Η Ανακομιδή των Λειψάνων του Αγίου Αθανασίου του Μεγάλου στο Βόιο-2 Μαΐου

Στις 2 Μαΐου τιμάται Ιδιαίτερα στην περιοχή του Βοΐου,η Ανακομιδή των Λειψάνων του Αγίου Αθανασίου, τόσο στο Αγίασμα Βοΐου,αλλά και στην Χρυσαυγή.

Αγίασμα Βοΐου

Ξεχωριστή θέση στὰ δεδομένα καὶ ἀξιοποιήσιμα στοιχεῖα θρησκευτικοῦ τουρισμοῦ καὶ μὲ δυνατότητες καὶ προοπτικές ἀνάπτυξης σὲ πολλαπλά ἐπίπεδα παρουσιάζει τὸ ἁγίασμα τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου στὸ Ἁγίασμα τοῦ δήμου Βοΐου, έξω από το Τσοτύλι , ποὺ ὀφείλει τὸ ὄνομά του στὸ γεγονός αὐτό, τὴν ὕπαρξι τοῦ ἁγιάσματος τοῦ Ἁγίου σ᾿ αυτό τὸ χῶρο.

Δὲν ὑπάρχουν συγκεκριμένες γραπτές πληροφορίες γιὰ τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο προέκυψε τὸ ἁγίασμα τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου στὸ συγκεκριμένο χῶρο.

Λαμβάνοντας ὑπ᾿ ὄψιν τὴν παράδοσι σχετικὰ μὲ τὸ αγίασμα τοῦ Ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ στὴν Ἱερὰ Μονὴ Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος, Δρυοβούνου, κατὰ τὴν ὁποία τὸ ἁγίασμά του ἀνέβλυσε μὲ τὴν προσευχὴ τοῦ Ἁγίου ὅταν πέρασε και στάθηκε στὸν τόπο ἐκεῖνο (μάλιστα ὅταν διεκόπη ἡ λειτουργία τῆς Ἱερᾶς αὐτῆς Μονῆς τὸ ἁγίασμα στέρεψε γιὰ νὰ ἀναβλύσῃ καὶ πάλι μὲ τὴν

ἐπαναλειτουργία της), μποροῦμε μὲ βεβαιότητα νὰ εἰκάσωμε ὅτι τὸ ἁγίασμα τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου στὸ Ἁγίασμα Βοΐου, ποὺ ὀφείλει τὸ ὄνομά του στὴν ὕπαρξι αὐτοῦ τοῦ ἁγιάσματος, προέκυψε κατὰ τὸ πέρασμα τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου τοῦ Μεγάλου ἀπὸ τὴν περιοχή μας καὶ τὸ συγκεκριμένο τόπο στὸ ταξίδι του ἀπὸ τὴ Ρώμη πρὸς τὴ Σαρδικὴ (σημερινὴ Σόφια τῆς Βουλγαρίας) προκειμένου νὰ λάβῃ μέρος στὴν ὀμώνυμη σύνοδο*, στὸν ἀγῶνα του κατὰ τοῦ Ἀρειανισμοῦ. Ἡ αἴγλη μὲ τὴν ὁποία τὸ περιβάλλει ὁ λαὸς πρέπει μάλλον νὰ μᾶς ὁδηγήσῃ στὸ συμπέρασμα ὅτι εἶναι τὸ παλαιότερο καὶ ὡς ἐκ τούτου ἡ ὑπόθεσίς μας μάλλον εἶναι ὀρθή.

Σύμφωνα μὲ τὴν ζῶσα ἔτι παράδοσι, ἀνηγέρθη κατὰ τοὺς νεωτέρους χρόνους σὲ αὐτὸν τὸν χῶρο μικρὸς τὸ μὲγεθος Ἱερὸς Ναὸς τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου, ἀπὸ τὸν Ἀθανάσιο Ἀραϊὰ, κατόπιν ὁράματος, καθ’ ὅ τοῦ ὑπεδείχθη τὸ σημεῖο ὅπου καὶ βρῆκε τὴν ἱερὴ εἰκόνα τοῦ Ἁγίου καὶ τὴν πηγὴ τοῦ Ἁγιάσματος.

Ἐκεῖνος ὁ μικρὸς Ἱερὸς Ναὸς ὑπῆρχε μέχρι τῆς κατὰ τὸ ἔτος 1914 ἀνεγέρσεως τοῦ παρόντος μετὰ τοῦ παρακειμένου ξενῶνος καὶ τοῦ (παλαιοῦ) κτίσματος τοῦ Ἁγιάσματος, διὰ χρημάτων τὰ ὁποῖα προῆλθον ἀπὸ τὴν ἐκποίησι τοῦ ἐν Κωνσταντινουπόλει ξενῶνος, δωρεᾶς τοῦ ἀδελφάτου τῶν ἐκεὶ παρεπιδημούντων κατοίκων τοῦ χωριοῦ, ὁ ὁποῖος ἐπωλήθη ἀπὸ τὴν τότε ἐκκλησιαστικὴ ἐπιτροπὴ πρὶν κατασχεθῇ ἀπὸ τὸ καθεστὼς τῶν Νεοτούρκων.

Τὸ Ἁγίασμα (Ἁγιονέρι) πηγάζει ἀπὸ ὁρισμένο σημεῖο τοῦ ἐσωτερικοῦ τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ καὶ ὁδηγεῖται διὰ συγκεκριμένου ἀγωγοῦ στὸν παρακείμενο ναΐσκο ἐκ τοῦ ὁποίου καὶ τὸ ἀποκομίζουν οἱ πιστοὶ.

Η πηγή του Αγιάσματος εντός του ναΐσκου

Στὸ βιβλίο της «ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΑ ΑΓΙΑΣΜΑΤΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ» (Εκδόσεις Μύρτος Αθήνα 2005) στὴ σελίδα 88 καὶ στὸ λῆμμα
« ΚΟΖΑΝΗ Το «Αγίασμα» Αγίου Αθανασίου στην Κοζάνη» ἡ Σοφία Σουλὴ γράφει: «Σε μια μαγευτική τοποθεσία έξω από το χωριό συναντάμε τον ναό του Αγίου Αθανασίου από τα θεμέλια του οποίου αναβλύζει ιαματικό νερό με σπάνιες θαυματουργές ιδιότητες, από το οποίο πήρε το όνομά του το χωριό. Οι γεροντότεροι λένε ότι η πηγή του αγιάσματος είναι παλιότερη κι από τον ναό και από τον οικισμό ακόμα. Στις 2 Μαΐου γίνεται μεγάλη θρησκευτική γιορτή και οι πιστοί συρρέουν με κατάνυξη από τα κοντινά χωριά και από άλλα μέρη της Κοζάνης. Αλλά και όλο το χρόνο προσκυνητές πηγαίνουν για να προσευχηθούν και να πάρουν το αγιασμένο νερό που έδωσε το όνομά του στο χωριό».

Τὸ πανηγῦρι τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ στὶς 2 Μαΐου κάθε χρόνο εἶναι ξεχωριστὸ γιὰ τὸ λόγο ὅτι προσέρχονται στὴ χάρι τοῦ Ἁγίου προσκυνητὲς ἀπὸ κάθε γωνιὰ τῆς εὑρυτέρας περιοχῆς μέχρι τὶς ἐσχατιὲς τῆς Δυτικῆς Μακεδονίας. Πλὴν ὅμως καὶ καθημερινὰ δὲν λείπουν οἱ εὐσεβεῖς ἐκεῖνοι χριστιανοὶ πού ἔρχονται ἀπ’ ὅλα τὰ σημεῖα τοῦ ὁρίζοντα, νὰ ἀνάψουν τὸ κερί τους μπροστὰ στὴν εἰκόνα του, νἀ ἀφήσουν τὸ λαδάκι προσφορὰ στὴ χάρι του καὶ νὰ πάρουν τὸ ἁγίασμά του, εὐλογία γιὰ τὴν οἰκογένειά τους.

Αφιερώματα πιστών που έλαβαν ή επιζητούν την ευλογία του Αγίου Αθανασίου

Πλῆθος εἶναι οἱ μαρτυρίες θαυματουργικῶν ἐπεμβάσεων καὶ θεραπειῶν καὶ πολὺ ζωντανὲς οἱ μνῆμες τῶν παλαιοτέρων ποὺ ἔχουν δημιουργήσει τὴν παράδοσι τῆς «Λατόριστας», ὅπως εἶναι καὶ τὸ παλαιὸ ὄνομα τοῦ οἰκισμοῦ, στὶς συνειδήσεις τους

Ὁ εὐσεβὴς λαὸς τῆς Δυτικῆς Μακεδονίας, εὐλαβεῖται ἰδιαιτέρως τὸν Ἅγιο τοῦ Θεοῦ καὶ στῦλο τῆς Ὀρθοδοξίας Μέγα Ἀθανάσιο. Κάθε κώμη καὶ κάθε πόλις τῆς εὑρείας αὐτῆς τῆς περιοχῆς, πλὴν ἐλαχίστων ἐξαιρέσεων, κοσμεῖται ἀπὸ Ἱερὸ Ναὸ ἀφιερωμένο στὴ μνήμη του.

Ἡ συνείδησις τοῦ εὐσεβοῦς λαοῦ τῆς εὐρυτέρας περιοχῆς τοῦ Βοΐου θέλει τὸν Ἅγιό του νὰ εὐαρεστῆται νὰ ἐπιδαψιλεύῃ τὴ χάρι, τὴν ὁποία ἔχει ἀπὸ τὸν Θεὸ, ἐπὶ τοὺς ἐπικαλουμένους τὴν πρὸς Αὐτὸν πρεσβεία του, ἰδιαίτερα ὅταν προσέρχωνται στὸ Ἁγίασμά του στὸ Ἁγίασμα Βοΐου καὶ τὸν Ἱερὸ Ναὸ του στὸ χῶρο τοῦ Ἁγιάσματός του.

Ὅσοι ἔτυχον τῆς εὐλογίας τῆς προσωπικῆς ἐμφανείας τοῦ Ἁγίου ὁμολογοῦν ὅτι προτρέπει τοὺς ἐπιδεομένους καὶ επιζητοῦντες τὴν βοήθεια καὶ τὴν πρὸς τὸν Κύριο παρρησία του νὰ προσέρχῳνται στὸ Ἁγίασμά του στὸν συγκεκριμένο χῶρο καὶ τοῦτον τὸν Ἱερὸ Ναό, παρ’ ὅτι στὴν ἰδιαιτέρα πατρίδα σχεδὸν τοῦ καθενὸς ὑπάρχει Ἱερὸς Ναὸς τιμώμενος στὸ ὄνομά του.

Οἱ Χριστιανοὶ τοῦ τόπου μας μεταδίδουν ἀπὸ γεννιὰ σὲ γεννιὰ τὶς ἀναμνήσεις καὶ ἐμπειρίες τους καὶ ἐξακολουθοῦν ἀκόμη νὰ τιμοῦν τὸν Ἅγιο Ἀθανάσιο, ἰδιέταιρα στὸ πανηγύρι του τὶς 2 Μαΐου κάθε χρόνο.
Σύμφωνα μὲ τὴν ζῶσα ἔτι παράδοσι, ἀνηγέρθη τὸ πρῶτον σὲ αὐτὸν τὸν χῶρο Ἱερὸς Ναὸς τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου, περὶ τὰ μέσα τοῦ 18ου αἰῶνος, ἀπὸ τὸν Ἀθανάσιο Ἀραϊὰ. Μὲ ὅραμα τοῦ ὑπεδείχθη καὶ βρῆκε τὴν ἱερὴ εἰκόνα τοῦ Ἁγίου καὶ τὴν πηγὴ τοῦ Ἁγιάσματος.

Ἐκεῖνος ὁ μικρὸς Ἱερὸς Ναὸς ὑπῆρχε μέχρι τὸ ἔτος1914. Τότε (1914) ἀνηγέρθη ὁ παρὼν Ἱερὸς Ναὸς, ὁ ξενώνας καὶ τὸ παλαιὸ κτίσμα τοῦ Ἁγιάσματος μὲ χρήματα ποὺ προῆλθον ἀπὸ τὴν ἐκποίησι τοῦ ἐν Κωνσταντινουπόλει ξενῶνος, δωρεᾶς τοῦ ἀδελφάτου τῶν ἐκεὶ παρεπιδημούντων κατοίκων τοῦ χωριοῦ, ὁ ὁποῖος ἐπωλήθη ἀπὸ τὴν τότε ἐκκλησιαστικὴ ἐπιτροπὴ πρὶν κατασχεθῇ ἀπὸ τὸ καθεστὼς τῶν Νεοτούρκων.

Τὸ Ἁγίασμα (Ἁγιονέρι) πηγάζει ἀπὸ ὁρισμένο σημεῖο τοῦ ἐσωτερικοῦ τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ καὶ ὁδηγεῖται μὲ συγκεκριμένο ἀγωγὸ στὸ παρακείμενο ἰδιαίτερο κτίσμα ἀπὸ τὸ ὁποῖο καὶ τὸ ἀποκομίζουν οἱ πιστοὶ.

Πηγή: agiasma.info

Ιερός Ναός Αγίου Αθανασίου Χρυσαυγή Βοΐου

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Πανηγυρίζει στις 2 Μαΐου
Ο ΄Αγιος Αθανάσιος είναι η πιο παλιά εκκλησία .

Κτίστηκε το έτος 1768.Σήμερα λειτουργείται τρεις φορές το χρόνο, την Τρίτη ημέρα του Πάσχα, στις 2 Μαίου, γιορτή της ανακομιδής των αγίων λειψάνων του Αγίου Αθανασίου και μια Κυριακή του Αυγούστου, για να εκκλησιάζονται και οι παραθεριστές, που έρχονται στο χωριό.

ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΑΓΙΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΕΡΑΤΥΡΑΣ

Η Ιερά Μονή Αγίου Αθανασίου Εράτυρας βρίσκεται 2 χιλ. βόρεια του χωριού της Εράτυρας στους πρόποδες του όρους Aσκίου σε υψόμετρο 1.000 μ.

Το μοναστήρι του Αγίου Αθανασίου ανάγεται στη βυζαντινή εποχή. Πιθανότατα κτίσθηκε με δαπάνες των Βυζαντινών βασιλέων, όπως συνηθίζονταν την εποχή αυτή. Χτίστηκε πιθανότατα πριν το 1600, ενώ μετά το 1700 άρχισε η περίοδος της μεγάλης ακμής του. Η μονή κατά καιρούς έχει υποστεί πολλές καταστροφές από πυρκαγιές και επιδρομές. Είχε μεγάλη βιβλιοθήκη με πολλά χειρόγραφα, κάποια εκ των οποίων βρίσκονται σήμερα στην Εθνική βιβλιοθήκη. Το γεγονός αυτό αποδεικνύει ότι οι μοναχοί ήταν ιδιαίτερα μορφωμένοι. Ασχολούνταν με τη ζωγραφική τοιχογραφιών και φορητών εικόνων, χωρίς όμως να διασώζεται κάπου κάποια υπογραφή.

Η μονή ήταν ιδιαίτερα πλούσια, αφού υπάρχουν αναφορές ότι η μονή είχε αμπέλια, ζώα, λιβάδια, αχυρώνες, μελίσσια. Μετά από την καταστροφή του 1794 το μοναστήρι ανοικοδομήθηκε το 1797. Τότε χτίστηκε και η περίφημη «κούλια», κτίριο με χοντρούς ψηλούς τοίχους και πολεμίστρες, που χρησίμευε σε δύσκολες περιόδους ως καταφύγιο των κατοίκων. Στο βόρειο μέρος της μονής υπήρχαν δωμάτια που χρησιμοποιούνταν για κάποιο διάστημα ως κατάλυμα καλόγερων της μονής. Στη νότια μεριά υπήρχε στα τέλη του 18ου αιώνα και τρίτη κούλια η οποία, όπως και τμήμα του ναού, καταστράφηκε σε πυρκαγιά.

Ο ναός τοιχογραφήθηκε μόνο σε κάποια μικρά τμήματα, λόγω έλλειψης οικονομικών πόρων και αγιογράφων μοναχών στην περιοχή, μετά από 30 χρόνια. Μπορεί ο ναός να μην τοιχογραφήθηκε αλλά έχει αξιόλογα ξυλόγλυπτα. Το τέμπλο εκτείνεται σε όλο το πλάτος και το ύψος του ναού και έχει τη συνήθη τριμερή διάταξη. Επίσης αναφέρεται ότι στην μονή βρίσκεται και μία πόρτα από μία εκκλησία στο Παλαιοχώρι που καταστράφηκε.

ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΑΓΙΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΖΗΚΟΒΙΣΤΑΣ

Το μοναστήρι του Αγίου Αθανασίου βρίσκεται ανάμεσα στα χωριά Ζηκόβιστα (Σπήλιος) Λιμπίσοβο (Άγιος ‘Ηλίας), Λούτσιστα (Κερασώνα), και Βιδελούστι (Δαμασκηνιά).

Tα τρία πρώτα ανήκουν διοικητικά στο νομό Καστοριάς, ή Δαμασκηνιά στο Νομό Κοζάνης, ενώ εκκλησιαστικά και τα τέσσερα στη μητρόπολη Σισανίου και Σιατίστης, στην οποία υπήχθησαν στις αρχές του αιώνα μας, γιατί παλιότερα άνηκαν στη μητρόπολη Καστοριάς, όπως φυσικά και το μοναστήρι του Αγίου Αθανασίου.
Ή ονομασία του μοναστηριού του Αγίου Αθανασίου συναντάται με διαφορετικούς προσδιορισμούς. Άλλοτε ονομάζεται «μοναστήρι Άγίου Αθανασίου Ζηκοβίστης», άλλοι το αναφέρουν ώς «μοναστήρι Άγίου Αθανασίoυ Σπήλιου», «Άγίου Ηλία Δαμασκηνιας » και τέλος, απο την προσωνυμία των χωριών αυτών, που είναι τα Καστανοχώρια της ανατολικής πλευράς, «μοναστήρι Αγίου Άθανασίου Καστανοχωρίων». Η μετάβαση στο μοναστήρι γίνεται είτε μέσω Τσοτυλίου – Δαμασκηνιάς, είτε μέσω Άργους Ορεστικού – Σπήλιου – Αγίου Ηλία.

Εξωκλήσι Αγίου Αθανασίου Κορυφής Βοΐου

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Το εξωκλήσι του Αγίου Αθανασίου είναι παλιός ναός στο «Παλιοχώρι», από την εποχή ακόμη πού το «Παλιοχώρι» κατοικούνταν. Εδώ τελούνταν  τακτική λειτουργία στις 2 Μαΐου, την ημέρα της Ανακομιδής των Ιερών Λειψάνων  του Αγίου Αθανασίου του Μεγάλου. Από την στιγμή όμως που την Κορυφή εξυπηρετεί Ιερέας που εφημερεύει σε δύο ενορίες εναλλάξ,αποφασίστηκε από την Εκκλησιαστική επιτροπή να γίνετε η Θεία Λειτουργία στις πέντε Ιουλίου,ημέρα της εορτής του Αγίου Αθανασίου του Αθωνίτη  ιδρυτού του Αγίου Όρους.

Ἀνακομιδὴ Τιμίων Λειψάνων Ἁγίου Ἀθανασίου τοῦ Μεγάλου (2 Μαΐου)

Μέγας Ἀθανάσιος γεννήθηκε κατά τό ἔτος 295 μ.Χ. στήν Ἀλεξάνδρεια ἀπό Χριστιανούς γονεῖς. Ἔτυχε ἐπιμελημένης ἐκπαιδεύσεως φιλοσοφικῆς καί θεολογικῆς. Κατά τή νεανική του ἡλικία συνδέθηκε μέ τόν Μέγα Ἀντώνιο καί ἀσκήτευσε μαζί του στήν ἔρημο.
Στήν ἀρχή χειροθετήθηκε ἀναγνώστης τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἀλεξανδρείας καί τό 318 μ.Χ. ἦταν ἤδη διάκονος. Τό ἔτος 325 μ.Χ. συνοδεύει τόν γέροντα Πατριάρχη Ἀλεξανδρείας Ἀλέξανδρο στή Νίκαια, ὅπου συγκλήθηκε ἡ Α’ Οἰκουμενική Σύνοδος, «τοῦ χοροῦ τῶν διακόνων ἡγούμενος». Ἐκεῖ, χάρη στή μόρφωσή του καί μάλιστα στή θερμουργό καί ἀκλόνητη πίστη του, ἀναδείχθηκε ἕνας ἀπό τούς θαρραλέους ἀγωνιστές κατά τῆς αἱρέσεως τοῦ Ἀρείου. Μάλιστα δέ, ὅπως ἀποφάνθηκε ἡ ἐν Ἀλεξανδρείᾳ Σύνοδος τοῦ 399 μ.Χ., κυρίως ὁ Ἀθανάσιος «τήν νόσον τοῦ Ἀρειανισμοῦ ἔστησεν». Κανένας, ἴσως, ἄλλος ἀπό τούς Πατέρες καί Διδασκάλους τῆς Ἐκκλησίας, τῆς περιόδου ἐκείνης, δέν ἀντιμετώπισε τόσο σπουδαία ἐκκλησιαστικά καί θεμελιώδη προβλήματα τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως ἦταν τά περί Θεοῦ, κόσμου, ἀνθρώπου, δημιουργίας, τριαδολογίας, ἐνανθρωπήσεως τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ, σωτηρίας, χριστολογίας, πνευματολογίας, Οἰκουμενικῆς Συνόδου κ.ἄ.

Ἡ φήμη τοῦ Ἀθανασίου ἑδραιώθηκε τόσο πολύ κατά τή Σύνοδο τῆς Νίκαιας, ὥστε μετά ἀπό λίγο, ὅταν πέθανε ὁ γέροντας Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας Ἀλέξανδρος († 17 Ἀπριλίου 328 μ.Χ.), ἐξελέγη Ἐπίσκοπος Ἀλεξανδρείας πιθανότατα τόν ἴδιο χρόνο.
Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος, κατά τά 46 ἔτη τῆς ἀρχιερατείας του, ὑπῆρξε ὁ στύλος τῆς Ἐκκλησίας καί ὁ κατ’ ἐξοχήν Πατήρ τῆς Ὀρθοδοξίας. Μερίμνησε δραστήρια γιά τήν ὀργάνωση τῆς Ἐκκλησίας του. Περιηγούμενος τήν ἐπαρχία του, μετέβη στή Θηβαΐδα, τήν Πεντάπολη, τήν Κάτω Αἴγυπτο γιά νά δεῖ ἀπό κοντά τίς ἀνάγκες τοῦ ποιμνίου του, τό ὁποῖο τόν ὑποδεχόταν παντοῦ μέ ἐνθουσιασμό. Ἐγκαθιστοῦσε στίς διάφορες πόλεις ἄξιους καί ἱκανούς Ἐπισκόπους, μεταξύ τῶν ὁποίων καί τόν Ἅγιο Φρουμέντιο († 30 Νοεμβρίου), τόν ὁποῖο χειροτόνησε Ἐπίσκοπο Ἀξώμης.
Ὅμως, οἱ Ἀρειανοί, δημιούργησαν πολλές ταραχές καί ὀχλήσεις στόν Ἅγιο, τόν ὁποῖο συκοφαντοῦσαν. Ὁ Ἅγιος ἐξορίστηκε πέντε φορές καί διῆλθε περισσότερα ἀπό δεκαέξι χρόνια τῆς ἀρχιερατείας του στήν ἐξορία. Ἐσύρθη κατ’ ἐπανάληψη ἀπό τούς Ἀρειανούς ἐνώπιον Συνόδων καί καθαιρέθηκε. Καταδιώχθηκε ἀπό αὐτοκράτορες, ὑπέφερε ἀνεκδιήγητες ταλαιπωρίες καί στερήσεις, εἶδε πολλούς ἀπό τούς συνεργάτες του νά ὑποκύπτουν στίς πιέσεις καί τήν βία τῶν Ἀρειανῶν καί τόν Ἐπίσκοπο Ρώμης Λιβέριο (352 – 366 μ.Χ) νά ὑπογράψει ἀρειανικό ὅρο πίστεως, γιά νά ἀποφύγει τήν ἐξορία. Ἦλθαν στιγμές, κατά τίς ὁποῖες ὁ χριστιανικός κόσμος φαινόταν ἀντίθετος πρός τόν Ἅγιο, ἀλλά αὐτός ποτέ δέν κάμφθηκε καί ἀγωνιζόταν γιά τήν ἀλήθεια.
Ἀφορμή γιά τίς διώξεις κατά τοῦ Ἁγίου, ἔδωσε ἡ ἄρνησή του νά ἀποκαταστήσει στήν ἐκκλησιαστική κοινωνία τόν ὑπό τῆς Α’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου καθαιρεθέντα Ἄρειο, ὁ ὁποῖος παρουσιαζόταν ὑποκριτικά ὡς ἀποδεχόμενος τήν ὀρθόδοξη διδασκαλία. Ὅταν ὁ Ἄρειος ἀνακλήθηκε ἀπό τήν ἐξορία ὑπέβαλε τό 330 ἢ 331 μ.Χ. ὁμολογία πίστεως, στήν ὁποία ἀπέφυγε ἐπιμελῶς νά ἀναφέρει τίς ἀρειανικές ἐκφράσεις. Ὁ Ἅγιος Ἀθανάσιος εἶδε τήν ἀπάτη καί τό δόλο τοῦ Ἀρείου καί ἀρνήθηκε κατηγορηματικά νά δεχθεῖ σέ κοινωνία τόν Ἄρειο παρά τή διαταγή τοῦ αὐτοκράτορα Μεγάλου Κωνσταντίνου. Μετά τήν ἄρνηση τοῦ Ἁγίου, οἱ ἐχθροί του ἄρχισαν νά ὀργανώνουν συστηματικά τόν κατ’ αὐτοῦ ἀγώνα. Ὁ Μέγας Κωνσταντίνος, ἂν καί τιμοῦσε τόν Ἅγιο Ἀθανάσιο γιά τό ἦθος καί τό θάρρος του, παρασύρθηκε τελικά ἀπό τίς συνεχεῖς ἐναντίον του μηχανορραφίες τῶν Ἀρειανῶν καί διέταξε τή σύγκλιση Συνόδου στήν Καισάρεια, τό 335 μ.Χ., μέ σκοπό τήν ἐξέταση τῶν κατηγοριῶν κατά τοῦ Ἀθανασίου. Ἡ Σύνοδος τελικά συγκλήθηκε στήν Τύρο τῆς Φοινίκης. Ὁ Ἀθανάσιος συνῆλθε στή Σύνοδο, στήν ὁποία παρέστησαν 60 Ἀρειανοί Ἐπίσκοποι. Οἱ κατηγορίες δέν ἦταν δυνατόν νά σταθοῦν παρά τά ἐφευρήματα τῶν αἱρετικῶν. Ἐπειδή, ὅμως, ἔγινε ἀντιληπτό ὅτι οἱ ἐχθροί του Ἀθανασίου ζητοῦσαν νά τόν φονεύσουν, οἱ ἄνθρωποι τοῦ βασιλέως, πού εἶχαν ἐπιφορτισθεῖ τήν τήρηση τῆς τάξεως καί τῆς εἰρήνης, τόν φυγάδευσαν κρυφά. Ἔτσι κατέφυγε στήν Κωνσταντινούπολη καί ζήτησε νά δεῖ τόν αὐτοκράτορα, ὁ ὁποῖος λόγω τῶν διαβολῶν, ἀρνήθηκε νά τόν δεχθεῖ σέ ἀκρόαση καί διέταξε τήν ἐξορία του στή Γαλατία. Ἐπανῆλθε στήν ἕδρα του μετά τό θάνατο τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου, στίς 23 Νοεμβρίου 337 μ.Χ. Πλήν ὅμως καί πάλι οἱ ἐχθροί του ἄρχισαν τίς κατ’ αὐτοῦ διαβολές καί συκοφαντίες. Τότε ὁ Ἀθανάσιος συγκάλεσε Σύνοδο στήν Ἀλεξάνδρεια, τό 339 μ.Χ στήν ὁποία ἔλαβαν μέρος 100 Ἐπίσκοποι. Οἱ ἐχθροί του τότε, συγκρότησαν ἀρειανική Σύνοδο στήν Ἀντιόχεια, ἡ ὁποία τόν καθαίρεσε καί ὅρισε ὡς Ἐπίσκοπο Ἀλεξανδρείας τόν Εὐσέβιο τόν Ἐμισηνό, ἀντ’ αὐτοῦ δέ, ἐπειδή δέν ἀποδέχθηκε τήν ἐκλογή, τόν Καππαδόκη Γρηγόριο, ὁ ὁποῖος ἐγκαταστάθηκε στήν Ἀλεξάνδρεια διά τῆς βίας μετά τήν ἀπομάκρυνση τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου.
Τότε ὁ Ἅγιος κατέφυγε στή Ρώμη, ὅπου εὑρίσκονταν καί ἄλλοι ἐξόριστοι ἱερεῖς καί Ἐπίσκοποι. Ἐκεῖ, τόν δέχθηκαν ὅλοι μέ τιμή καί ἀναγνώρισαν τούς ἀγῶνες του ὑπέρ τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἔτσι, ὁ Πάπας Ἰούλιος συγκάλεσε, τό ἔτος 341 μ.Χ., Σύνοδο, ἡ ὁποία ἀναγνώρισε τόν Ἅγιο Ἀθανάσιο ὡς κανονικό Ἐπίσκοπο Ἀλεξανδρείας καί τόν κήρυξε ἀθῶο ἀπό ὅλες τίς κατηγορίες τῶν ἐχθρῶν του.
Ὅταν τό 345 μ.Χ. πέθανε ὁ Ἀλεξανδρείας Γρηγόριος, κατόπιν ὑποδείξεως τοῦ Κώνσταντος, ὁ αὐτοκράτορας Κωνστάντιος ἀνακάλεσε τόν Ἅγιο Ἀθανάσιο ἀπό τήν ἐξορία. Ὁ Ἅγιος ἐπέστρεψε γενόμενος δεκτός θριαμβευτικά ἀπό τό ποίμνιό του. Ἀλλά καί αὐτή τή φορά μόνο γιά λίγο ἔμεινε ἀδιατάρακτος στήν ἕδρα του, διότι μετά τήν δολοφονία τοῦ Κώνσταντος, τό ἔτος 350 μ.Χ., ὁ Κωνστάντιος, πεισθείς σέ νέες διαβολές καί πιέσεις τῶν φίλων τῶν Ἀρειανῶν, καταδίκασε συνοδικῶς τόν Ἅγιο Ἀθανάσιο. Ἀπέστειλε μάλιστα καί στρατιῶτες, γιά νά τόν συλλάβουν τήν νύκτα τῆς 9ης Φεβρουαρίου 356 μ.Χ., ἐνῶ τελοῦσε παννυχίδα μέ πλῆθος πιστῶν στό Ναό τοῦ Ἁγίου Θεωνᾶ. Ὁ Ἅγιος φυγαδεύτηκε στήν ἔρημο, ὅπου παρέμεινε ἕξι χρόνια, παρακολουθώντας τίς κινήσεις καί ἐνέργειες τῶν Ἀρειανῶν καί στηρίζοντας τούς κλονιζόμενους Χριστιανούς.
Τέλος, ἐπί αὐτοκράτορα Ἰουλιανοῦ τοῦ Παραβάτου (361 – 363 μ.Χ.) μπόρεσε νά ἐπανέλθει στήν Ἀλεξάνδρεια καί νά συγκροτήσει Σύνοδο ἡ ὁποία ἀποτέλεσε σημαντικότατο σταθμό στήν ἱστορία τῶν ἀγώνων τῆς Ὀρθοδοξίας κατά τοῦ Ἀρειανισμοῦ.
Οἱ διωγμοί συνεχίστηκαν καί ἐπί αὐτοκράτορα Οὐάλη, πού ἐξόρισε τόν Ἅγιο. Φοβούμενος ὅμως ἐξέγερση τοῦ λαοῦ τῆς Ἀλεξανδρείας, ἀναγκάσθηκε νά ἀνακαλέσει τόν Ἅγιο ἀπό τήν ἐξορία.
Ἀγωνιζόμενος γιά τήν ὀρθόδοξη πίστη μέχρι τό τέλος τοῦ βίου του, κοιμήθηκε μέ εἰρήνη στίς 2 Μαΐου 373 μ.Χ., σέ ἡλικία 75 ἐτῶν, ἀφοῦ κατεκόσμησε τό θρόνο τῆς Ἀλεξανδρείας.
Ἡ Ἐκκλησία πολύ νωρίς τοῦ ἀπένειμε τόν τίτλο τοῦ Μεγάλου Πατρός αὐτῆς. Εἶναι ἐκεῖνος πού διαισθάνθηκε καί ἀντιλήφθηκε ἄριστα τίς λεπτεπίλεπτες σχέσεις ἀλληλεξαρτήσεως τῶν ἐπί μέρους ἀληθειῶν τῆς πίστεως, οἱ ὁποῖες στή σκέψη του ἀποτελοῦν τμήματα μιᾶς καί τῆς αὐτῆς ἀλήθειας, ὥστε ἡ πλάνη περί τήν μία ἐπί μέρους ἀλήθεια, νά συνεπάγεται ἀναπότρεπτα τήν ἀνατροπή ὁλόκληρου τοῦ συστήματος τῆς χριστιανικῆς διδασκαλίας καί τήν δημιουργία αἱρέσεως.
Ἀλλά ὁ Ἅγιος καί μέ τόν καθόλου βίο του, ἀπέδειξε τό ἐνάρετο καί τό εὐσεβές του ἤθους αὐτοῦ σέ τέτοιο βαθμό, ὥστε τό ὄνομά του νά ἀποβεῖ ταυτόσημο πρός τήν ἀρετή. Γι’ αὐτό λέγει ἐπιγραμματικά ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Ναζιανζηνός : «Ἀθανάσιον ἐπαινῶν, ἀρετήν ἐπαινέσομαι· ταὐτόν γάρ ἐκεῖνόν τε εἰπεῖν καί ἀρετήν ἐπαινέσαι». Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος συνεχίζοντας παρατηρεῖ ὅτι ὁ Μέγας Ἀθανάσιος ἔγινε κατ’ ἐξοχήν δέκτης τοῦ θείου φωτισμοῦ, ἔφθασε σέ ὕψος βιβλικῶν προσώπων καί ἴσως μάλιστα κάποια ἀπό αὐτά νά ὑπερέβαλε, γιατί κυριολεκτικά ἑνώθηκε καί ἔγινε ἕνα μέ τό θεῖο φῶς. Καί ἔτσι μόνο κατόρθωσε νά ἀντιμετωπίσει τίς μεγάλες κακοδοξίες τῶν αἱρετικῶν τῆς ἐποχῆς του.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Στῦλος γέγονας, Ὀρθοδοξίας, θείοις δόγμασιν, ὑποστηρίζων, τήν Ἐκκλησίαν, Ἱεράρχα Ἀθανάσιε· τῷ γάρ Πατρί τόν Υἱόν ὁμοούσιον, ἀνακηρύξας κατῄσχυνας Ἄρειον. Πάτερ Ὅσιε, Χριστόν τόν Θεόν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τό μέγα ἔλεος.

Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τοῖς τῶν αἱμάτων σου.
Ὀρθοδοξίας φυτεύσας τά δόγματα, κακοδοξίας ἀκάνθας ἐξέτεμες, πληθύνας τόν σπόρον τῆς πίστεως, τῇ ἐπομβρίᾳ τοῦ Πνεύματος Ὅσιε· διό σε ὑμνοῦμεν Ἀθανάσιε.

Μεγαλυνάριον.
Τῆς Ὀρθοδοξίας σάλπιγξ χρυσῆ, ὤφθης Ἱεράρχα, ὁμοούσιον τῷ Πατρί, τόν Υἱόν κηρύττων, καί Πνεύματι Ἁγίῳ· διό σε Ἀθανάσιε μεγαλύνομεν.