Η καθημερινή ζωή των Μακεδονομάχων αγωνιστών (Του Ιάκωβου Δ. Μιχαηλίδη)

Η καθημερινή ζωή των Μακεδονομάχων αγωνιστών (Του Ιάκωβου Δ. Μιχαηλίδη)

Ὕπνος  ντάρτου. Λαγὸς καὶ  ντάρτης καταδιωκόμενος
κοιμῶνται κατὰ τὸν ἴδιον τρόπον δηλ. μὲ  νοικτὰ μάτια
καὶ ὀρθοῦνται εἰς τὸν πρῶτον παραμικρότερον κρότον.

 

Η αποστροφή αυτή του Φιλολάου Πηχεών, του περίφημου καπετάν Φιλώτα, είναι ενδεικτική του τρόπου διαβίωσης των Μακεδονομάχων στα βουνά της Μακεδονίας. Σήμερα, έναν αιώνα μετά τα συγκλονιστικά εκείνα γεγονότα, βολεμένοι συχνά στην ασφάλεια που μας παρέχει ο χρόνος, αδυνατούμε να αντιληφθούμε τους όρους διεξαγωγής του Αγώνα, τις δυσκολίες και τις συνέπειές του. Το άρθρο αυτό επιχειρεί να αναπαραστήσει, στο μέτρο του δυνατού, στιγμιότυπα από την καθημερινότητα των μακεδονομάχων αγωνιστών εστιάζοντας κυρίως στην ανθρώπινη διάσταση των πράξεών τους. Το πέρασμα στη Μακεδονία και οι ανάγκες του Αγώνα σήμαναν για τους περισσότερους μαχητές αναγκαστική αλλαγή στον τρόπο ζωής τους, αλλαγή που ούτε εύκολη ήταν ούτε και ανώδυνη. Λόγω των εξαιρετικά δυσμενών συνθηκών, οι στρατιωτικές δραστηριότητες περιορίζονταν στο διάστημα από την άνοιξη ως τα μέσα του φθινοπώρου. Τους χειμερινούς μήνες τα σώματα ήταν αναγκασμένα για να αποφύγουν τη σύγκρουση με τις τουρκικές συνοριακές φρουρές είτε να αποσύρονται στα εδάφη της ελληνικής επικράτειας, είτε να συμπτύσσονται σε αμιγώς
ελληνικές περιοχές της Μακεδονίας.
Η είσοδος στη Μακεδονία δοκίμαζε αναπόφευκτα τις αντοχές των ανταρτών. Την παραμονή ο καπετάνιος εξηγούσε στους άνδρες του τη σκοπιμότητα και την ιερότητα της αποστολής τους προσπαθώντας έτσι να συμβάλει στην τόνωση του φρονήματός τους. Το εγχείρημά του ήταν αναμφίβολα δύσκολο, καθώς η συνοχή και η προσήλωση της ομάδας στον καπετάνιο ήταν αναγκαία για την επίτευξη του στόχου. Δὲν ὑπάρχει σχολὴ καπεταναίων παρατηρούσε ο Καραβίτης, τὸ καπετανιλίκι διδάσκεται απὸ τὴν πείρα. Καὶ ὅταν τὸ διδαχθῇ κανεὶς  πὸ ἁπλὸς πολίτης,
ἔχει μεγαλύτερας ἐλπίδας ἐπιτυχίας παρὰ νὰ διορισθῇ  π’ εὐθείας  ρχηγὸς ἔστω καὶ ἂν ἔχει μεγάλη στρατιωτικὴ μόρφωση3. Στη συνάθροιση της παραμονής συχνή ήταν μάλιστα και η παρουσία ιερέα. Να πώς περιγράφει την εμπειρία του σώματός του ο Βασίλειος Σταυρόπουλος (καπετάν Κόρακας). Πρὶν φύγουμε ὁ παπᾶς τοῦ χωριοῦ μὲ πλησίασε καὶ μοῦ εἶπε ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ μεταλάβω τοὺς  ανθρώπους μου γιὰ νὰ τοὺς βοηθάῃ ἡ Χάρη Του. Γιὰ λίγο δίστασα. Φοβήθηκα μήπως αὐτὸ θὰ πτοοῦσε τὸ ἠθικὸ τῶν  νδρῶν μου. Καὶ  ποφάσισα  λλιῶς. Ζήτησα νὰ μεταλάβω
μόνο ἐγὼ καὶ μπῆκα στὴ μικρούλα ἐκκλησία. Ὁπλισμένος ὅπως ἤμουνα μὲ τὴν κάπα καὶ τὸ μαχαίρι, μὲ τὸ δισάκι καὶ τὸ ὅπλο, γονάτισα μπροστὰ στὸ Ἱερὸ καὶ ὁ γέρο-ἱερέας μὲ μετάλαβε. Ἡ στιγμὴ ἦταν πολὺ συγκινητική. Καὶ τότε ἔγινε κάτι ποὺ δὲν μπορεῖ κανεὶς νὰ τὸ θυμηθῇ χωρὶς δάκρυα. Ἕνας-ἕνας γονάτισαν ὅλοι καὶ οἱ 62 ἄνδρες μου καὶ μέσα στὴ σκοτεινὴ ἐκκλησία ποὺ δὲν τὴν φώτιζε απὸ φόβο οὔτε ἕνα κερί, μεταλάβαμε ὅλοι τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων. Ἦταν ὥρα νὰ ξεκινήσουμε.
Στὴν πόρτα τῆς ἐκκλησιᾶς ὄρθιος ὁ παπᾶς μᾶς φιλοῦσε ἕναν ἕναν καὶ μᾶς εὔχονταν. Καὶ ὅταν κινήσαμε, μᾶς  κολούθησε γιὰ πολὺ καὶ ὕστερα απὸ ὥρα αφίνοντάς μας μᾶς εἶπε: Ἂν βαστοῦσαν τὰ ποδάρια μου, θὰ ’ρχόμουνα μαζί σας παιδιά μου. Μὰ εἶμαι γέρος καὶ ἄχρηστος. Τραβᾶτε παλληκάρια μου καὶ ὁ Θεὸς μαζί σας. Ἐκεῖ χωρίσαμε. Ἤμασταν μόνοι μέσα στὴ νύκτα σ’ ἕνα τόπο ἄγνωστο, γεμᾶτο ἐχθρούς. Ἡ αμφιβολία μας ἔζωνε,αλλὰ ἡ πίστη μας καὶ ἡ εὐχὴ τοῦ γέρου ἱερέα βάραινε ἐπάνω μας καὶ μᾶς ἔδινε δύναμη.
Καθώς οι μετακινήσεις, για λόγους ασφαλείας, γίνονταν συνήθως νύχτα, οι πολεμιστές υποχρεώνονταν να αγρυπνούν τις νυχτερινές ώρες και να κοιμούνται κατά τη διάρκεια της ημέρας. Όπως παρατηρεί ο Μαζαράκης, η αλλαγή αυτή ήταν μια από τις δυσκολότερες υποχρεώσεις του αντάρτικου βίου, ιδίως τους πρώτους μήνες, μέχρι να συνηθίσουν. Πάντες εἶναι κατάκοποι ὄχι μόνο ἐκ τῆς πορείας,αλλὰ καὶ ἐκ τῆς  λλαγῆς τῶν ὡρῶν ὕπνου. Τὴν ἡμέραν, καίτοι λημεριάζοντες, ἦτο αδύνατον νὰ κοιμηθῶμεν. Ὁ ὕπνος ἤρχετο ἤδη τὴν νύκτα. Μόλις ἐσταματῶμεν ἐπὶ 5 λεπτὰ  μέσως ὅλοι  πεκοιμῶντο, ροχαλίζοντες θορυβωδέστατα. Ἔπρεπε νὰ αγρυπνῶμεν ἡμεῖς οἱ  ρχηγοί, διὰ νὰ τοὺς ἐξυπνῶμεν καὶ ἐξακολουθῶμεν τὴν πορείαν. Ἐνίοτε τινὲς ἐγειρόμενοι ὡς ἐν ὑπνοβασίᾳ ἐγκατέλειπον τὰ ὅπλα των καὶ δὲν τὸ αντελαμβάνοντο παρὰ τὴν ἑπομένην, έγραφε ο καπετάν Ακρίτας. Αλλά και αυτός ο σύντομος και διακοπτόμενος ύπνος δεν ήταν καθόλου ξεκούραστος.

 

Τυλιγμένοι μέσα στις κάπες τους, φορώντας πολύ συχνά τα παπούτσια τους και με το χέρι απλωμένο στο ντουφέκι, οι αγωνιστές προσπαθούσαν να ηρεμήσουν όσο τους άφηναν η υπερένταση και ο φόβος από μια ξαφνική επίθεση του εχθρού.
Τις λιγοστές ελεύθερες ώρες τους τις περνούσαν καθαρίζοντας τα όπλα τους που σκούριαζαν από την υγρασία ή πίνοντας καφέ και τσάι μέσα σε αυτοσχέδια τενεκεδένια κουτιά. Το μπάνιο επιτρεπόταν μόνο κατά τη διάρκεια της νύχτας, όταν δεν υπήρχε κίνδυνος να τους αιφνιδιάσουν οι εχθροί. Βέβαια η καθαριότητα την ημέρα, όταν ήταν εφικτή, έκρυβε διάφορες εκπλήξεις. Σημείωνε χαρακτηριστικά στο ημερολόγιό του ο Ευθύμιος Καούδης: Ὁ Ἰωάννης Καλογερὴς (Καλογεράκης) ἐκτίναξεν εἰς τὸν ἥλιον τὸ ὑποκάμισόν του κ’ ἐσκότωσε ἑκατὸν δέκα ψύρραις.
Μερικές φορές ο καπετάνιος έδινε μεγάλη σημασία στον καλλωπισμό των ανδρών του. Είναι γνωστό για παράδειγμα ότι ο Μελάς επέβαλε στους άνδρες του να είναι ξυρισμένοι και κουρεμένοι για να μην τρομάζουν με την εμφάνισή τους τους κατοίκους, όπως έκανε ο Μήτρος Βλάχος.
Τις θρησκευτικές γιορτές τις τελούσαν με ιδιαίτερη λαμπρότητα και κατανυκτικότητα. Μετά τον εκκλησιασμό, όπου κάτι τέτοιο ήταν δυνατό, ακολουθούσε πλούσιο γλέντι, ξέσπασμα από την καθημερινή λιτότητα και τη στρατιωτική πειθαρχία. Τραγούδια και εμβατήρια προσέδιδαν στην όλη εκδήλωση την εθνική της διάσταση. Καθαρίζουμε λοιπὸν ἕνα μέρος  πὸ τὸ χιόνι καὶ  ρχίζουμε χορὸ τρικούβερτο γράφει ο Καραβίτης για την παραμονή των ανδρών του στο Ανταρτικό. Εἰς τοὺς διαφόρους κύκλους τοῦ χοροῦ πιάνονται οἱ  αντάρται καὶ μπερδεύουν τὸ χασάπικο ποὺ απαίζει ἡ γκάϊντα μὲ τὸν πεντοζάλη. Τὰ ράσα τοῦ παπα-Ἀντώνη  ανεμίζουν εἰς τὸν  αέρα ἐκεῖ ποὺ χορεύει τὸν τσάμικο καὶ προκαλεῖ τὸν ἐνθουσιασμὸ ὅλων. Σὰν ἐθνικὸ λάβαρο  ανυψώνεται καὶ ὅλοι τὸν ἐπευφημοῦν κραυγάζοντες Ζίβιο Γκρέκια.
Η απότομη αλλαγή του τρόπου ζωής, η ριζική μεταβολή του κλίματος και οι δύσκολες συνθήκες διαβίωσης επέδρασαν αρνητικά στην υγεία των αγωνιστών. Τα κρυολογήματα, η προσβολή από ψείρες και ο ελώδης πυρετός εξαντλούσαν καθημερινά τα σώματα. Όσα μάλιστα

δρούσαν στην περιοχή της λίμνης των Γιαννιτσών,βρίσκονταν σε δυσχερέστερη θέση καθώς η παρουσία κουνουπιών και η υγρασία που έπεφτε ανάμεσα στις 3 μ.μ.-10 π.μ. εξαντλούσαν δραματικά τον οργανισμό τους. Τὰ κουνούπια ἦταν σὰν … χελιδόνια, παρατηρούσε ο Βασίλειος Σταυρόπουλος. Τὰ νερὰ καταπράσινα, ἦταν γεμᾶτα βδέλες καὶ νεροφίδες. Νερὸ πιόσιμο δὲν εἶχε ἐκεῖ γύρω καὶ  ναγκαζόμασταν γιὰ νὰ μὴν τριγυρνοῦμε πιὸ μακριά, νὰ πίνουμε αὐτὸ τὸ ἴδιο νερό,  φοῦ πρῶτα τὸ περνούσαμε μέσα απὸ τὰ μαντήλια μας. Ο Ιωάννης Δεμέστιχας και ο Παναγιώτης Παπατζανετέας υπήρξαν δύο περιπτώσεις αγωνιστών που ο ανθυγιεινός τρόπος ζωής, τους τσάκισε τόσο ψυχικά όσο και σωματικά, καθώς έπασχαν και οι δύο από ρευματισμούς. Επίσης, οι περισσότεροι άνδρες του σώματος Μελά ταλαιπωρούνταν από τον υψηλό πυρετό. Όμως το φαρμακευτικό υλικό ήταν πενιχρό. Λίγη κινίνη, μερικοί επίδεσμοι, βαμβάκι σουμπλιμέ και ιωδοφόρμιο ήταν τα λιγοστά φάρμακα που κουβαλούσαν μαζί τους.
Όταν, μάλιστα, βρίσκονταν στην ανάγκη να περιθάλψουν και τραυματίες, τότε τα φάρμακα κατά κανόνα αποδεικνύονταν ανεπαρκή. Ήταν φανερό ότι μια υπηρεσία περίθαλψης των αγωνιστών αποτελούσε, ίσως, το αποτελεσματικότερο όπλο για την επιτυχή έκβαση του Αγώνα. Για τον λόγο αυτό, το Μακεδονικό Κομιτάτο, μέσω των προξενείων προσπάθησε από νωρίς να συστήσει έναν τέτοιο μηχανισμό. Αν κρίνουμε όμως από τα αποτελέσματα η προσπάθεια εκείνη ελάχιστα απέδωσε. Ιατρική βοήθεια δύσκολα έφτανε στους αγωνιστές, ενώ οι κατά τόπους εθνικές επιτροπές, άλλοτε από φόβο μην τους αντιληφθούν οι Τούρκοι και άλλοτε λόγω ελλείψεως χρημάτων, αδυνατούσαν να παίξουν τον ρόλο του κέντρου υποδοχής τραυματιών. Αν σ’ όλα αυτά προσθέσουμε και την κακή ποιότητα του οδικού δικτύου, εύκολα συνειδητοποιούμε τις δυσχέρειες που συναντούσε η ιατρική υποστήριξη των αγωνιστών. Έτσι δεν αποτελεί έκπληξη η ματαίωση μιας προσπάθειας του Καλαποθάκη να εγκαταστήσει δύο ή τρεις γιατρούς με τον απαραίτητο χειρουργικό εξοπλισμό σε ισάριθμα χωριά της Μακεδονίας. Την ανυπαρξία κρατικής υποδομής στο ζήτημα της περίθαλψης των αγωνιστών ήρθε να καλύψει μερικώς η ιδιωτική πρωτοβουλία. Οι Σαρακατσάνοι απετέλεσαν μια πρώτης τάξεως λύση για προσωρινή περίθαλψη αρρώστων και τραυματιών.
Εξίσου σημαντική όμως ήταν και η προσφορά ιδιωτών γιατρών, οι οποίοι από την πρώτη στιγμή στρατεύθηκαν στον εθνικό Αγώνα. Θυμίζω μόνο τον Ναουσαίο Ιωάννη Περδικάρη, τον Δημήτριο Ζάννα από τη Θεσσαλονίκη, τον Μενέλαο Βαλάση στη Φλώρινα και τον Σταύρο Νάλη στο Μοναστήρι. Ιδιαίτερης μνείας αξίζει επίσης και ο φαρμακοποιός Φίλιππος Καπετανόπουλος, μέλος της Άμυνας Μοναστηρίου, ο οποίος αν και σκοτώθηκε νωρίς, στο ξεκίνημα του Αγώνα, είχε ήδη προσφέρει ανεκτίμητες υπηρεσίες. Άλλοτε πάλι τα προξενεία έπαιζαν τον ρόλο νοσοκομείων16,
ενώ σε εξαιρετικές περιπτώσεις οι τραυματίες στέλνονταν στην Αθήνα.
Όμως τις ελλείψεις σε υλικό αντιστάθμιζε η συμπαράσταση των συναγωνιστών και τα γιατροσόφια. Οι αγωνιστές σε περίπτωση τραυματισμού βοηθούσαν ο ένας τον άλλο, γεγονός που αύξανε τη συνοχή μεταξύ των μελών της ομάδας, ενώ συχνά, η ρητίνη των πεύκων υποκαθιστούσε την έλλειψη αντισηπτικών για την επικάλυψη των τραυμάτων.
Σε άμεση εξάρτηση με την περίθαλψη των αγωνιστών βρίσκεται και το ζήτημα του εφοδιασμού τους με τρόφιμα. Τα σώματα είχαν τη δυνατότητα να κουβαλούν μαζί τους ελάχιστα τρόφιμα και οι αγωνιστές ήταν διατεθειμένοι να πληρώνουν αδρά για να τα αποκτήσουν. Η τροφοδοσία τους γινόταν συνήθως από τα χωριά στην περιοχή των οποίων δρούσαν. Όμως οι δυσκολίες δεν έλειπαν και η κύρια αιτία γι’ αυτό ήταν η παρακολούθηση των χωριών από τους Τούρκους. Πολύτιμη υπήρξε και πάλι η συμβολή των Σαρακατσάνων, οι οποίοι και στο ζήτημα αυτό στάθηκαν αρωγοί των ελληνικών σωμάτων. Αλλά τόσο η ποιότητα όσο και η ποσότητα των τροφίμων κυμαίνονταν σε χαμηλά επίπεδα. Ο Παπατζανετέας αναφέρει ότι το φαγητό τους ήταν συνήθως ψωμί και τυρί, συχνά όμως το στερούνταν κι αυτό με αποτέλεσμα να μένουν νηστικοί ακόμη και για ημέρες. Άλλοτε πάλι ξεγελούσαν την πείνα τους τρώγοντας καρπούς δέντρων22. Τα σώματα όμως που
κινούνταν στην περιοχή της λίμνης αντιμετώπισαν διαφορετικά το θέμα της διατροφής τους. Η παραμονή και η δράση τους σε περιορισμένο χώρο επέτρεπαν την αποθήκευση στις καλύβες τροφίμων ικανών να καλύψουν τις ανάγκες τους για ένα περίπου μήνα. Ορισμένοι μάλιστα καπετάνιοι είχαν την ευφυΐα να κατασκευάσουν φούρνους για το ψήσιμο του ψωμιού.
Οι πορείες των σωμάτων ήταν συνήθως νυχτερινές. Μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις γίνονταν μετακινήσεις υπό το φως της ημέρας. Τα σώματα σπάνια βάδιζαν από κεντρικούς δρόμους. Συνήθως ακολουθούσαν στενά μονοπάτια, ερημικά μέρη και διέσχιζαν δασώδεις εκτάσεις επιδιώκοντας να φτάσουν το συντομότερο στον προορισμό τους. Περπατούσαν ακόμη και κάτω από αντίξοες συνθήκες πυκνής χιονόπτωσης και καταρρακτώδους βροχής. Πολλές φορές οι άνδρες βάδιζαν ασταμάτητα, πάνω από 12 ώρες, νηστικοί. Οι στάσεις ήταν σύντομες και διαρκούσαν
10-15 λεπτά. Τότε μόνον επιτρεπόταν το κάπνισμα, ενώ αρκετοί είχαν μαζί τους καμινέτα για να ψήνουν καφέ και τσάι. Απαραίτητος σύντροφος ήταν ο χάρτης της Μακεδονίας, ενώ ορισμένοι είχαν την πολυτέλεια να έχουν στην κατοχή τους πυξίδα και κιάλια.
Τα ανταρτικά ελληνικά σώματα δεν ξεχώριζαν, όμως, μόνο από τις κινήσεις και τις ενέργειές τους. Ιδιαίτερη προσοχή έδιναν και στην ενδυμασία τους, η ποιότητα της οποίας συχνά αποκτούσε και συμβολικό περιεχόμενο. Δύο ήταν οι τύποι φορεσιών που προτιμούσαν οι αγωνιστές. Ο ένας περιελάμβανε το πουκάμισο, το ντουλαμά, τη φουστανέλα και τα τσαρούχια και ο άλλος μια μάλλινη μπλούζα, το παντελόνι και τις μπότες. Κοινό ένδυμα αποτελούσε η κάπα η οποία θεωρούνταν πολύτιμη, γιατί το καλοκαίρι προφύλαγε από τον ήλιο, και το χειμώνα από το κρύο και τη βροχή.

 

Ο Μαζαράκης συνοψίζει παραστατικότατα τις διαφορές στην ενδυμασία. Ο ντουλαμάς αν και λιγότερο πρακτικός, ασκούσε ωστόσο μεγαλύτερη επιρροή στο πνεύμα των υποδούλων, υπογραμμίζοντας τη διαφορά του ελληνικού πολιτισμού. Οι «φραγκοφορεμένοι» αντιμετωπίζονταν με περιφρόνηση, ενώ εξαίρονταν το ευζωνικό παράστημα. Είναι χαρακτηριστικά αυτά που έγραψε ο Μελάς στη γυναίκα του: Ἐφόρεσα τὸν φοβερὸν ντουλαμᾶν μου καὶ διὰ πρώτην φορὰν παρέστην πάνοπλος πρὸ τῶν  νδρῶν μου. Ἡ ἐντύπωσις ἦτο καλή, διότι μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης ἐφόρουν τὸ  παίσιον ψάθινον καπέλλο καὶ τὸ πανταλόνι τοῦ Ρετσίνα καὶ βεβαίως δὲν τοὺς ἐγέμιζα τὸ μάτι28. Αν και οι φωτογραφίες των καπετάνιων του Μακεδονικού Αγώνα τους απεικονίζουν φορώντας όλα τους τα τσαπράζια, ωστόσο η πραγματικότητα φαίνεται ότι επέβαλε μια πιο σεμνή ενδυμασία. Ο Καραβίτης αντικατέστησε τα τσαρούχια με μπότες, όχι μόνο λόγω της κρητικής του καταγωγής, αλλά και γιατί θεωρούσε ότι ήταν κατάλληλες σε μέρη όπου υπήρχε πυκνή βλάστηση και συνεχείς ανηφοριές. Συχνά όμως ήταν τα παράπονα για την κακή ποιότητα του ιματισμού, ιδιαίτερα των τσαρουχιών τα οποία χαλούσαν εύκολα και ήταν απαραίτητη η παρουσία υποδηματοποιού για να τα επιδιορθώσει.

Συμπερασματικά θα μπορούσε να παρατηρηθεί ότι ο Μακεδονικός Αγώνας αποτελούσε ένα ακόμη επεισόδιο της ελληνικής κλέφτικης παράδοσης. Παρά τις φιλοδοξίες και τα σχέδια των εμπνευστών του, άντλησε περισσότερα από την πείρα των κλεφταρματολών, ιδίως των Μακεδόνων, παρά από τις στρατηγικές γνώσεις των αξιωματικών. Η μελέτη της καθημερινής ζωής και της δράσης των Μακεδονομάχων αποδεικνύει ότι αυτοί αναδείχθηκαν περισσότερο σε επιτυχημένους αρματολούς παρά σε τακτικούς στρατιωτικούς ηγέτες. Σε τελική ανάλυση, η προσωπική
παλικαριά, η πίστη και η φιλοπατρία, η κλέφτικη παράδοση και η ιδιωτική πρωτοβουλία, οι πολυτιμότερες δηλαδή παρακαταθήκες του ελληνικού κράτους, αναπλήρωσαν επιτυχημένα τις αδυναμίες και κάλυψαν τα οργανωτικά αδιέξοδα. Έτσι, δικαιολογημένα κέρδισαν αναδρομικά τον πρωταγωνιστικό ρόλο στον Μακεδονικό Αγώνα.