Μπρος στα κάλλη τι είναι ο πόνος Του Γιάννη Γουσιόπουλου

Μπρος στα κάλλη τι είναι ο πόνος

Του Γιάννη Γουσιόπουλου

Καλοκαίρι προσωρινά στο χωριό. Γυρίζω σπίτι από την αυτοψία της επιτροπής για την εγκατάσταση  της νέας κατοίκου με τον μικρό της απόγονο. Σκέφτομαι το νέο σκηνικό, το νέο πλαίσιο του τόπου. Ο μεζές στο τραπεζάκι της αυλής, η μαυροφορεμένη γιαγιάκα στον χωρατά, ο κτύπος της καμπάνας ανήκουν όλα, μα όλα, στο μακρινό παρελθόν. Διερωτώμαι, αφού οι άνθρωποι του Δασαρχείου δεν έχουν την παραμικρή αμφιβολία γιατί ήρθαν, η μάλλον γιατί εμείς τους φωνάξαμε; Ο κόσμος άλλαξε, η Ελλάδα άλλαξε, άλλαξε και το χωριό μου! Ποιος περίμενε την οικονομική κρίση, ποιος τον κόβιτ – 19.

Στα αυτιά μου ακόμα ηχούν οι εξηγήσεις και οι νουθεσίες του δασάρχη: ¨Ο άνθρωπος ζώντας πλέον στην πόλη άφησε ζωτικό χώρο στο ζωικό και το φυτικό βασίλειο. Πρέπει να προσέχετε¨.  Έχει δίκιο, έτσι δικαιολογείται ο ερχομός και στο Αηδονοχώρι, της επιβλητικής αρχόντισσας του δάσους. Σε αυτό οφείλεται η τιμή που μας έκανε η καφετιά αρκούδα της Πίνδου να συγκατοικήσει με τους λιγοστούς κατοίκους του χωριού. Δεν μας την έριξαν από το αεροπλάνο εχθροί του έθνους ή φθονεροί οικολόγοι. Ούτε αλεξίπτωτα βρέθηκαν, ούτε και το τεράστιο βάρος του ζώου αμφισβητείται από κάποιον για να μην σκάσει σαν καρπούζι πέφτοντας από ψηλά.  

Φτάνω σπίτι οι σκέψεις με συγκλονίζουν δεν ξέρω πώς να διαχειρισθώ το γεγονός. 

Μας έδωσαν συμβουλές. Να καθαρίσουμε τους κήπους, να μαζεύουμε τα ώριμα φρούτα, να περπατάμε προσεκτικά στον δρόμο. Και όταν συναντηθούμε με την αυτού εξοχότητα, ψυχραιμία, μεταβολή και τακτική οπισθοχώρηση. Οι παλικαριές δεν περνούν, ενίοτε στοιχίζουν ζωές. Ανοίγω τα ¨ΝΕΑΠΟΛΙΤΙΚΑ¨, αγαπημένη μου στήλη πλην όμως μακάβρια τα ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ. Διαβάζω ονόματα, τα μετρώ. Γεννήσεις 0, γάμοι 2, θάνατοι 64. Στην εξάμηνη έκδοση του περιοδικού, για την περιοχή του Καποδιστριακού πρώην Δήμου Νεάπολης. Το πεπρωμένον φυγής αδύνατον. Αντιλαμβάνομαι ότι όποιος δεν έχει αντικρίσει το χάραμα στον Μπούρινο, δεν έχει νιώσει τη μέρα να σβήνει στο τελευταίο της φως στα Όντρια, θα δυσκολευτεί να καταλάβει τη θλίψη μου.     

Θα έλεγα πως ολόκληρο το Βόιο μετά το πέρας της αιματηρής εμφύλιας σύρραξης δεν είχε το επέπρωτο να αποκτήσει αναπτυξιακές δομές για να συγκρατήσει τον πληθυσμό του. Από 34.077 κατοίκους που είχε το 1951 έπεσε στους 18.386 το 2011 και βάζω στοίχημα πως του χρόνου θα είναι λίγο πάνω από τις 10.000. Όμως η αφαίμαξη του πληθυσμού, η αλλοίωση της δημογραφικής πυραμίδας, η εξάρθρωση του κοινωνικού ιστού είναι γενικότερο φαινόμενο της Ελληνικής υπαίθρου. Η μείωση θα ήταν μεγαλύτερη αν καταφυγόντες από την Αλβανία Αλβανοί πολίτες το 1990 και εντεύθεν δεν σκάλωναν στην περιοχή στο διάβα τους για την Αθήνα.   

Οι νέοι κάτοικοι ωστόσο, που συμβιώνουν αρμονικά με τους παλιούς, που οι γυναίκες εργάζονται στην φροντίδα ηλικιωμένων, που οι άνδρες ασκούνται επαγγελματικά στην οικοδομή, που τα παιδιά σπουδάζουν στα ελληνικά σχολεία και πανεπιστήμια έχοντας ως μητρική γλώσσα τα ελληνικά, δεν ήταν αρκετοί να συγκρατήσουν την καφετιά αρκούδα στην αγριάδα των ορεινών συγκροτημάτων. Τι μέλλει γενέσθαι σε όσους επιμένουν να μένουν στην περιοχή; Πως θα χρηματοδοτείται η συντήρηση και η λειτουργία των εκτεταμένων υποδομών από την πολιτεία; Πώς θα διατηρηθεί η βιωσιμότητα της όποιας παραγωγικής βάσης δημιουργήθηκε όλα τα χρόνια μετά κόπων και βασάνων όσων  την έστησαν; Σκέφτομαι, σκέφτομαι, σκέφτομαι.  

Ναι το βρήκα, θα το πω, ο καθένας πρέπει να εκφράζει ελεύθερα τη γνώμη του. Αγαπώ την πατρίδα μου όσο κανένας. Δεν δίνω το δικαίωμα σε κανέναν να μου πει πως εκείνος την αγαπάει περισσότερο. Θεωρώ πως ήρθε η ώρα για νέο αίμα από οποιαδήποτε φυλή, με οποιοδήποτε χρώμα, σε όποιον Θεό και αν πιστεύει. Άλλωστε ο Θεός είναι ένας, έτσι λέει η δική μου θρησκεία. Ήρθε η ώρα πρόσφυγες που επιθυμούν να παραμείνουν μόνιμα στη δική μας χώρα να μείνουν εδώ, να προωθηθούν και στη δική μου περιοχή. Με διαδικασίες, προϋποθέσεις και εγγυήσεις προς τους υποδεχόμενους που εφαρμόζονται από τις προηγμένες χώρες σε ανάλογες περιπτώσεις. Για να τους ενσωματώσουμε και όχι να τους αφομοιώσουμε, αν και φοβάμαι πως θα γίνει το δεύτερο. Για να υπηρετηθεί το αμοιβαίο συμφέρον παλαιών και νέων κατοίκων.

Είμαι ο τελευταίος που θα μπορούσε να μιλήσει για το μεγαλείο της ψυχής των ανθρώπων που κατοικούν σ’ αυτή τη μικρή γωνιά του πλανήτη, την εξωστρέφεια τους που σε αυτήν, πιστεύω ακράδαντα, οφείλεται ο όποιος αρχαίος πολιτισμός δημιούργησαν και την αδιάλειπτη συνέχεια μας ως λαός για χιλιάδες χρόνια. Ελπίζω να γίνει κάτι. Και όλα αυτά, ας στερηθώ την αγαπημένη μου καφετιά αρχόντισσα. Την προτιμώ στο αρχέγονο φυσικό της περιβάλλον.

ΑΗΔΟΝΟΧΩΡΙ  03 – 07 – 2020