή ημερομίσθιο προσωπικό, είτε καταβάλλει συντάξεις, επιχορηγήσεις και κάθε άλλη  παροχή. Η παρακράτηση ενεργείται κατά την καταβολή και ο φόρος υπολογίζεται ως εξής:……………………………………………………………………………………………………………….

Ανάλογες είναι και οι διατάξεις των άρθρων 12 έως 20 του νεώτερου νόμου 4172/2013, που ισχύει (αντικαθιστώντας τον προαναφερόμενο), με μεγαλύτερο μάλιστα, εμπλουτισμό περιπτώσεων επί αυτών των άρθρων του νόμου.

      Στην πράξη, τώρα, βλέπουμε στις ετήσιες βεβαιώσεις αποδοχών π.χ συνταξιούχων, που χορηγούνται αυτές από τον ασφαλιστικό τους  οργανισμό και μεταφέρονται  ηλεκτρονικά, τα σχετικά ποσά, στο σύστημα της ΑΑΔΕ για την ετήσια φορολογική δήλωση του υπόχρεου και αποτυπώνονται σ αυτή, στον προκαθορισμένο πίνακα του εντύπου Ε1.

Πάνω στο ακαθάριστο ποσό της βεβαίωσης αυτής, των αποδοχών,  υπάρχουν διάφορες ασφαλιστικές και άλλες κρατήσεις. To υπόλοιπο εναπομείναν χαρακτηρίζεται ως καθαρό   φορολογητέο   ποσό (!). 

Στη συνέχεια, απεικονίζεται  το αναλογούν και παρακρατηθέν ποσό για εισφορά αλληλεγγύης (όταν υποχρεούται) , ο αναλογούν και ο παρακρατηθείς, από τον ασφαλιστικό οργανισμό, φόρος εισοδήματος, καταβληθέντα αυτά, απ αυτόν,  στην αρμόδια Υπηρεσία του Υπουργείου των Οικονομικών,   για λογαριασμό του συνταξιούχου π.χ.

Το εναπομείναν τελικά υπόλοιπο ποσόν , εκ των παραπάνω , ο οργανισμός αυτός το κατέθεσε στον  τραπεζικό λογαριασμό του δικαιούχου, που  τον  έχει δηλώσει.

Όλα αυτά μπορεί ο καθένας να τα διαπιστώσει μελετώντας την δική του βεβαίωση αποδοχών, για  το προηγούμενο  έτος, αλλά και όσα ήθελε πριν αυτού.

       Εξ όλων αυτών που αναφέρθηκαν αναλυτικώς παραπάνω, γεννάται το εύλογο ερώτημα :

Ποιό είναι το εισόδημα του νοικοκυριού, όπως κατονομάζεται στο Ν. 4501/17 παρ.1, περί  διανομής Κοινωνικού Μερίσματος, που προαναφέρθηκε ;

Εμείς πιστεύουμε ακράδαντα ότι είναι αυτό που ο ασφαλιστικός οργανισμός (π.χ. του συνταξιούχου) κατέθεσε  στον τραπεζικό λογαριασμό του δικαιούχου, μετά τις όποιες  κρατήσεις στις οποίες προέβη προ αυτής της κατάθεσης .  

Επομένως, αυτό το ποσόν είναι το ίδιο ή όχι με εκείνο  που παρουσιάζεται  ως καθαρό φορολογητέο ποσό στη βεβαίωση αποδοχών του συνταξιούχου και δηλώνεται  επίσης και στη φορολογική του δήλωση ( έντυπο Ε1 πίνακας 4 και κωδ. 303)  από το Υπουργείο των Οικονομικών, αλλά και στο σύστημα κατά τη συμπλήρωση της αίτησης, ηλεκτρονικά, για την χορήγηση αυτού του Κοινωνικού Μερίσματος ; Λέμε, Ο Χ Ι !!! φυσικά. Δεν είναι το ίδιο. Και τι πειράζει αυτό; κάποιος θα ρωτούσε.  Πειράζει και μάλιστα πολύ, εμείς απαντούμε, διότι :

Το ανώτερο ετήσιο ποσό που πρέπει να έχει ένας συνταξιούχος (π.χ) , με τη σύζυγό του, χωρίς άλλα προστατευόμενα μέλη, για να δικαιούται το μέρισμα είναι 13.500,οο ευρώ Αυτό που αναγράφεται ως καθαρό ποσό στη φορολογική του δήλωση, αντλείται από το αρμόδιο Υπουργείο χορήγησης του Κοινωνικού Μερίσματος, με βάσει   τα στοιχεία  που έχει καταγράψει το Υπουργείο των Οικονομικών, που είπαμε  και εμφανίζεται στην αίτηση για το μέρισμα (ως οικονομικό στοιχείο), είναι μεγαλύτερο του πραγματικού , ενώ ο δικαιούχος δεν εισέπραξε αυτό το ποσόν αλλά εκείνο που απόμεινε μετά  την παρακράτηση ασφαλίστρων, φόρου,   εισφοράς κ.λ.π.  υπέρ διαφόρων δικαιούχων,  και κατατέθηκε αυτό στον τραπεζικό του λογαριασμό. Πολύ μικρότερο, δηλαδή.

Έτσι, αυτός ο συνταξιούχος π.χ χάνει το μέρισμα που έπρεπε κανονικά και δίκαια να εισπράξει.  Άρα, το εμφανιζόμενο στην αίτηση ως εισόδημα του νοικοκυριού, δεν ανταποκρίνεται  στην πραγματικότητα, εξ αυτού του λόγου,  αφού δεν λαμβάνεται υπόψιν το αληθινό, το κατατεθέν δηλαδή στον τραπεζικό του λογαριασμό και  δεν καταγράφηκε άλλωστε σ αυτόν. Μπορεί λοιπόν να χαρακτηρισθεί ως  πλασματικό, ψεύτικο και άδικο.

Η ψεύτικη αυτή περίπτωση παρουσιάζεται και σε πολλές άλλες συναλλαγές  του όποιου υπόχρεου και αντιμετωπίζει αυτός σοβαρά προβλήματα, όπως  στις σχέσεις του π.χ. με τις τράπεζες κ.ά. Και αυτή η εσκεμμένη ή όχι ενέργεια απαντάτε σε βάθος χρόνου και χρήζει τακτοποίησης και ενημέρωση των φορολογουμένων. ώστε  να αποφευχθούν  παρεξηγήσεις και άλλα δεινά για τον συνταξιούχο, τον μισθωτό κ.λ.π.